Στ' αυτιά του το (μπασκετικό) «London calling» ηχούσε στη διαπασών εδώ και ένα χρόνο: προτού γίνει το Λονδίνο η δεύτερη επί των ημερών του... Γη της Επαγγελίας για τον Ολυμπιακό, ο Σπανούλης το είχε βάλει στο πρόγραμμα για τον περασμένο Αύγουστο, αλλά η δουλειά στράβωσε κι από τότε το φυσούσε και δεν κρύωνε!

«Θα 'χαμε έρθει εδώ με την Εθνική, αλλά ας όψεται ο Νταγκουντούρο» μου είπε χθες το μεσημέρι έξω από το δημαρχείο του Λονδίνου, ανακαλώντας στη μνήμη του εκείνη την αποφράδα εσπέρα στο Καράκας: η Νιγηρία νίκησε την Ελλάδα και την άφησε εκτός νυμφώνος Ολυμπιακών Αγώνων, αλλά για τον Βασίλη πίσω έχει η αχλάδα την ουρά!

Εννέα μήνες αργότερα ο Σπανούλης οδηγεί τους πρωταθλητές Ευρώπης στον νυμφώνα του φάιναλ φορ. «Επιτέλους κατάφερα να έρθω στο Λονδίνο για πρώτη φορά στη ζωή μου» εξομολογήθηκε το ταξιδιωτικό απωθημένο του που, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με το μπασκετικό: ο «V-Span» έχει ήδη στεφθεί δυο φορές πρωταθλητής Ευρώπης (το 2009 με τον Παναθηναϊκό και το 2012 με τον Ολυμπιακό) και μετά το παράσημο του MVP στο Βερολίνο και στην Κωνσταντινούπολη χθες αβγάτισε την προίκα του και με τον τίτλο του πολυτιμότερου παίκτης όλης της σεζόν!

Not bad, που λένε κι οι Εγγλέζοι

«Καθόλου άσχημα, ίσα ίσα που αυτός είναι ο ιδανικός συνδυασμός» υπερθεματίζει ο αρχηγός του Ολυμπιακού. «Ο Ολυμπιακός βρίσκεται εδώ και θα υπερασπιστούμε τον τίτλο μας, ενώ εγώ ανακηρύχθηκα MVP» εξηγεί, αποδίδοντας την επιτυχία του(ς) στα στοιχειώδη και αυτονόητα: «Σκληρή δουλειά, προσήλωση στον στόχο και συναισθηματική ισορροπία».

Αυτά βεβαίως μας τα 'πε κάποτε και κάποιος άλλος, μόνο που ο Σπανούλης δεν είχε ποτέ στη ζωή του την ευκαιρία να τον συναντήσει από κοντά. Ποιος είναι αυτός; Μα φυσικά ο Νίκος Γκάλης ο οποίος φέρει την ευθύνη που ο Βασίλης έγινε μπασκετμπολίστας.

«Οσοι αγαπήσαμε το μπάσκετ και αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με αυτό, του είμαστε ευγνώμονες κι ελπίζω ότι μετά από τον Γκάλη θα τιμηθούν με τον ίδιο τρόπο ο Γιαννάκης, ο Φασούλας και ο Χριστοδούλου» τόνισε ο αρχηγός του Ολυμπιακού που «εάν δεν είχα μπροστά μου το ταξίδι στο Λονδίνο για το φάιναλ φορ, σίγουρα θα πήγαινα στη Θεσσαλονίκη για να αποδώσω κι εγώ τις πρέπουσες τιμές στον Γκάλη»!

Ο Βασίλης δεν έχει συναντήσει ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο τον Νίκο, αλλά κυριολεκτεί όταν δηλώνει ότι αυτός είναι ο λόγος που αγάπησε και ασχολήθηκε με το μπάσκετ και μάλιστα εξ απαλών ονύχων! Η ιστορία γράφτηκε ένα σαββατιάτικο βράδυ του 1989, όταν ο συχωρεμένος ο πατέρας του Θανάσης τον έβαλε στο αυτοκίνητο κι από τη Λάρισα πήγαν στη Θεσσαλονίκη για να παρακολουθήσουν έναν αγώνα πρωταθλήματος ανάμεσα στον Αρη και στον Παναθηναϊκό.

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ πόσο μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει ο τρόπος που έπαιζε ο Γκάλης. Τότε ήμουν επτά ετών και βλέποντάς τον να κάνει τέτοια όργια και να σκοράρει όπως ήθελε, είπα στον πατέρα μου ότι θα ήθελα να γίνω σαν αυτόν» θυμάται ο Βασίλης, χωρίς να κρύβει τη χαρά και την υπερηφάνεια του για τα κομπλιμέντα τα οποία κατά καιρούς του έχει επιδαψιλεύσει ο «γκάνγκστερ».

«Ο Γκάλης είναι ο... Γκάλης και τα σχόλιά του έχουν μεγάλη βαρύτητα» σχολιάζει. «Νιώθω χαρά και τιμή κάθε φορά που τον ακούω να μιλάει για μένα και πραγματικά θα ήταν ευχής έργον εάν είχα κάποια στιγμή την ευκαιρία να τον συναντήσω, να κουβεντιάσω μαζί του για το μπάσκετ και να τον ευχαριστήσω για όλα όσα μας έχει προσφέρει».

Τι θαύμασε περισσότερο ο Σπανούλης από το παιχνίδι του Γκάλη; «Κυρίως το ανεξάντλητο ρεπερτόριο και την ικανότητα της σωστής επιλογής του σε κάθε φάση. Οταν όλη η άμυνα πήγαινε πάνω του, ο Γκάλης είχε πάντοτε στο μυαλό του ή έβρισκε από ένστικτο τη σωστή λύση κι αυτό εκτός από ταλέντο προϋποθέτει και μεγάλη πνευματική δύναμη».

Με τη σωκρατική λογική του «γηράσκω αεί διδασκόμενος», ο Σπανούλης δεν παύει ποτέ να καταναλώνει εργατοώρες για να βελτιώνει, ίσως και να επανεφευρίσκει το παιχνίδι του. «Ναι, αυτό είναι γεγονός. Δεν αφήνω τίποτε στην τύχη και δουλεύω σκληρά για να γίνομαι κάθε μέρα καλύτερος» συμφωνεί και επαυξάνει, διευκρινίζοντας πού ακριβώς εστίασε στη φετινή σεζόν:

«Εδωσα μεγάλη έμφαση στις αντιδράσεις μου υπό πίεση και στο πώς θα εκμεταλλεύομαι τις καταστάσεις όταν οι άμυνες προσαρμόζονται πάνω μου. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μετρούν μονάχα τα νούμερα, δηλαδή πόσες ασίστ δίνω κι αν με αυτές ρεφάρω το έλλειμμα των πόντων. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο και χρησιμεύει στην ομάδα είναι ο συντελεστής δημιουργίας και σε αυτόν τον τομέα αισθάνομαι τυχερός, διότι έχω εξαιρετικούς συμπαίκτες».

Πηγή: Goal