Σε ρεπορτάζ αμέσως μετά το ματς είχε γραφτεί ότι ο Κάκος ενοχλήθηκε από το ότι οι παίκτες φόραγαν άσπρη κάλτσα που φαινόταν κάτω από τη μαύρη και ότι είχαν μπαντάρει με υπερβολικό άσπρο τέιπ την κάλτσα. Η διπλή κάλτσα ντάλα καλοκαίρι μοιάζει υπερβολή και το πολύ άσπρο τέιπ ακόμα και σαν μούμια του φαραώ το ίδιο. Λογικά κάτι περισσότερο πρέπει να είχαν κάνει με τις κάλτσες. Εκτός αν ο Κάκος είχε στραβώσει που δεν σφύριζε καλύτερο ματς. Και του στραβωμένου διαιτητή οι κάλτσες του φταίνε.
Με τα ρούχα των παικτών ένας έλεγχος είναι γελοίος. Ο έλεγχος που γίνεται όταν μπαίνει παίκτης-αλλαγή, αν η φανέλα είναι μέσα στο σορτσάκι. Τη βάζει ο παίκτης μέσα στο σορτσάκι, χαίρεται ο τέταρτος που τη βλέπει και με το που τρέξει πέντε μέτρα ο παίκτης, τη βγάζει και παίζει όπως όλοι οι άλλοι. Πριν μια 20ετία, όταν η φανέλα έβγαινε από το σορτσάκι στο ματς, ο διαιτητής του έκανε σύσταση να την ξαναβάλει, αλλά σήμερα η υποχρέωση τελειώνει στην αλλαγή, δεν έχει νόημα να διατηρείται ο κανονισμός.
Το ίδιο αστείος είναι και ο κανονισμός με την απαγόρευση να βγαίνει η φανέλα στους πανηγυρισμούς. Το γυμνό δεν νομίζω ότι ενοχλεί, αφού οι μισοί στην κερκίδα των οργανωμένων είναι γυμνοί από τη μέση και πάνω. Μοιάζει σαν κάποιος, κάπου, κάποτε να πέρασε τον κανονισμό και να έμεινε. Με γελοία αποτελέσματα, πρέπει να πω. Γιατί πόσο πιο σοβαρό είναι ένας παίκτης να μην έχει βγάλει τη φανέλα, αλλά να την έχει γυρίσει πάνω από το κεφάλι και να τρέχει σαν τον Ιγκαμποργκ Κρέιγκ, τον ακέφαλο καβαλάρη, μου είναι δύσκολο να το καταλάβω.
Στο ποδοσφαιρικO dress code ένα θετικό είναι ότι κανένας δεν απαίτησε να υπάρχει ομοιομορφία στο ντύσιμο των προπονητών, στο οποίο η ποικιλία είναι ατελείωτη. Από το gastarbeiter σακάκι του Μιχαλήτσου κοντά στο 2000, μέχρι τα Ermenegildo Zegna του «allenatore» την ίδια εποχή, το ultra casual του Τεν Κάτε που έμοιαζε να βρήκε μια παλιά μπλούζα στο πάτωμα των αποδυτηρίων και να τη φόρεσε και το καρό πουκάμισο του Χριστόπουλου, κάθε ντύσιμο δείχνει και την προσωπικότητα. Και ο θεατής το γουστάρει.
Ιδιαίτερα στα στάδια όπως το ΟΑΚΑ, κάθε στοιχείο που ξεχωρίζει τον έναν παίκτη από τον άλλον είναι πολύτιμο. Είναι που τους βλέπεις σαν μυγάκια, έτσι και μοιάζουνε δεν καταλαβαίνεις ποιος είναι. Η χειρότερη εποχή ήταν όταν είχε γίνει της μόδας να ξυρίζουν τα κεφάλια. Υπήρχαν ματς που νόμιζες ότι το στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ παίζει με το στρατόπεδο του Μπέλσεν. Ιδιαίτερα ομάδες όπως η Παναχαϊκή που είχε κοκκινόμαυρες φανέλες με μαύρους αριθμούς ήταν εφιάλτης να γνωρίσεις τους παίκτες.
Οι παίκτες που παλιότερα είχαν τη μεγαλύτερη ομοιομορφία στο ντύσιμο ήταν οι τερματοφύλακες. Μέχρι τη δεκαετία του '80 σε όλον τον κόσμο φοράγανε μαύρα εκτός από την Αγγλία, που φοράγανε αυτή τη φανέλα με το πατενταρισμένο πράσινο που μερικοί φοράνε ακόμα και σήμερα. Μέχρι περίπου τα μέσα της δεκαετίας που οι τερματοφύλακες το γυρίσανε στο χρώμα. Και ξεσαλώσανε. Γύρω στα τέλη του '90 οι στολές των τερματοφυλάκων ήταν κάτι ανάμεσα σε τερματοφύλακα του χόκεϊ στον πάγο και καλοκαιρινό της Βλαχοπούλου σε ταινία του Δαλιανίδη.
Εχουν πλήρη εικόνα. Ε, και;
Η εκδοχή που έχω από τα επεισόδια της Λιβαδειάς είναι ότι αυτά έγιναν έξω από το γήπεδο, ανάμεσα σε οπαδούς του Ολυμπιακού και ΜΑΤ, και πετάχτηκαν πέτρες από έξω προς τα μέσα. Η εκδοχή αυτή στηρίζεται στην έκθεση του παρατηρητή της Σούπερ Λίγκας, που μπορεί να κατηγορηθεί ότι τον επηρεάζουν, αλλά και στην έκθεση της Αστυνομίας που λαμβάνεται υπ' όψιν στη διαδικασία. Αν υπάρχει κάποια άλλη μαρτυρία ακόμα και το «οπαδοί της Λιβαδειάς είπαν μετά το ματς», θα είναι κάτι. Εστω κάποιος να πει «έτσι άκουσα ότι έγιναν τα επεισόδια». Εχουμε όμως φτάσει να υπάρχουν κατηγορίες χωρίς οι κατήγοροι να μπαίνουν στον κόπο να πουν γιατί κατηγορούν. Χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να πουν πώς φαντάζονται, πώς θα ήθελαν να έχουν γίνει τα επεισόδια στη Λιβαδειά.
Η πλάκα είναι ότι εκτός της μαρτυρίας του παρατηρητή, που αν τα επεισόδια έχουν γίνει έξω από το γήπεδο είναι μικρής αξίας αφού δεν μπορεί να βρίσκεται σε δύο μέρη, την ίδια ώρα υπάρχει και η μαρτυρία του παρατηρητή της Διαρκούς Επιτροπής Αντιμετώπισης της Βίας. Του παρατηρητή δηλαδή της ΔΕΑΒ που ύστερα από τα ματς υποβάλλει την αναφορά του. «Σε ποιον;», ρώτησα. «Στη ΔΕΑΒ», ήταν η απάντηση. «Και μετά;». «Ενημερώνεται ο υφυπουργός Αθλητισμού». «Δηλαδή ο Ανδριανός έμαθε τι έγινε στην Λιβαδειά από τη ΔΕΑΒ;». «Μην το παίξεις και στοίχημα ».
Δεν το παίζω και στοίχημα όπως και δεν παίζω στοίχημα ότι ο Γιάννης Ανδριανός ξέρει το έργο της ΔΕΑΒ η οποία δηλώνει ότι «κατά την αθλητική αγωνιστική περίοδο 2008-2009 χρησιμοποιήθηκαν από τη ΔΕΑΒ 2.731 παρατηρητές οι οποίοι κάλυψαν 2.219 αγώνες του Επαγγελματικού Αθλητισμού και όχι μόνον, με αποτέλεσμα μόνον η ΔΕΑΒ και η Αστυνομία να έχουν πλήρη εικόνα για τα συμβαίνοντα σε όλους τους αγωνιστικούς χώρους». Και είναι ευχάριστο ότι έχουν πλήρη εικόνα, αλλά τι την κάνουν; Την κορνιζάρουν; Επίσης 2.731 παρατηρήσεις σε 2.219 αγώνες πόσο στοίχησαν στον Ελληνα πολίτη για να έχει πλήρη εικόνα η ΔΕΑΒ; Μήπως στη Γραμματεία Αθλητισμού ήρθε η ώρα να το μαζεύουν;
Πηγή: SportDay
Super League
Premier League
Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων
Champions League
Europa League
UEFA Conference League
Bundesliga
Serie A
La Liga
Ligue 1
Superleague 2
Κύπελλο Ελλάδας
Euroleague
Basket League
NBA
Eurocup
Basketball Champions League
Volley
Tennis
Πόλο
Στίβος
Αυτοκίνητο