Ήταν το 79ο λεπτό του τελικού στο «Πράτερ», μετέπειτα «Ερνστ Χάπελ» της Βιέννης: η Πόρτο έχανε 1-0 από νωρίς (από το 25’ με γκολ του Κεγκλ), αλλά ξαφνικά ξανάμπαινε στο παιχνίδι χάρη σε μία φαινομενικά αθώα, αλλά παράλληλα ιδιαίτερα «δηλητηριώδη», τεχνική του Ματζέρ που, με την πλάτη στο τέρμα του Πφαφ, μ’ ένα εντελώς φυσικό τρόπο και χωρίς την παραμικρή δύναμη έστελνε τη μπάλα στα δίχτυα αφήνοντας άναυδη, και κυρίως άφωνη τη γερμανική άμυνα. Και πάνω που, καλά, καλά δεν είχε προλάβει ακόμη να πανηγυρίσει το αριστούργημά του, δύο λεπτά αργότερα ο ίδιος παίκτης σέρβιρε στα πόδια του Ζουαρί την ασίστ που θ’ αποτελείωνε τη Μπάγερν χαρίζοντας στους αουτσάιντερ του Αρτούρ Ζόρζε έναν απρόσμενο θρίαμβο.

 

Το γκολ με «τακουνάκι», που κανονικά είναι λάθος, γιατί και ανατομικά να το δεις, πτέρνα λέγεται το πίσω μέρος του ποδιού είναι, παρόλα αυτά, μαζί με το ανάποδο «ψαλιδάκι», που οι Άγγλοι ονομάζουν «ποδήλατο», ένα από τα ομορφότερα που μπορούν να συμβούν κατά τη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Και η πλάκα είναι ότι δεν έχει ούτε συγκεκριμένη ηλικία, ούτε χρειάζεται κανείς ιδιαίτερη δύναμη ή φυσική κατάσταση. Παρά μόνο ποδοσφαιρική αντίληψη και εξυπνάδα να νιώσεις και να αισθάνεσαι τη μπάλα, ακόμη και όταν δεν τη βλέπεις.

«Το γκολ με τακουνάκι είναι Ποίηση που συναντά την Τέχνη», έγραψε κάποτε ο μεγάλος, Ουρουγουανός συγγραφέας, Εδουάρδο Γκαλεάνο. Είναι η ιδιοφυία που εκρήγνυται ξαφνικά. Είναι το αγνό και καθαρό ποδόσφαιρο που απεγκλωβίζεται από τα συστήματα και ξεπερνάει τα σύνορα της πραγματικότητας και της μαγείας. Εφόσον πετύχει είναι μία ασυνείδητη, αλλά και θαρραλέα εξέγερση προς το άγνωστο, γιατί αν αποτύχει κινδυνεύει, ο πρωταγωνιστής να βυθιστεί στα «ούουου» της εξέδρας.

 

Πέρα από την όποια λογοτεχνική ερμηνεία, συνήθως πετυχαίνει. Και όταν πετύχει, τότε είναι ακριβώς που αποκτάται η λεγόμενη «ποδοσφαιρική αθανασία». Ο Ρεδόνδο, για παράδειγμα σ’ ένα Ρεάλ Μαδρίτης- Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα μείνει για πάντα ως πνευματικός ιδιοκτήτης του «Taconazo», της πάσας με το τακούνι που έδωσε στον εαυτό του σερβίροντας ύστερα τον Ραούλ. Ο Ροναλντίνιο, ο Τόττι, ο Ζιντάν, ο Ιμπραχίμοβιτς ή ο Ντελ Πιέρο, σκόρερ με τακουνάκι στον τελικό Champions League το ΄97, δεν έχει σημασία αν χαμένο από τη Ντόρτμουντ υπήρξαν οι μεγαλύτεροι λάτρεις της συγκεκριμένης τεχνικής. Η’ ο Ρομπέρτο Μαντσίνι, που σ’ ένα Πάρμα- Λάτσιο, ύστερα από κόρνερ του Μιχαίλοβιτς έστειλε τη μπάλα στο «γάμα» ολόκληρου… Τζανλουϊτζι Μπουφόν.

Το τελευταίο διάστημα λες και ξανάγινε μόδα και απολαύσαμε μερικά τακουνάκια βγαλμένα από έργα Τέχνης. Από τον Μουριέλ, στο Αταλάντα- Μίλαν, με τον Μενιάν να περιμένει σουτ με το αριστερό, τη στιγμή που ο Κολομβιανός είχε ήδη αποφασίσει, ενστικτωδώς να τον νικήσει με το δεξί. Ως τον Μπερνάρντο Σίλβα, στο πρόσφατο Νιουκάσλ- Μάντσεστερ Σίτι (2-3).

 

Αλλοίμονο εάν οι Άγγλοι, που έχουν τρέλα με την πατρότητα του football, γιατί το θεωρούν δική τους εφεύρεση και υπόθεση δεν πήγαιναν να ξεσκονίσουν, την επομένη της νέας μαγείας του Πορτογάλου τα αρχεία σύμφωνα με τα οποία, ανάμεσα στα τέλη του ‘800 και τις αρχές του ‘900, κάποιος Στιβ Μπλούμερ, επιθετικό της Ντέρμπι Κάουντι αναδείχθηκε πέντε χρονιές πρώτο σκόρερ έχοντας πετύχει τα περισσότερα γκολ με τακουνάκι. Φωτογραφικές αποδείξεις, που να το πιστοποιούν δεν υπάρχουν: παρά μόνο διηγήσεις από στόμα, σε στόμα, από προπάππους, σε εγγόνια. Ας είναι. Το «Τακουνάκι του Αλλάχ» όμως, θα μείνει για πάντα χαραγμένο, και μάλιστα πιστοποιημένα, ως ένα από τα ομορφότερα γκολ στην Ιστορία της μπάλας.