Οι άνθρωποι της Amstel που είχαν φροντίσει τα πάντα για αυτό το αξέχαστο και γεμάτο εμπειρίες διήμερο, έκρυβαν άσους στο μανίκι. Ασους που έβγαζαν κάθε λίγο και λιγάκι. Πότε με το tour μέσα στην πανέμορφη Στοκχόλμη, πότε με τα πάρτι, πότε με τις θέσεις που μας είχαν κρατημένες στο γήπεδο.

H Amstel είναι ένας από τους μεγαλύτερους χορηγούς του Europa League και όσο πιο πολύ την «πλησίαζες», όσο πιο κοντά ερχόσουν με τους ανθρώπους της που σου έλυναν τα χέρια από το πρωί μέχρι το βράδυ, τόσο αντιλαμβανόσουν το μέγεθός της.



Στη Στοκχόλμη φτάσαμε λίγο πριν από τη 1 το μεσημέρι τοπική ώρα τηςΤετάρτης. Το πούλμαν γεμάτο Ελληνες, οπότε είναι περιττό να πούμε για τα αστεία και τα ευφυολογήματα που ακούγονταν κάθε λίγο και λιγάκι για τις δίμετρες ξανθιές που συναντούσαμε ανά… ένα μέτρο.

Ολοι νομίζουμε ότι πάμε στο ξενοδοχείο για ξεκούραση. Λάθος. Το πάρτι μόλις ξεκινά. Λίγο έξω από την καταπράσινη πόλη (μόνο τα κτίρια δεν είναι πράσινα και οι δρόμοι), με τα θαλάσσια κανάλια να σφιχταγκαλιάζουν το «κορμί» της και τα τουριστικά πλοιάρια να ανεβοκατεβαίνουν, πάμε στο πρώτο από τα τρία events.

 



Δέντρα, γρασίδι παντού στη Στοκχόλμη. Ποτάμια και λίμνες γύρω-γύρω να σφίγγουν τη φύση σα το φίδι που πνίγει το θύμα του. Κι εμείς θύματα ήμασταν. Της ομορφιάς της, της οργάνωσής της ακόμα και στη… φορά του αέρα, της τάξης και της καθαριότητας.

Ο ήλιος λάμπει, έχουμε πετάξει σακάκια, μπουφάν και λέμε πόσο τυχεροί είμαστε. Πλησιάζουμε στο πάρκο όπου μας αφήνει το –με wi-fi- πούλμαν, και οι μυρωδιές από τα ψημένα κρέατα μας… καλούν σαγηνευτικά, όπως οι πανέμορφες σερβιτόρες με τους δίσκους γεμάτους burger, πίτσες, τυριά, αλλαντικά, και μπύρες. Πολλές μπύρες, άπειρες Αmstel.

 

 



Καθόμαστε, χαιρόμαστε την ομορφιά του τοπίου και φυσικά οι φωτογραφικές μηχανές των κινητών τηλεφώνων κοντεύουν να… καούν. Κουκλίστικο το μέρος και δεν θέλεις να φύγεις. Η ώρα περνάει και φεύγουμε για την ξενάγηση στην πόλη. Στη νέα και στην παλιά. Παλάτια με 1000 δωμάτια, η Βουλή της… μητέρας Σουηδίας που αγναντεύει τη θάλασσα και καλωσορίζει τους επισκέπτες, ο κόσμος τάβλα στην πρασινάδα, ενώ άλλοι κάνουν τζόκινγκ και δε θυμίζουν σε τίποτα τους Αθηναίους που τρέχουν σαν τρελοί.

Άλλος κόσμος. Αυτός είναι πολιτισμός, αυτή είναι ζωή κάθε ώρα και στιγμή. Με σεβασμό στον συνάνθρωπο, στον πεζό όταν περνάει τα δρόμο, στον πελάτη όταν μπαίνει κάπου να αγοράσει.

Περπατάμε στην παλιά πόλη, βγάζουμε φωτογραφίες στο πλακόστρωτο και τα παρτέρια με τα χρωματιστά λουλούδια είναι τόσα πολλά και εντυπωσιακά που ακόμα και οι άντρες τα φωτογραφίζουν πειράζοντας ο ένας τον άλλο.

Κόβουμε τις βόλτες μας, ακούμε προσεκτικά την ξεναγό με τις ενδιαφέρουσες πληροφορίες και ο Μάνος Ιατρείδης, ο φύλακας-άγγελός μας από την Αθηναϊκή Ζυθοποιία, λέει να φύγουμε. Όχι όμως για το ξενοδοχείο να… αράξουμε χαλαρά και ελληνικά. Ξανά πίσω στο πάρτι, τρίτος και τέταρτος γύρος με μπύρες κα μπεργκεράκια, μια μικρή μπάντα στα κόκκινα παίζει για χατίρι μας τον Ζορμπά και ο κόσμος ξεσπάει σε χειροκροτήματα.



Η μεγάλη ώρα ζυγώνει. Ολοι ανυπομονούμε να πάρουμε το δρόμο για το Friends Arena, τη γηπεδάρα του τελικού, όπου Αγιαξ και Μάντσεστερ θα έδιναν τη μάχη. Ωστόσο, έχουμε παρατηρήσει ότι πουθενά στα κεντρικά σημεία της πόλης, πουθενά όμως, δεν υπάρχουν οπαδοί των δύο ομάδων, αλλά ούτε και αυξημένα μέτρα ασφαλείας. Αναρωτιόμασταν «τι τους έκαναν; Που τους πήγαν;».

Το τρίπατο Friends Arena είναι ανάμεσα σε πολυκατοικίες και τον… ΟΣΕ, ενώ δίπλα του υψώνεται περήφανο ένα μίνιμαλ στην όψη ξενοδοχείο. Το θέαμα, ειδικότερα όσο βραδιάζει, υπέροχο και χρωματιστό, παρά το «ατσάλινο» περίβλημα του 50.000 θέσεων γηπέδου.


Τα ωραιότερα μόλις αρχίζουν. Στην είσοδο του Lounge που μας είχε εξασφαλίσει η Amstel, μας… ψάχνει πάνω-κάτω μια κούκλα που αν σου έλεγε να… βγάλεις ό,τι είχες και δεν είχες, απλά θα εκτελούσες εντολές ασυναίσθητα. Χαμογελαστοί όλοι τους και ευγενικοί στο γήπεδο. Μοίραζαν το κασκόλ του τελικού και ανεβαίνοντας προς το Lounge συναντούσες στα σκαλιά ατάκες θρύλων του ποδοσφαίρου. Από Γιόχαν Κρόιφ μέχρι Ντέιβιντ Μπέκαμ και φυσικά Ζλάταν Ιμπραχίμοβιτς, όπως τον προσφωνούν οι συμπατριώτες του.

Στο Lounge είναι τουλάχιστον 1000 άτομα. Ο σεφ Ελληνας και τα εδέσματα δε σε αφήνουν… σε ησυχία με το άρωμά τους, τη γεύση τους, ακόμα και την καλαισθησία τους στις πιατέλες. Το φαγητό που πάει κι έρχεται αντιστοιχεί σε… 10.000 άτομα. Το ίδιο και οι Amstel, το κρασί, τα κοκτέιλς στα χλιδάτα μπαρ. Aπλά δεν τέλειωναν ποτέ και η ποικιλία των γεύσεων ήταν τόση, που αδυνατούσες να δοκιμάσεις τα πάντα. Για την ακρίβεια δεν μπορούσες να δοκιμάσεις ούτε το… 1/5.



Τα events και οι… δραστηριότητες συνεχίζονται. Σε λίγη ώρα φέρνουν τη μεγαλοπρεπή κούπα του Europa. Μπορείς να μην περιμένεις στην ουρά; Δεν μπορείς. Το κάνεις κι αυτό κι ο ένας φωτογραφίζει τον άλλο.



Ας ανοίξουμε την πόρτα όμως του Loungeνα δούμε το γήπεδο. Είναι… καλό; (χαχαχαχαχα). Ανοίγεις την πόρτα και μετά… το στόμα. Τρία διαζώματα ημιγεμάτα που σιγά σιγά αρχίζουν να «χάνουν» τα καθίσματά τους από τον κόσμο. Αριστερά μας οι Αγγλοι, δεξιά οι Ολλανδοί που κέρδισαν τις εντυπώσεις. Οι οπαδοί του Αγιαξ μάλιστα είχαν κατακλύσει το γήπεδο τουλάχιστον δύο ώρες πριν, σε αντίθεση με εκείνους της Γιουνάιτεντ.


Τραγούδι non stop, all the time.

Οι ιπτάμενοι θα σκάσουν πρώτοι στο χόρτο για ζέσταμα και οι οπαδοί του Αγιαξ θα σηκώσουν το γήπεδο. Το ίδιο 15-20 λεπτά μετά, με τη ManU. Μουσική παντού, χαμόγελα, όρεξη για απόλαυση, για υγιή θέαση και μοναδικές εικόνες. Όλα παίρνουν σειρά, στον αυτόματο. Τα κινητά δουλεύουν ασταμάτητα για φωτογραφίες και βίντεο, το ίδιο και η κουβεντούλα στα άνετα δερμάτινα καθίσματα του ποδοσφαιρικού ναού.

Ημίχρονο και ξανά στο Lounge. Οι αθεόφοβοι έχουν ξαναγεμίσει τα πάντα και σερβίρουν το κλασικό σουδέζικο χοτ-ντογκ. Oλοι με ένα στο χέρι και με τι άλλο να το συνοδεύσεις; Με μια παγωμένη Amstel, από τις… 10.000 που πρέπει να καταναλώθηκαν μόνο στο δικό μας section του γηπέδου.
Με τη λήξη κι αφού ο Πογκμπά δίνει το σόου του μπροστά στους εκστασιασμένους Αγγλους οπαδούς, παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής. Ο Μάνος από την Αθηναϊκή Ζυθοποιία έχει… άγριες διαθέσεις και μας πάει στο ξενοδοχείο, αλλά όχι για ύπνο. Το πάρτι Νο3 είναι εκεί και μας περιμένει.


Κόκκινοι «κουβάδες γεμάτοι μπύρες Amstel σε κάθε τραπέζι, γευστικές σάλτσες για τα πατατάκια και τα νάτσος και σουηδικά κεφτεδάκια να συμπληρώνουν το μενού, που και οι ίδιοι απορούσαμε… πως το φέρναμε βόλτα.



Η ώρα περνάει και η μουσική δυναμώνει. Οι Amstel ρέουν άφθονες, σαν τα υδάτινα κανάλια της Στοκχόλμης που «σκίζουν» με χάρη τη σκανδιναβική Γη. Η ώρα περνάει είπα ε; Ναι. Πέρασε και το μπαρ χαμηλώνει τη μουσική. Διότι οι περισσότεροι έχουν φύγει και οι μόνοι που έμειναν, ποιοι να είναι άραγε; Οι Ελληνες –και δη οι δημοσιογράφοι. Μέχρι που το κλείσαμε γιατί αν δεν τερμάτιζε η μουσική, ακόμα εκεί θα ήμασταν.

Το πρωινό είναι η πιο χαλαρή στιγμή του ταξιδιού. Το πρόγευμα του σικ Clarion Hotel που εκτείνεται τόσο ώστε να περνάει… δρόμος από κάτω του, είναι πλούσιο. Τα πάντα όλα που λέει και μια ψυχή. Και μια πρωινή βόλτα στους άδειους δρόμους της –σε αργία, δε μάθαμε ποτέ το γιατί- Στοκχόλμης, ήταν ό,τι έπρεπε. Περίπατος στα πάρκα και μια βόλτα στα μαγαζιά που άνοιξαν από τις 11 το πρωί και μετά.

Ο χρόνος προχωρούσε πιο γρήγορα όμως, όσο και να… θυμώναμε με αυτό. Πακετάρισμα, πούλμαν και βουρ για αεροδρόμιο. Το Arlanda είναι θεόρατο. Φιλικό παρά τα… χρονάκια του, αλλά φιλόξενο όπως όλοι.

Μεσημεράκι, μετά τα ψώνια στα duty free, επιβιβαζόμαστε στις Σκανδιναβικές αερογραμμές και ένα μαγευτικό ταξίδι, με δραστηριότητες… βδομάδας και βάλε, μετράει αντίστροφα.

Τελειώνουν άραγε τα ωραία ταξίδια; Εγώ θέλω να λέω όχι. Απλά ανανεώνουν το ραντεβού τους με την εμπειρία. Προορισμός; Ποιος ξέρει. Το ταξίδι άλλωστε μετράει, που έχει απ’ όλα τα αρώματα όπως και η μπύρα Amstel.