Τη διήγηση που ακολουθεί την πρωτάκουσα πριν από μερικά χρόνια σαν ανέκδοτο. Την ξανασυναντώ, σήμερα ως ανάπλαση ενός περιστατικού που -δήθεν- συνέβη. Είναι ευχάριστη, ακόμη και ως παραβολή. Ο χρόνος που συνέβη το περιστατικό τοποθετείται προς το μέσο της δεκαετίας του '90. Το «Εμπασυ» στο Κολωνάκι δεν παίζει πλέον Σταμάτη Γαρδέλη και Στάθη Ψάλτη.
Ετοιμάζεται για να προσαρμοστεί στις αλλαγές της πλατείας που έρχονται. Ο καπουτσίνο στο «Da Capo» είναι μικρή τελετουργία και μία δήλωση: «Είμαι κάποιος». Παρασκευή. Στην πλατεία, γύρω στις 11:30 το πρωί, ένα Datsun γεμάτο άσπρες πλαστικές καρέκλες παρκάρει με άνεση. Από μέσα βγαίνει ένας τύπος Σάντα Μπάρμπαρα, πενηντάρης με «χρυσό» ρόλεξ, «χρυσό» δαχτυλίδι με μαύρη πέτρα, φα- καντόρο στον λαιμό και δυο ολόχρυσα δόντια που λάμπουν στον μεσημεριανό ήλιο. Ο Κώστας ο τροχονόμος, διορισμένος το 1988 με σημείωμα Κλαδικής στη δύση της, αρχίζει να φωνάζει: -« Εϊ...! Πού παρκάρεις εδώ, ρε φίλε, απαγορεύεται, δεν βλέπεις;» και την ώρα που είναι έτοιμος να του ρίξει την κλήση, του πασάρει στη ζούλα ένα πεντοχίλιαρο ο Τζίπσι: «Για ντο καφεντάκι. Και πού 'σαι, γαλονάτο μπαλαμό, να μου προσέχεις την κούρσα και το εμπόρεμα μέσα, νταξ;». Και τότε όλο το Κολωνάκι μένει με ανοιχτό το στόμα. Απ' τη δεξιά πόρτα του Datsun ξεπροβάλλει μια ξανθιά αλφαδιασμένη δίμετρη, με ψηλές μαύρες γόβες, ξώπλατο, ξώβυζο, σχιστό φόρεμα, καλσόν δικτυωτό από μέσα. Αβάδιστα, αβασάνιστα φιδίσιο κορμί. Μπροστά της η Βικτόρια Σίλβστεντ δεν πιάνει μία. Κάποιος αναρωτιέται φωναχτά: «Πού το χτύπησε τέτοιο "παιδί" ο Τζίπσι; Να σκίσω τα Βερσάτσε μου».
Να μη μακρηγορώ, μπαίνουν χεράκι χεράκι σε ένα από τα γνωστά κοσμηματοπωλεία του Κολωνακίου. «Τι θα επιθυμούσε ο κύριος;», ρωτάει με ξινισμένη μούρη, λίγο κολωνακιώτικο φλέγμα και έτοιμος να φωνάξει «ληστεία!» ο κοσμηματοπώλης . «Ακου, μπαλαμό μάστορη, τέλω να κάνει ένα ντώρο στο κοπέλα. Ενα περιντέραιο μαλαματένιο να 'χει ντιαμαντάκι σπέσιαλ». «Ο,τι επιθυμείτε, αγαπητέ κύριε», αλλάζει ύφος ο μάστορης μπαλαμός όταν διαπιστώνει προοπτικές ρευστού κι ανοίγει μια κασετίνα: «Αυτό πώς σας φαίνεται; Η τιμή του βέβαια είναι γύρω στο 1.500.000 δραχμές... «Μα τι λέει, κύριος;», τα παίρνει ο Γύφτος. «Είπα τέλω το καλύτερο που έκεις. Πιάσε κάτι κρυσό που να φέγγει πολύ». Με τα πολλά βρίσκουν το επιθυμητό κόσμημα. «Αυτό είναι το πιο ακριβό κόσμημα για τον λαιμό που έχουμε, αγαπητέ μου. Είναι χειροποίητο από ατόφιο χρυσάφι, με λεπτά ακατέργαστα διαμάντια και κοστίζει 30.000.000 δραχμές». «Σσσσσσσσωραίος», αναφωνεί όλος ικανοποίηση ο Αθίγγανος. «Ντύσου το, παιντί μου, και κοίτα μέσα κατρέφτη. Σου αρέσει κατόλου;». Τρελαίνεται η μικρή τσαπερδονοκωλοσφυρίχτρα καλλονή και συναινεί, μετά πολλών επιφωνημάτων και γατίσιων κωλοτριψιμάτων τρυφερότητας. Τότε βγάζει ο Γύφτος μια επιταγή 30 εκατομμυρίων δραχμών κι άλλη μια 5 εκατομμυρίων δραχμών και τις αφήνει πάνω στη γυάλινη προθήκη, μπροστά στον εμβρόντητο κοσμηματοπώλη, που αρχίζει να βλέπει μπροστά του διακοπές στη Μύκονο και μία καινούργια Μερτσέντες. Ρωτάει, όμως απορημένος: «Η δεύτερη επιταγή, γιατί;». Και ο «πελάτης» με ύφος μεγαλόθυμο, λαρτζ, όπως λέγεται πλέον ελληνικά, απαντάει: «Γκια σένα, μάστορη, να πίνεις ένα φραπέ στο υγκεία μου.». Ο κοσμηματοπώλης που κρατά στα χέρια τις επιταγές, ακόμη δεν το πιστεύει αλλά κάνει τις επιβεβλημένες δεύτερες σκέψεις. Το μωρό συνεχίζει να κοιτάζεται στον καθρέφτη με το περιδέραιο στον λαιμό, να το χαιδεύει και ο συμπαθής Αθίγγανος από πίσω να «χαϊδεύει» κάτι άλλο και να έχει ένα λιγάκι ονειροπόλο βλέμμα.
Φινάλε με πολλές εφαρμογές
Ο κοσμηματοπώλης, μετά την πρώτη έκπληξη και τις ονειροπολήσεις, θυμάται δυο-τρεις περιπτώσεις συναδέλφων του, που βιάστηκαν να κλείσουν εισιτήρια για τις Μπαχάμες και ανακάλυψαν ότι οι επιταγές που τους είχαν δώσει δεν έφταναν ούτε για χαρτοπόλεμο, χώρια ότι είχαν «χάσει» ορισμένα πανάκριβα κομμάτια από το εμπόρευμά τους.
Οπότε, παίρνει ένα ευγενικό ύφος -γιατί στο εμπόριο ποτέ δεν ξέρεις- και απευθύνεται με ένα μικρό διακριτικό βηχαλάκι στον Τζίπσι που θαυμάζει το μωρό και ονειρεύεται διάφορα «ακατονόμαστα». «Κοιτάξτε, κύριέ μου, δεν θέλω βέβαια να σας προσβάλω, αλλά είμαι υποχρεωμένος να κάνω επιβεβαίωση στην τράπεζα, ότι οι επιταγές έχουν αντίκρισμα. Είναι μια τυπική διαδικασία. Καταλαβαίνετε... Και μια και σήμερα είναι Σάββατο δεν μπορεί να γίνει αυτό. Αν θέλετε, αφήστε μου τις επιταγές, πάρτε την απόδειξη και να έρθει η κυρία να πάρει το κόσμημα τη Δευτέρα το πρωί. Δώστε μου το τηλέφωνό σας να σας ειδοποιήσω ο ίδιος προσωπικά». «Νταξ, κατέστημα... Νταξ... κι εγκώ επιχειρήσεις έκω και ξέρω... καταλαβαίνω», λέει ο Τζίπσι. «Γκοργκόνα μου, τα έρτεις εντώ στο κύριος τη Ντεφτέρα να πάρεις τα λαμπερά σου... το μπαλαμό είναι εξηγκιμένο... σπατί
».
Το ζεύγος αναχωρεί αφήνοντας επιταγές και περιδέραιο στα χέρια του κοσμηματοπώλη με την «γκοργκόνα» να έχει εξαφανίσει την απόδειξη εν ριπή οφθαλμού. Δευτέρα πρωί ο κοσμηματοπώλης, αξημέρωτα, εμφανίζεται στην τράπεζα που ήταν και κοντά στην πλατεία. Εκεί, ανακαλύπτει ότι φυσικά είναι ακάλυπτες οι επιταγές. Παίρνει λοιπόν τον Γύφτο τηλέφωνο: «Συγγνώμη, κύριε, δεν μπορώ να δώσω το κόσμημα γιατί, ξέρετε, η τράπεζα μπλα μπλα....». «Ελα μωρέ, ντεν πειράζει τώρα... παιντιά είμαστε; Σε αφήνω τον κολιέ και επιταγκές. Εφκαριστώ, όμως, μέσα από καρντιά μου γκιατί εγκώ όλο Σαββατοκύριακο το έκανα το γκοργκόνα ψαροκόκαλο στο πήντημα». Αγαπητέ αναγνώστη, βάλε τώρα όπου «Γύφτος» τους Ελληνες πολιτικούς που κυβέρνησαν τον τόπο, όπου «κοσμηματοπώλης» την Ε.Ε. κι όπου «γκόμενα» τη χώρα και θα το συλλάβεις το νόημα.
ΠΗΓΗ: SportDay
Super League
Premier League
Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων
Champions League
Europa League
UEFA Conference League
Bundesliga
Serie A
La Liga
Ligue 1
Superleague 2
Κύπελλο Ελλάδας
Euroleague
Basket League
NBA
Eurocup
Basketball Champions League
Volley
Tennis
Πόλο
Στίβος
Αυτοκίνητο