Δείτε την ταινία εδώ:

Δεκαπενταύγουστος στη σύγχρονη Αθήνα. Ένα πρεζάκι, ο Τσίου, αναζητά απελπισμένος τη δόση του αλλά τέτοια μέρα... τέτοια λόγια. Αποτείνεται στην αδερφή του για να τον βοηθήσει και αυτή αλλού, και ο αλλού αλλού... και τελικά μπλέξιμο!

Εντελώς συνοπτικά λοιπόν τα είπαμε όλα όσα χρειάζεται να ξέρετε για αυτή την ελληνική ταινία του πρωοτεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, που υπογράφει και το σενάριο, Μάκη Παπαδημητράτου. Τα υπόλοιπα πρέπει να τα παρακαλουθήσετε επί της οθόνης. Το όλο εγχείρημα είναι αξιοθαύμαστο για πολλούς και ποικίλλους λόγους. Ας τους πάρουμε έναν έναν.

Πως είναι δυνατόν κάποιος να χτίζει ένα στόρυ με βάση τα ναρκωτικά αλλά να είναι τόσο κωμικό; Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει δευτερόλεπτο στην ταινία, λόγω του σεναρίου και των ασταμάτητων σπαρταριστών ατακών, που ο θεατής να έρχεται σε θέση να λυπηθεί τον ήρωα ή όλους τους υπόλοιπους εθισμένους χαρακτήρες, που παρελαύνουν περιχαρείς μπροστά από τη κάμερα. Η ιστορία εν τη γενέσει της έχει εκείνο το στοιχείο, απόρρεια του ταλέντου του Παπαδημητράτου, που κάνει οτιδήποτε καταγράφει η κάμερα και είναι σχετιζόμενο με... ουσίες, απλές αναφορές που εξυπηρετούν την ιστορία και την εξελίσσουν και όχι για να μας βγάλουν κάποιο συγκεκριμένο συναίσθημα ή να μας προβληματίσουν. Ο στόχος είναι ευθύς εξαρχής ένας και μόνο. Να γίνει μια ταινία αμιγώς κωμωδία.

Το σενάριο είναι πολύ αξιόλογο και διακατέχεται από χιούμορ κα φρεσκάδα, που άνευ υπερβολής δεν έχω συναντήσει σε σύγχρονη ελληνική ταινία. Υπάρχουν ατάκες αλλά ακόμα και κάποιες συγκεκριμένες δράσεις, που βγάζουν άφθονο και αβίαστο γέλιο. Το χιούμορ του Παπαδημητράτου είναι πολύ πνευματώδες, σε ζηλευτό θα έλεγε κάποιος βαθμό, από όλους εκείνους που προσπαθούν να κάνουν κωμωδία αλλά δεν τα καταφέρνουν, πιθανόν γιατί τους τρώει περισσότερο πόσα χιλιάρικα θα βάλουν στην τσέπη τους παρά στο πόσο περισσότερο θα διασκεδάσει το κοινό με το έργο τους. Στον «Τσίου» το αποτέλεσμα είναι αντιστρόφως ανάλογο. No budget story, χαραγμένο όμως ένα μεγάλο χαμόγελο στο θεατή μετά την παρακολουθησή του.

Την ίδια στιγμή όμως ο θεατής ψάχνει να βρει την αλήθεια κάπου στη μέση, λόγω κάποιων ακραίων ερωτημάτων και διλημμάτων που προκύπτουν. Γιατί ήταν όλα τόσο φτωχά; Γιατί δεν έπεσαν λεφτά στην παραγωγή. Πως όμως το αποτέλεσμα είναι τελικά τόσο καλό; Γιατί είχαν ταλέντο οι συμμετέχοντες. Άραγε, πόσο καλύτερο θα μπορούσε να ήταν αν είχαν πέσει λεφτά στην παραγωγή; Ας μην κάνουμε εικασίες... Ή θα ήταν περισσότερο ιλουστρασιόν που δεν θα άρμοζε στον «Τσίου» ή θα είχε εκτοξεύσει την ποιοτητά του στα ύψη. Ζούμε για να βιώνουμε, βιώνουμε για να μαθαίνουμε, μαθαίνουμε για να εξελισσόμαστε. Αν αυτή την αλληλουχία την έχει κάποιος στο Κέντρο Κινηματογράφου στη συνειδησή του τότε βλέποντας τον «Τσίου» θα πρέπει να πέσει σε βαθιά περισσυλογή.

Έτσι λοιπόν ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί, όσο και οι υπόλοιποι συντελεστές, βάλαν τα δυνατά τους, βάλαν και λεφτά από τη τσέπη τους, και έκαναν αυτό το ακατέργαστο διαμάντι. No money, no κατεργασία αδάμαντος. Αλλά το ταλέντο, ταλέντο! Όλοι τους αξίζουν συγχαρητήρια. Δεν υπήρξε κάποιος ή κάτι, που να αποσπά την προσοχή από την εξέλιξη της ιστορίας και να μας κάνει να κάνουμε αρνητικά σχόλια, από την ηθοποιία μέχρι τα σετ. Αφενός γιατί οι ερμηνείες, και η σκηνοθεσία του Παπαδημητράτου, ήταν αξιόλογες και αφετέρου διότι άπαξ και συμβιβαστεί ο αμφιβληστροειδής σας με το «φτωχό» της παραγωγής μετά αυτό θα είναι και το τελευταίο που θα σας απασχολεί. Με τόσο γέλιο, τύφλα να ‘χουν τα στούντιο της Universal.

Δεν μπορείς να κλείσεις ένα άρθρο για μια ταινία σαν και αυτή με επιπλέον εγκωμιαστικά σχόλια ή με επιπλέον εντοπισμό και ενασχόληση με τα αρνητικά του φιλμ. Προσπάθειες σαν το «Τσίου» είναι τόσο σπάνιες στη χώρα μας όσο και η περίοδος βροχόπτωσης στη Σαχάρα. Αν έβγαιναν τόσο αστείες ταινίες και γενικά τόσο καλά σεναριακά και σκηνοθετικά εγχειρήματα πιο συχνά τότε όλοι θα είχαμε έναν λόγο να είμαστε περήφανοι για το ελληνικό σινεμά και όχι να βρίζουμε θεούς και δαίμονες που λίγοι νοματαίοι μοιράζονται το πολύ μέλι! Προς το παρόν μοιραστείτε με τους κοντινούς σας ανθρώπους τη χαρά της θέασης αυτού του δροσερού φιλμ, που θα διασκεδάσει το δίχως άλλο. Όμως τρέξτε τώρα... παίζεται μόλις σε μία αίθουσα!!!

Κριτική ταινίας από Cinemascope: