Τη δική της δημόσια τοποθέτηση για την ταινία «Καποδίστριας» έκανε η Άντζελα Γκερέκου, με αφορμή –όπως σημειώνει– ορισμένες κριτικές των τελευταίων ημερών, οι οποίες χαρακτήρισαν το έργο ακόμη και ως «εμμονική αγιογραφία». Η ανάρτησή της, δεν μένει στο επίπεδο μιας απλής υπεράσπισης της ταινίας: ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για το πώς η ελληνική κοινωνία στέκεται απέναντι σε πρόσωπα υψηλού ηθικού αναστήματος και απέναντι στην ίδια την έννοια της θεσμικής συγκρότησης.

Η Γκερέκου τονίζει ότι μελετά εδώ και χρόνια το έργο και την προσωπικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια και επιμένει πως το να αντιμετωπίζεται μια κινηματογραφική δημιουργία σαν σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας είναι βασικό λάθος αφετηρίας. «Ο κινηματογράφος δεν είναι ιστορικό σχολικό εγχειρίδιο, αλλά ερμηνευτική τέχνη», υπογραμμίζει, ξεκαθαρίζοντας ότι η ταινία επιχειρεί να φωτίσει «τον άνθρωπο πίσω από την Ιστορία».

Στο επίκεντρο της παρέμβασής της βρίσκεται η επιλογή του Γιάννη Σμαραγδή να μην παρουσιάσει έναν «ουδέτερο» Καποδίστρια. Όπως σημειώνει, ουδετερότητα στην ιστορική αφήγηση δεν υπάρχει, αφού κάθε αφήγηση είναι επιλογή οπτικής. Κατά τη Γκερέκου, ο σκηνοθέτης ανέδειξε συνειδητά τον Καποδίστρια ως ηθικό και πολιτικό πρόσωπο «υψηλής ευθύνης» σε μια χώρα που –διαχρονικά– δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη συλλογική πειθαρχία, τη θεσμική συγκρότηση και την υπέρβαση των ιδιωτικών συμφερόντων.

Με αυτό το πλαίσιο, η ίδια γυρίζει το επιχείρημα των επικριτών ανάποδα: αν η ανάδειξη ενός τέτοιου ηγέτη βαφτίζεται «αγιογραφία», τότε –λέει– ίσως το πρόβλημα δεν είναι η ταινία, αλλά η δική μας αμηχανία απέναντι σε υψηλά πρότυπα. Σε μια εποχή κυνισμού και «εύκολης αποδόμησης», η παρουσίαση ενός πολιτικού με όραμα, αξιακά όρια και προσωπικό κόστος «ενοχλεί», τονίζει, φωτογραφίζοντας μια κοινωνική δυσανεξία απέναντι στην ακεραιότητα.

Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι είναι θεμιτό να εντοπιστούν ατέλειες ή επιλογές που μπορεί να ξενίσουν: δραματουργικά στοιχεία που είναι πιο σχηματικά, χαρακτήρες που λειτουργούν συμβολικά, τόνος που είναι ξεκάθαρα αξιακός. Όμως αυτό –κατά την ίδια– δεν ακυρώνει το εγχείρημα. Αντίθετα, το κάνει απολύτως σαφές: πρόκειται για «ταινία θέσης» και αυτή η θέση έχει σημασία, ακριβώς επειδή προκαλεί διάλογο.

Η Γκερέκου επιμένει ότι η ταινία υπενθυμίζει μια σκληρή ιστορική πραγματικότητα: πως το ελληνικό κράτος γεννήθηκε μέσα από συγκρούσεις όχι μόνο με ξένες δυνάμεις, αλλά και με εσωτερικές αντιστάσεις που έφτασαν έως τα «ακραία όρια» της δολοφονίας του Καποδίστρια, την ώρα που επιχειρούσε να συγκροτήσει ένα κοινό μέλλον για μια αυτόνομη και δυνατή χώρα. Θέτει έτσι ένα διαχρονικό ερώτημα: πώς αντιμετωπίζουμε όσους επιχειρούν να αλλάξουν τις παθογένειές μας;

Στην κορύφωση της ανάρτησής της, ο Καποδίστριας παρουσιάζεται ως «καθρέφτης». Όχι επειδή η ταινία τον εξιδανικεύει, αλλά επειδή μας αναγκάζει να διαλέξουμε: θέλουμε ηγέτες που μας κολακεύουν ή ακέραιους ανθρώπους που μας ζητούν να ωριμάσουμε; Και συμπληρώνει με ευθεία αναφορά στο συλλογικό τραύμα: «Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι οι Έλληνες τον δολοφόνησαν;» – αφήνοντας αιχμή και για την προτροπή των «ξένων φίλων», όπως γράφει.

Κλείνοντας, η Άντζελα Γκερέκου εκφράζει την ελπίδα πως η ταινία θα αποτελέσει αφορμή για έναν ευρύ, ουσιαστικό διάλογο, όχι για να “δικαστεί” απλώς το παρελθόν, αλλά για να αποκομιστούν μαθήματα από ένα τεράστιο ιστορικό λάθος. Στέκεται επίσης στην ανταπόκριση του κοινού: παρά τις κακόβουλες ή επιφανειακές –όπως τις χαρακτηρίζει– κριτικές, οι αίθουσες γεμίζουν, γιατί οι Έλληνες «καταλαβαίνουν, συγκινούνται και συνδέονται» με πρόσωπα-σύμβολα όπως ο Καποδίστριας, που τους κάνουν να νιώθουν περηφάνια και –ίσως το σημαντικότερο– ελπίδα.