Σαν σήμερα, στις 17 Μαρτίου 1988, ο Νικόλας Άσιμος έβαζε τέλος στη ζωή του στο σπίτι του, σε ηλικία μόλις 39 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα αποτύπωμα που δεν χώρεσε ποτέ στα στενά όρια της ελληνικής δισκογραφίας, της πολιτικής ορθότητας ή της κοινωνικής κανονικότητας. Ο Άσιμος δεν ήταν απλώς ένας τραγουδοποιός του ελληνικού ροκ. Ήταν μια μορφή ακατάτακτη, ανυπότακτη, συχνά ενοχλητική, βαθιά πολιτικοποιημένη και ταυτόχρονα αποφασισμένη να μη δεχθεί καμία ταμπέλα.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Νικόλαος Ασημόπουλος. Γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1949 στη Θεσσαλονίκη, με καταγωγή από την Κοζάνη, όπου έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Πριν ακόμη φανεί η καλλιτεχνική του ιδιορρυθμία, είχε δείξει μια εντελώς άλλη πλευρά του εαυτού του: ήταν αθλητής. Ασχολήθηκε με το άλμα εις ύψος, διακρίθηκε στους μαθητικούς αγώνες της Μακεδονίας το 1965, έπαιζε μπάσκετ και παράλληλα υπερασπιζόταν την εστία της τοπικής ομάδας ποδοσφαίρου. Ωστόσο, ακόμη και εκεί έδειχνε πως δεν ήταν φτιαγμένος για να ενταχθεί σε σχήματα και κανόνες. Αρνήθηκε να βγάλει δελτίο, δεν δέχθηκε να “ανήκει” κάπου, και αυτό έμοιαζε να προαναγγέλλει όλη την κατοπινή του ζωή.

Στα δεκαοχτώ του έφυγε για τη Θεσσαλονίκη, όπου πέρασε στο Νεοελληνικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής. Είχε αρχικά στόχο τη δημοσιογραφία, την οποία άσκησε ερασιτεχνικά, και σε ένα από τα πρώτα του κείμενα χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το ψευδώνυμο “Άσιμος”, που στη συνέχεια κράτησε ως μόνιμη σφραγίδα της δημόσιας παρουσίας του. Την ίδια εποχή ασχολήθηκε και με το θέατρο, οργανώνοντας φοιτητικό θεατρικό εργαστήρι και παίζοντας από Αριστοφάνη μέχρι Μολιέρο. Ήταν η περίοδος που αγόρασε και την πρώτη του κιθάρα. Μέχρι τότε έγραφε ποιήματα και στιχάκια, αλλά δεν είχε ακόμη στραφεί ουσιαστικά στη μουσική. Όταν όμως το έκανε, το έκανε με τον δικό του τρόπο: αυτοδίδακτος, ατίθασος, χωρίς μουσικά “πρέπει”.

Το 1973 κατέβηκε στην Αθήνα χωρίς να έχει πάρει πτυχίο και άρχισε να κινείται στον χώρο των μπουάτ και των μουσικών σκηνών της Πλάκας. Τα προγράμματά του δεν ήταν συμβατικά. Συνδύαζαν τραγούδι, σκετς, πολιτικό λόγο, αυτοσχέδιο θέατρο, καταγραφή της εποχής και ανοιχτή πρόκληση απέναντι στο κατεστημένο. Ο Άσιμος δεν ήθελε να είναι απλώς καλλιτέχνης. Ήθελε να παρεμβαίνει. Να ταράζει. Να χαλάει τη βιτρίνα.

Το 1975 κυκλοφόρησε τα πρώτα του τραγούδια σε δίσκο 45 στροφών, το «Ρωμιός – Μηχανισμός», αλλά η πραγματική του διαδρομή χτίστηκε έξω από την επίσημη αγορά. Άρχισε να ηχογραφεί και να διακινεί μόνος του “παράνομες” κασέτες, τις οποίες πουλούσε στα Προπύλαια, στο Πολυτεχνείο, στα Εξάρχεια, στο Μοναστηράκι, στον Λυκαβηττό. Ήταν μια πράξη αυτονομίας, ένα πείσμα να μείνει έξω από τον μηχανισμό που απεχθανόταν, αλλά και μια συνειδητή πολιτική και καλλιτεχνική στάση. Δημιούργησε την Exarchia Square Band, συμμετείχε σε δρώμενα δρόμου, σε συναυλίες, σε μουσικοθεατρικά σχήματα και σε αυτοσχέδιες παραστάσεις που ονόμαζε «Κροκ» και αργότερα «Βόλτα». Δεν έπαιζε απλώς μουσική· καταλάμβανε τον δημόσιο χώρο.

Από νωρίς βρέθηκε απέναντι στην εξουσία. Συνελήφθη, κρατήθηκε στην Ασφάλεια, αγνόησε τις προειδοποιήσεις της λογοκρισίας για τα τραγούδια και τις δημόσιες τοποθετήσεις του. Μετά από μία από αυτές τις περιπέτειες χάθηκε η ταυτότητά του και για 18 ολόκληρα χρόνια δεν έβγαλε άλλη. Όταν τελικά απέκτησε νέα, φρόντισε να αναγράφεται το όνομα που είχε ο ίδιος επιλέξει: Άσιμος. Και μάλιστα, στο πεδίο του θρησκεύματος, υπήρχε η αναφορά: «Άνευ θρησκεύματος». Ήταν κι αυτό μια μικρή, επίμονη δήλωση ύπαρξης.

Ο Νικόλας Άσιμος υπήρξε βαθιά πολιτικοποιημένος, αλλά απεχθανόταν τις κομματικές και ιδεολογικές κατηγοριοποιήσεις. Ξεκίνησε από την Αριστερά, πέρασε από τον αναρχικό χώρο, όμως δεν αποδέχθηκε ποτέ να εγκλωβιστεί σε έναν ορισμό. Δεν ήθελε να του κολλούν ταμπέλες. Και αυτή ήταν ίσως η πιο συνεπής πτυχή του χαρακτήρα του: η άρνηση να γίνει εύκολος, διαχειρίσιμος, προβλέψιμος.

Το 1977 φυλακίστηκε για δύο μήνες μαζί με άλλους πέντε εκδότες και συγγραφείς, με την απίστευτη επίσημη αιτιολογία ότι επρόκειτο για «εξέχουσες προσωπικότητες που επηρεάζουν αρνητικά το κοινωνικό σύνολο». Η φράση αυτή, που τότε χρησιμοποιήθηκε ως κατασταλτική σφραγίδα, έμεινε τελικά ως παράσημο μιας ύπαρξης που δεν σταμάτησε να αναστατώνει το “κοινωνικό σύνολο”.

Το 1981 έγραψε το βιβλίο «Αναζητώντας Κροκανθρώπους» και το 1982 κυκλοφόρησε τον πρώτο μεγάλο του δίσκο, το «Ξαναπές το», στον οποίο συμμετείχαν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και η Χαρούλα Αλεξίου. Ήταν ίσως η στιγμή που το ευρύτερο κοινό μπορούσε να καταλάβει ότι πίσω από τον θόρυβο, τη φήμη του “απροσάρμοστου” και τη διαρκή σύγκρουση, υπήρχε ένας δημιουργός με γνήσιο ταλέντο, ιδιαίτερο λόγο και έντονη καλλιτεχνική ταυτότητα.

Λίγο αργότερα άνοιξε στην Καλλιδρομίου, στα Εξάρχεια, τον περίφημο «Χώρο Προετοιμασίας». Ήταν ταυτόχρονα σπίτι, εργαστήρι, κατάστημα, καταφύγιο, τόπος δημιουργίας και σημείο επαφής με έναν άλλο κόσμο. Εκεί έγραφε, συνέθετε, πουλούσε δικές του κασέτες, βιβλία, χειροποίητα αντικείμενα, μικροπράγματα, όλα μέσα σε ένα περιβάλλον που έμοιαζε περισσότερο με προέκταση του εαυτού του παρά με κανονική επιχείρηση.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν όλο και πιο σκοτεινά. Οι προσωπικές δυσκολίες, οι ψυχικές πιέσεις, οι μεταφυσικές αναζητήσεις, η ενασχόλησή του με το έργο του Κάρλος Καστανιέδα, η περιθωριοποίηση και η ένταση που κουβαλούσε μέσα του, συνέθεσαν ένα πολύ βαρύ φορτίο. Το 1987 οδηγήθηκε βιαίως σε ψυχοθεραπευτική κλινική και λίγο αργότερα βρέθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού, κατηγορούμενος για βιασμό. Αποφυλακίστηκε με εγγύηση, αλλά η εκκρεμής δικαστική υπόθεση και η συνολικότερη ψυχική και υπαρξιακή του πίεση φαίνεται πως τον συνέθλιψαν.

Στις 17 Μαρτίου 1988, ο Νικόλας Άσιμος έφυγε από τη ζωή. Την επόμενη ημέρα, στη Νέα Σμύρνη, φίλοι του τον αποχαιρέτησαν με τη φράση που έμεινε να συνοδεύει τη μνήμη του: «Λέγανε ότι ήσουν απροσάρμοστος, μα εμείς ξέραμε ότι ήσουν ευαίσθητος… Νικόλα, γεια σου, σ’ αγαπάμε…». Ίσως αυτή να είναι και η πιο ακριβής αποτίμηση για τον Άσιμο. Για χρόνια αντιμετωπίστηκε ως ακραίος, αλλόκοτος, προκλητικός, δύσκολος. Πίσω από όλα αυτά, όμως, υπήρχε μια οδυνηρή ευαισθησία, μια αδυναμία να συμβιβαστεί με τον κόσμο όπως ήταν.

Μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν ακόμη δύο δίσκοι, «Το φανάρι του Διογένη» και «Γιουσουρούμ – Στο φαλιμέντο του κόσμου», σαν υστερόγραφες υπενθυμίσεις ότι το έργο του δεν τελείωσε μαζί με τη βιολογική του διαδρομή. Ο Άσιμος έμεινε ως φιγούρα του ελληνικού underground, ως τραγουδοποιός που δεν χώρεσε σε ράφια, ως άνθρωπος που συγκρούστηκε με όλους και με όλα, αλλά κυρίως με την ιδέα ότι ο άνθρωπος πρέπει να προσαρμοστεί για να επιβιώσει.

Σαν σήμερα, 17 Μαρτίου 1988, δεν θυμόμαστε μόνο το τέλος του Νικόλα Άσιμου. Θυμόμαστε μια ζωή ανυπότακτη, αντιφατική, βασανισμένη και γνήσια. Μια ζωή που αρνήθηκε να γίνει βολική. Και γι’ αυτό δεν ξεχάστηκε ποτέ.