«Πέρα απ’ το ότι είναι ο σύντροφός μου και είναι μία απώλεια, ας πούμε, προσωρινά πολύ σοβαρή. Νομίζω το μεγαλύτερο “παλτό”, το τρώει ο Λούης, έτσι στη φάση που είναι. Και προσπαθεί πάρα πολύ, γιατί είναι πολύ δυνατός, να κάνει recovery ας πούμε, και να έρθει πάλι, και να του γίνουν όλα κάπως φυσιολογικά. Ξαφνικά, μία ωραία μέρα έφυγε – και “ωραία τα λέμε το απόγευμα” – και λείπει δυόμισι χρόνια, τρία παρά.

Οπότε καταλαβαίνεις ότι τα παιδιά, όποτε φεύγω εγώ, έχουν την ανασφάλεια: “Τώρα θα γυρίσω πίσω;”. Αυτό ήτανε πάρα πολύ έντονο στην αρχή. Δηλαδή, το πρώτο εξάμηνο νομίζω φρικάρανε τελείως με το που έβγαινα απ’ το σπίτι. Μπορεί να με παίρναν τηλέφωνο, να βάζαν τη μαμά μου που ήτανε σπίτι, να ρωτάνε τη μαμά μου: “Τι ώρα έρχεστε;”. Δηλαδή είχανε μία ανασφάλεια τρομερή, την οποία σιγά-σιγά κάπως κάνουν over. Νομίζω ότι ποτέ δεν φεύγει απ’ το μυαλό τους. Το ότι βγαίνω απ’ την πόρτα, λέω “Γεια, τα λέμε σε λίγο” και καταλάβαινες την περίπτωση… είναι τεράστιο σοκ, που είναι βίωμά τους βέβαια».