Η αιφνιδιαστική απόφαση της Παπούα Νέας Γουινέας να κλείσει άμεσα το αντιπροσωπευτικό γραφείο εμπορίου και οικονομίας της Ταϊβάν στο Πορτ Μόρεσμπι προκαλεί νέα ανησυχία στην Ουάσιγκτον και στις πρωτεύουσες των συμμάχων της στον Νότιο Ειρηνικό.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δήλωσαν «βαθιά ανήσυχες», χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη ακόμη ένα παράδειγμα της εκστρατείας εκφοβισμού που ασκεί το Πεκίνο εναντίον της Ταϊβάν και όσων χωρών διατηρούν σχέσεις μαζί της.

Η απόφαση της Παπούα Νέας Γουινέας ανακοινώθηκε στις 16 Ιουλίου, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με την Ταϊπέι. Το γεγονός, όμως, ξεπερνά κατά πολύ το ζήτημα ενός οικονομικού γραφείου. Αφορά την ενεργειακή ασφάλεια της Ταϊβάν, τον έλεγχο των θαλάσσιων διαδρόμων του Ειρηνικού και την προσπάθεια της Κίνας να υπονομεύσει την αμερικανική παρουσία στη δεύτερη νησιωτική αλυσίδα.

Σύμφωνα με ανάλυση του βετεράνου δημοσιογράφου και προέδρου της συντακτικής επιτροπής των EurAsian Times, Πρακάς Νάντα, η εξέλιξη στέλνει μήνυμα όχι μόνο προς την Ταϊβάν, αλλά και προς την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η δοκιμή πυραύλου στον Νότιο Ειρηνικό

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η χρονική στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση.

Στις 6 Ιουλίου, δέκα ημέρες πριν από την ανακοίνωση της Παπούα Νέας Γουινέας, η Κίνα πραγματοποίησε στον Νότιο Ειρηνικό δοκιμή βαλλιστικού πυραύλου που εκτοξεύεται από υποβρύχιο. Πρόκειται για οπλικό σύστημα σχεδιασμένο να αποτελεί μέρος της πυρηνικής αποτροπής και να εξασφαλίζει δυνατότητα δεύτερου πλήγματος.

Την ίδια ημέρα, η Αυστραλία και τα Φίτζι υπέγραφαν στη Σούβα δύο ιστορικές συμφωνίες, τη Vuvale Union και την Ocean of Peace Alliance, οι οποίες ενισχύουν τις υποχρεώσεις αμοιβαίας άμυνας, τη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας και τους οικονομικούς δεσμούς των δύο χωρών.

Αναλυτές ασφαλείας αντιμετώπισαν την κινεζική πυραυλική δοκιμή ως σαφή προειδοποίηση προς όσους επιχειρούν να ενισχύσουν την περιφερειακή συνεργασία στην Ωκεανία με τρόπο που περιορίζει την κινεζική επιρροή ή δυσκολεύει την απόκτηση στρατιωτικής πρόσβασης από το Πεκίνο.

Η συσχέτιση της πυραυλικής δραστηριότητας με το διπλωματικό πλήγμα κατά της Ταϊβάν ενισχύει την εικόνα μιας συντονισμένης κινεζικής στρατηγικής, η οποία συνδυάζει στρατιωτική επίδειξη, οικονομική πίεση και πολιτική διείσδυση.

Πλήγμα στην ενεργειακή ασφάλεια της Ταϊβάν

Η Παπούα Νέα Γουινέα αναγνωρίζει επισήμως τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, αλλά μέχρι σήμερα διατηρούσε ανεπίσημες εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με την Ταϊβάν. Αντίστοιχο μοντέλο ακολουθούν κράτη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ινδία, στο πλαίσιο της πολιτικής της «μίας Κίνας».

Η απόφαση για το κλείσιμο του γραφείου αιφνιδίασε την Ταϊπέι, η οποία εκτιμά ότι ελήφθη υπό κινεζική πίεση.

Η Παπούα Νέα Γουινέα αποτελεί κρίσιμο τμήμα της προσπάθειας της Ταϊβάν να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές πηγές της. Προμηθεύει το νησί με 1,2 εκατομμύρια τόνους υγροποιημένου φυσικού αερίου ετησίως.

Το 2025, το 6% του LNG που εισήγαγε η Ταϊβάν προήλθε από την Παπούα Νέα Γουινέα και το 38% από την Αυστραλία. Οι δύο χώρες κάλυψαν συνολικά το 44% των εισαγωγών LNG της Ταϊβάν από το νότιο ημισφαίριο.

Η συγκεκριμένη διαδρομή έχει ιδιαίτερη στρατηγική αξία, επειδή παρακάμπτει δύο από τα πιο επικίνδυνα θαλάσσια σημεία συμφόρησης στον κόσμο: τα Στενά του Ορμούζ και τα Στενά της Μαλάκκας.

Σε περίπτωση σύγκρουσης στη Νότια Σινική Θάλασσα ή γύρω από την Ταϊβάν, ο διάδρομος Παπούα Νέα Γουινέα–Ταϊβάν μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική οδό για εμπορική ναυσιπλοΐα, στρατιωτική επιμελητεία, ενεργειακό ανεφοδιασμό και προστασία υποθαλάσσιων υποδομών. Διαβάστε τη συνέχεια στο geopolitico.gr