Ο ομότιμος καθηγητής πολιτικής επιστήμης Γιώργος Κοντογιώργης επανέφερε με αιχμηρό τρόπο στο προσκήνιο τη συζήτηση για τον Ιωάννη Καποδίστρια και για το τι πραγματικά «ενοχλεί» σήμερα τόσο στην ιστορική του παρακαταθήκη, όσο και στην κινηματογραφική προσέγγιση του Γιάννη Σμαραγδή.

Σύμφωνα με τον Κοντογιώργη, ο Καποδίστριας «βρέθηκε στο περιθώριο της ιστορίας» και συχνά αντιμετωπίζεται ως «υπερτιμημένος» – μια αποτίμηση που, όπως λέει, δεν προκύπτει τυχαία, αλλά συνδέεται με μια βαθύτερη ιδεολογική στάση. «Αυτό συμβαίνει με τον Σμαραγδή. Ο Σμαραγδής δεν κάνει ιδεολογία, εγείρει ένα κομβικό πρόβλημα για τον Ελληνισμό: την πλήρη ρήξη που έφερε το απολυταρχικό κράτος της φεουδαρχίας», υποστηρίζει, μεταφέροντας το βάρος της αντιπαράθεσης όχι στο έργο ή στον δημιουργό, αλλά στο υπόβαθρο όσων επιτίθενται.

Ο καθηγητής ξεκαθαρίζει ότι, κατά την άποψή του, «δεν είναι ο Σμαραγδής το πρόβλημα, αλλά η ιδεολογική τους αφετηρία απέναντι σε ένα μείζον πολιτικό πρόβλημα». Και προχωρά ακόμη πιο επιθετικά, λέγοντας πως «το σύστημα παράγει πνευματικά σκουπίδια» και ότι αυτά είναι που «αξιολογούν τον Καποδίστρια», άρα το επίδικο είναι κατ’ εξοχήν ιδεολογικό.

Στην ίδια λογική, ο Κοντογιώργης επιμένει ότι ο Καποδίστριας δεν ήταν ιστορική «εξαίρεση» που εμφανίστηκε από το πουθενά. «Ο Ελληνισμός της Τουρκοκρατίας δεν έβγαλε μόνο έναν Καποδίστρια, έβγαλε πολλούς. Αλλά ο Καποδίστριας ήταν αυτός που έβγαλε πολιτικό ρόλο», σημειώνει, υποστηρίζοντας ότι η εποχή παρήγαγε πρόσωπα υψηλής στάθμης, όμως εκείνος ήταν ο άνθρωπος που μπόρεσε να μετατρέψει το κεφάλαιο της προσωπικής του αξίας σε πολιτική πράξη.

Από τον Καποδίστρια στην επικαιρότητα: Κοινωνία απέναντι σε «σύγχρονη φεουδαρχία»

Ο ομότιμος καθηγητής συνδέει τη σημερινή αντιπαράθεση γύρω από τον Καποδίστρια και την ταινία με μια συνολικότερη κρίση του πολιτικού μοντέλου. Αναφερόμενος σε φαινόμενα της επικαιρότητας –όπως οι κινητοποιήσεις των αγροτών, το κίνημα των Τεμπών και η νέα ψηφιακή εποχή– διατυπώνει τη θέση ότι οι κοινωνίες πρέπει να απεγκλωβιστούν από τα σχήματα της σύγχρονης φεουδαρχίας και της «εκλόγιμης μοναρχίας», που κατά τον ίδιο έχουν εξελιχθεί σε «εκφυλισμένο καθεστώς», υπό τον έλεγχο οικονομικών και πολιτικών ελίτ.

Στο κέντρο της ανάλυσής του τοποθετεί μια θεμελιώδη αντιστροφή: «οι κοινωνίες είναι η αιτία της ύπαρξης της οικονομίας και της πολιτικής, όχι το αντίστροφο». Με βάση αυτό, υποστηρίζει ότι η κοινωνία οφείλει να διαμορφώσει με δικούς της όρους τη συμμετοχή στην πολιτική και στη λήψη αποφάσεων, σε συνύπαρξη με το αντιπροσωπευτικό σύστημα, αλλά με ξεκάθαρη κατεύθυνση – όπως λέει – προς μια «άμεση προοπτική μετάβασης στη γνήσια δημοκρατία».

«Υπαρξιακό» ζήτημα: Από το “ανάθεση” στη δημοκρατική συμμετοχή

Ο Κοντογιώργης χαρακτηρίζει αυτή τη μετάβαση «υπαρξιακό ζήτημα» για τη χώρα και τον Ελληνισμό. Και προειδοποιεί ότι χωρίς πολιτικές δημοσίου συμφέροντος, οι πολίτες παραμένουν «ιδιώτες» που κάθε τέσσερα χρόνια απλώς αναθέτουν τη συμμετοχή τους, σε αντιπροσώπους που λειτουργούν «ως εκλόγιμες μοναρχίες», μετατρέποντας το κράτος σε «ιδιωτική τους υπόθεση αναπαραγωγής της εξουσίας τους».

Με λίγα λόγια, η παρέμβασή του δεν μένει στην υπεράσπιση ενός ιστορικού προσώπου ή μιας ταινίας. Επιχειρεί να δείξει ότι ο Καποδίστριας –και η συζήτηση που ανοίγει ο Σμαραγδής– λειτουργούν ως καθρέφτης ενός βαθύτερου πολιτικού προβλήματος: της σχέσης κοινωνίας και εξουσίας, και του κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να ξεφύγει από μοντέλα που, κατά τον ίδιο, θυμίζουν φεουδαρχία με σύγχρονη μορφή.