Έντονη αναστάτωση και εμφανή νευρικότητα καταγράφεται στον τουρκικό Τύπο, με αφορμή δημοσιεύματα και εκτιμήσεις περί ανάπτυξης αμερικανικών αντιαεροπορικών συστημάτων Patriot σε ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Η εφημερίδα Sözcü, σε εκτενές ρεπορτάζ της, επιχείρησε να συνδέσει την τρέχουσα πολεμική σύγκρουση ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν με μια, όπως υποστηρίζει, ευρύτερη ελληνική προσπάθεια στρατιωτικής ενίσχυσης στο Αιγαίο, παρουσιάζοντας την Αθήνα ως δύναμη που επιδιώκει να μεταβάλει τα δεδομένα στην περιοχή.

Στο επίκεντρο της τουρκικής αρθρογραφίας βρέθηκε η φερόμενη εγκατάσταση συστοιχιών Patriot στη Σαμοθράκη, κίνηση που η τουρκική πλευρά αντιμετωπίζει ως πρόκληση πρώτης γραμμής. Η Sözcü παρουσιάζει την υποτιθέμενη ανάπτυξη των συστημάτων αυτών ως στρατηγική επιλογή της Ελλάδας, η οποία -κατά τη δική της οπτική- μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τις γεωπολιτικές και στρατιωτικές ισορροπίες στον ιδιαίτερα ευαίσθητο χώρο του Αιγαίου.

Στο ίδιο δημοσίευμα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Ελλάδα αξιοποιεί τον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν ως πρόσχημα για να ενισχύσει περαιτέρω την αεράμυνά της και να αναπτύξει πυραυλικά συστήματα σε νησιά που η Άγκυρα επιμένει να χαρακτηρίζει «μη στρατιωτικοποιημένα». Η τουρκική εφημερίδα επιχειρεί να ενισχύσει τη ρητορική της επικαλούμενη τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 και τη Σύμβαση του Μοντρέ, υποστηρίζοντας ότι η περιοχή διέπεται από καθεστώς αποστρατικοποίησης και άρα δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση στρατιωτικών οπλικών συστημάτων.

Πίσω όμως από την επιθετική γραμμή κατά της Ελλάδας, διακρίνεται και κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό για το εσωτερικό της Τουρκίας: η αναζωπύρωση της κριτικής για το ζήτημα των ρωσικών S-400. Το ίδιο ρεπορτάζ συνδέει ευθέως την ελληνική αεράμυνα με τη μακρά τουρκική εκκρεμότητα γύρω από τα συστήματα που αγοράστηκαν από τη Ρωσία το 2019 έναντι 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αλλά εξακολουθούν να παραμένουν επιχειρησιακά ανενεργά. Το γεγονός αυτό προβάλλεται με έντονα επικριτικό τόνο, ιδίως σε μια περίοδο όπου η τουρκική κοινή γνώμη παρακολουθεί με αυξημένη ανησυχία τις περιφερειακές εξελίξεις και τις συνέπειες της κρίσης στην ευρύτερη περιοχή.

Η συζήτηση αυτή επανήλθε δυναμικά, ιδίως μετά την πτώση τμημάτων πυραύλων εντός της τουρκικής επικράτειας στον απόηχο της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν. Στο εσωτερικό μέτωπο, πολλοί στην Τουρκία αναρωτιούνται δημόσια γιατί τα S-400 παραμένουν ουσιαστικά εκτός εξίσωσης, την ώρα που οι Patriot εμφανίζονται -κατά την τουρκική αφήγηση- να αναπτύσσονται γύρω από τη χώρα και να αποκτούν ενεργό ρόλο στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση του απόστρατου υποναυάρχου Τζεμ Γκιουρντενίζ, γνωστού ως ενός εκ των βασικών εκφραστών της θεωρίας της «Γαλάζιας Πατρίδας». Μιλώντας στη Sözcü, ο Γκιουρντενίζ υποστήριξε ότι η Ελλάδα τοποθετείται στρατηγικά απέναντι στην Τουρκία, επιδιώκοντας -όπως είπε- να δημιουργήσει ένα πλαίσιο περικύκλωσης. Υποστήριξε ακόμη ότι η τουρκική απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε ανακοινώσεις και δηλώσεις, αλλά θα πρέπει να έχει πρακτικό και επιχειρησιακό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό εισηγήθηκε τη δημιουργία διοίκησης ναυτικών δυνάμεων στην κατεχόμενη Κύπρο, την αποστολή φρεγάτας με δυνατότητες αεράμυνας, τη δημιουργία ναυτικής βάσης στην Αμμόχωστο και την ενίσχυση των τουρκικών κινήσεων στα κυπριακά ύδατα.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο απόστρατος αντιστράτηγος Ερντογάν Καρακούς, ο οποίος εμφανίστηκε ιδιαίτερα ανήσυχος για τις επιχειρησιακές δυνατότητες που, κατά την εκτίμησή του, θα μπορούσαν να αποκτήσουν οι ελληνικές δυνάμεις από μια τέτοια ανάπτυξη Patriot. Σύμφωνα με τη δική του προσέγγιση, τέτοια συστήματα θα μπορούσαν να επηρεάζουν τον τουρκικό εναέριο χώρο έως και τη Θράκη, γεγονός που -όπως σημείωσε- θα προσέδιδε στην Ελλάδα όχι μόνο αμυντικές αλλά και επιθετικές δυνατότητες. Ο ίδιος συνέδεσε το ζήτημα και με την αναβάθμιση των ελληνικών F-16, επισημαίνοντας ότι η αεροπορική ισχύς αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην ισορροπία ισχύος.

Η πίεση προς την τουρκική κυβέρνηση δεν περιορίστηκε μόνο σε στρατιωτικούς αναλυτές. Στο δημοσίευμα περιλαμβάνονται και πολιτικές παρεμβάσεις, με αντιπολιτευτικές φωνές να επαναφέρουν με οξύ τρόπο το ερώτημα για το τι απέφερε τελικά στην Τουρκία η αγορά των S-400. Στελέχη της αντιπολίτευσης υποστήριξαν ότι η Άγκυρα κατέβαλε τεράστιο ποσό, βρέθηκε εκτός προγράμματος F-35 και, τελικά, κρατά ένα πανάκριβο σύστημα κλεισμένο σε υπόστεγο, χωρίς ουσιαστική αξιοποίηση. Στην ίδια γραμμή, ο Τουρχάν Τσομέζ έθεσε ξανά θέμα στρατηγικής αστοχίας, σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση επικαλέστηκε την αμερικανική άρνηση για Patriot ώστε να στραφεί στους S-400, όμως σήμερα το κόστος αυτής της απόφασης βαραίνει διπλά: και οικονομικά και γεωπολιτικά.

Το τουρκικό δημοσίευμα επεκτείνει την ανησυχία του και στην Κύπρο, υποστηρίζοντας ότι καταγράφεται ευρύτερη στρατιωτική κινητικότητα στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τις αμερικανικές επιθέσεις και τα αντίποινα που ακολούθησαν. Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται αναφορά στις επαφές του Νίκου Χριστοδουλίδη με Ευρωπαίους ηγέτες, καθώς και στην πτώση μη επανδρωμένου αεροσκάφους στη βάση Ακρωτηρίου στις 2 Μαρτίου. Η Sözcü υποστηρίζει ότι στη συνέχεια ενισχύθηκε η παρουσία δυνάμεων από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ελλάδα, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ολλανδία και την Ισπανία, με ανάπτυξη μαχητικών και πολεμικών πλοίων.

Το συνολικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη στάση του τουρκικού Τύπου είναι σαφές: πίσω από τους υψηλούς τόνους κατά της Ελλάδας, αναδύεται έντονος εκνευρισμός για την αίσθηση ότι η Άγκυρα χάνει έδαφος στο πεδίο της αεράμυνας και της στρατηγικής αποτροπής. Η επίθεση κατά της Αθήνας λειτουργεί, εν πολλοίς, και ως καθρέφτης της τουρκικής αμηχανίας. Διότι την ώρα που στην Τουρκία μιλούν για ελληνική «περικύκλωση», η εσωτερική συζήτηση καταλήγει ξανά στο ίδιο ενοχλητικό ερώτημα: πού ακριβώς βρίσκονται οι S-400 και γιατί παραμένουν παροπλισμένοι τη στιγμή που η περιοχή φλέγεται;