Λες και οι θεοί στον Ολυμπο το αποφασίσανε και κάλεσαν τον μεγάλο ερμηνευτή, όπως ο ίδιος ήθελε να τον αποκαλούν και όχι καλλιτέχνη, κοντά τους. Για να ακούν αυτοί και μόνο τη φωνή του.

Ο Δημήτρης Μητροπάνος «έφυγε» χθες το πρωί στο θεραπευτήριο «Υγεία», όπου μεταφέρθηκε εσπευσμένα, από οξύ πνευμονικό οίδημα, παρά τις προσπάθειες των γιατρών του. «Ο ασθενής Δημήτριος Μητροπάνος διεκομίσθη στο νοσοκομείο ΥΓΕΙΑ σήμερα το πρωί λόγω οξέως διαρροϊκού συνδρόμου και εμέτων. Στη συνέχεια παρουσίασε αιφνιδίως δύσπνοια.

Μετεφέρθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, όπου αντιμετωπίστηκε για οξύ πνευμονικό οίδημα από το οποίο και κατέληξε την 11η πρωινή» ανέφερε η επίσημη ανακοίνωση του νοσοκομείου. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και είχε νοσηλευτεί τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Σε συνέντευξή του στο περιοδικό «People» είχε μιλήσει για το σοβαρό πρόβλημα που πέρασε με την υγεία του και που κατάφερε να το αντιμετωπίσει έπειτα από 3 χρόνια.

«Η αδελφή μου τόλμησε και μου έκανε το πιο σημαντικό δώρο ζωής, το ένα της νεφρό. Μπαίνοντας στο πρόβλημα, είδα πόσο εμετική είναι η κατάσταση στη χώρα μας. Γίνεται αγοραπωλησία οργάνων. Πουλάνε σπίτια οι άνθρωποι για ένα μόσχευμα που μπορεί να μην το πάρουν ποτέ, γιατί κάποιος άλλος έδωσε περισσότερα χρήματα. Εδώ στην Ελλάδα με είχαν ξεγραμμένο. Ανοιξαν την αδελφή μου, άνοιξαν εμένα, μας ξαναέκλεισαν και μου είπαν:

`'Δεν γίνεται τίποτα, ξέχνα το''. Παραιτήθηκα. Δεν έτρωγα, δεν κοιμόμουν. Η μόνη μου σκέψη ήταν τα παιδιά μου και η γυναίκα μου. Ελεγα ότι δεν θα μπορέσω να ζήσω κάνοντας αιμοκάθαρση μια ζωή, γιατί αυτό δεν είναι ζωή» είχε πει. Στο πλευρό του μέχρι την τελευταία στιγμή στάθηκε σαν φύλακας άγγελός του η γυναίκα του Βένια Μητροπάνου. Οι δυο τους ήταν 20 χρόνια παντρεμένοι και είχαν δύο κόρες.

Αυθεντικά λαϊκός όσο ελάχιστοι. Μάγκας από την πρώτη μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής του, ο Δημήτρης Μητροπάνος ήταν ο μεγαλύτερος εν ζωή λαϊκός τραγουδιστής. Αν και κατά βάθος περισσότερο και από λαϊκός ήταν... ροκ. Ενας γνήσιος καλλιτέχνης που δεν είχε όρια στα τραγούδια που ερμήνευσε, όπως δεν είχαν όρια οι θαυμαστές του. Ούτε ταξικά ούτε ηλικιακά. Ο Μητροπάνος ήταν για όλους. Για τους πιτσιρικάδες αλλά και για τους μεσήλικες. Για τους «βαριά» λαϊκούς με το «Σε μια στίβα καλαμιές» αλλά και τους ροκ με τους στίχους του «Πλανόδιου Τσίρκου» ή τις συνεργασίες του με τον Λάκη Παπαδόπουλο («Για να σ' εκδικηθώ») και τον Νίκο Πορτοκάλογλου («Κλείνω και έρχομαι»).

Αλλωστε, ροκ ήταν και η ίδια του η ζωή. Γεννημένος στις 2 Απριλίου του 1948 στην Αγία Μονή, σε μια συνοικία έξω από τα Τρίκαλα, μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του, τον οποίο γνώρισε στα 29 του χρόνια. Μέχρι τα 16 του νόμιζε ότι είχε σκοτωθεί στον ανταρτοπόλεμο, όμως έλαβε ένα γράμμα που τον πληροφορούσε ότι ήταν ζωντανός και ζούσε στη Ρουμανία. Τα καλοκαίρια έκανε το γκαρσόνι στην ταβέρνα του θείου του, ενώ μετά εργάστηκε στις κορδέλες κοπής ξύλων για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του. Το 1964 έρχεται στην Αθήνα να ζήσει με τον θείο του στην Αχαρνών και ξεκινά να δοκιμάζει την τύχη του ως τραγουδιστής.

Σε μια συγκέντρωση γνωρίζει τον Γρηγόρη Μπηθικώτση. «Εσύ να γίνεις τραγουδιστής» του λέει και τον παροτρύνει να πάει στην Κολούμπια. Τον συστήνουν στον Γιώργο Ζαμπέτα, ο οποίος τον παίρνει μαζί του στα «Ξημερώματα». «Είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα» θα πει αργότερα σε μια συνέντευξή του για τον Ζαμπέτα, που τον είχε ως δεύτερο πατέρα του. Το 1966 συναντάται με τον Μική Θεοδωράκη και ερμηνεύει αποσπάσματα από τη «Ρωμιοσύνη» και το «Αξιον Εστί» σε συναυλίες στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Το πρώτο τραγούδι που ηχογραφεί «Χαμένη Πασχαλιά» δεν κυκλοφορεί ποτέ, καθώς λογοκρίνεται από τη Χούντα, ενώ λίγο μετά ηχογραφεί τον πρώτο 45άρη δίσκο με το τραγούδι «Θεσσαλονίκη». Ημερομηνία-σταθμός στην καριέρα του αλλά και του ελληνικού τραγουδιού ήταν το 1972, όταν ο Δήμος Μούτσης και ο Μάνος Ελευθερίου του εμπιστεύονται τα τραγούδια τους για τον «Αγιο Φεβρουάριο», όπου ερμηνεύει μαζί με τον Πετρή Σαλπέα.

Μαλιστα, τον Ιούλιο του 1999 ο Μητροπάνος και ο Μούτσης θα ξαναβρεθούν επί σκηνής στο Ηρώδειο με τη Δήμητρα Γαλάνη και τη σοπράνο Τζούλια Σουγλάκου για δυο μουσικές βραδιές στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Οι συναυλίες αυτές ηχογραφούνται ζωντανά και κυκλοφορούν σε διπλό CD δύο μήνες αργότερα. Ακολουθούν «Ο Δρόμος για τα Κύθηρα» του Γιώργου Κατσαρού και «Τα συναξάρια» του Γιώργου Χατζηνάσιου, έργα υψηλής ποιότητας αλλά και μεγάλης απήχησης στην ελληνική κοινωνία.

Μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του `80 καθιερώνεται ως λαϊκός τραγουδιστής, αν και συνεργάζεται με όλους τους μεγάλους δημιουργούς, τόσο του λαϊκού όσο και του έντεχνου. Γιώργος Ζαμπέτας, Μίκης Θεοδωράκης, Δήμος Μούτσης, Απόστολος Καλδάρας, Τάκης Μουσαφίρης, Χρήστος Νικολόπουλος, Γιάννης Σπανός, είναι οι συνθέτες με τους οποίους συνδέεται επαγγελματικά.

Κάποια στιγμή δείχνει να μένει πιο πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας, όμως δύο συμμετοχές του σε δίσκους του Λάκη Παπαδόπουλου και Νίκου Πορτοκάλογλου φανερώνουν μια άλλη πτυχή της φωνής του και των τεράστιων δυνατοτήτων του. Η συνάντησή του με τον Μάριο Τόκα στο κυπριακό εστιατόριο «Οθέλλος» αλλάζει τη μοίρα του ως τραγουδιστή.

Το 1992 κυκλοφορούν τον δίσκο «Η εθνική μας μοναξιά» και το «Σ' αναζητώ στη Σαλονίκη» σπάει τα κοντέρ και βάζει τον Μητροπάνο στη κορυφή. Το 1993 ακολουθεί η συνεργασία του με τον Σπανό «Ο Μητροπάνος τραγουδάει Σπανό», ενώ το 1994 άλλη μια δουλειά του με τον Τόκα («Παρέα με έναν ήλιο») τον εκτοξεύει, κυρίως με τα «Λαδάδικα». Μέσα σε δύο χρόνια ο «χαμένος» Μητροπάνος μπαίνει σε κάθε σπίτι, ακούγεται ξανά από τους σταθμούς, γίνεται σουξέ, κάνοντας όμως ποιοτική αναβάθμιση και όχι συμβιβασμούς ή εκπτώσεις.

Και έρχεται το 1996 και η συνεργασία του με τον Θάνο Μικρούτσικο. Ο δίσκος «Στου αιώνα την παράγκα» σε στίχους Αλκη Αλκαίου, Κώστα Λαχά, Λίνας Νικολακοπούλου και Γιώργου Κακουλίδη είναι ένας από τους καλύτερους που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία 20 χρόνια και ίσως ο κορυφαίος του ερμηνευτή. Το «Ρόζα» και το «Πάντα γελαστοί», ένα από τα ελάχιστα αυθεντικά ζεϊμπεκικα τραγούδια των τελευταίων δεκαετιών, σημαδεύουν ανεξίτηλα την καριέρα του.

Ο Μητροπάνος συνεχίζει στα ίδια μονοπάτια, με τραγούδια των Μικρούτσικου, Κορακάκη, Μουκίδη, Παπαδημητρίου κ.ά. στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000. Από τις τελευταίες δουλειές του, ξεχωρίζει το «Πες μου τ' αληθινά σου» σε μουσική Στέφανου Κορκολή αλλά και η ζωντανή ηχογράφηση «Υπάρχει και το ζεϊμπέκικο», από το πρόγραμμα-ωδή στον εθνικό χορό της Ελλάδας μαζί με τους Θέμη Αδαμαντίδη και Δημήτρη Μπάση, καθώς επίσης και ο δίσκος «Στη Διαπασών», ο οποίος περιέχει 12 λαϊκά τραγούδια και μια μπλουζ μπαλάντα.

Μάλιστα, «Η Εκδρομή» του Γιάννη Μηλιώκα γράφτηκε για την επιστροφή του ερμηνευτή στη δισκογραφία ύστερα από ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας.

Από χθες ο Δημήτρης Μητροπάνος έκανε μια... στάση εδώ και βγήκε στον δρόμο να χορέψει ένα ζεϊμπέκικο. Απ' αυτά που χορεύουν οι αυθεντικά λαϊκοί με ανοιχτά τα χέρια και κοφτά βήματα και «έφυγε» για να γίνει φίλος με τον Χάρο, την ίδια ακριβώς μέρα, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Νίκου Παπάζογλου.

Σύσσωμος ο πολιτικός και ο καλλιτεχνικός κόσμος εξέφρασε τη λύπη του για τον χαμό του μεγάλου ερμηνευτή, ενώ ανακοίνωση εξέδωσε και η ΠΑΕ Ολυμπιακός, καθώς ο Μητροπάνος ήταν φανατικός οπαδός της ομάδας.

Η κηδεία του θα τελεστεί την Πέμπτη στις 2 μ.μ. από το Α' Νεκροταφείο.

Πηγή: Goal