Σε μια απόφαση με ιδιαίτερη ιστορική και διεθνή βαρύτητα προχώρησε η κυβέρνηση του Ισραήλ, αναγνωρίζοντας επισήμως τη Γενοκτονία των Αρμενίων, περισσότερο από έναν αιώνα μετά τα τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Την ανακοίνωση έκανε ο υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ, Γκίντεον Σάαρ, γνωστοποιώντας ότι το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε την πρόταση που ο ίδιος κατέθεσε για την επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Όπως ανέφερε, η απόφαση αφορά μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές τραγωδίες του 20ού αιώνα, κατά την οποία περίπου 1,5 εκατομμύριο Αρμένιοι έχασαν τη ζωή τους, ενώ καταστράφηκε ένας πανάρχαιος πολιτισμός και μια σημαντική ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά.

Ο επικεφαλής της ισραηλινής διπλωματίας χαρακτήρισε τα ιστορικά γεγονότα αδιαμφισβήτητα, τονίζοντας ότι πλέον δεν αμφισβητούνται σοβαρά από τη διεθνή ιστορική κοινότητα.

«Ως Εβραίοι και ιδιαίτερα ως το εθνικό κράτος του εβραϊκού λαού, πιστεύω ότι έχουμε ηθικό καθήκον να λάβουμε αυτή την απόφαση», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Γκίντεον Σάαρ, υπογραμμίζοντας τη σημασία της ιστορικής μνήμης και της αναγνώρισης εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.

Παράλληλα, εξέφρασε τις ευχαριστίες του προς τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, για τη στήριξή του στην πρωτοβουλία, καθώς και προς τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου που υπερψήφισαν, όπως είπε, αυτό το «ιστορικό βήμα».

Η απόφαση του Ισραήλ αναμένεται να προκαλέσει διεθνές ενδιαφέρον, καθώς μέχρι σήμερα το Τελ Αβίβ απέφευγε την επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, λαμβάνοντας υπόψη τις γεωπολιτικές ισορροπίες και τις σχέσεις του με την Τουρκία.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία τόσο για τις σχέσεις Ισραήλ–Αρμενίας όσο και για τη διεθνή συζήτηση γύρω από την ιστορική μνήμη, τη δικαίωση των θυμάτων και την αναγνώριση εγκλημάτων που σημάδεψαν τον 20ό αιώνα.

Είναι σημαντικό ωστόσο το Ισραήλ να προχωρήσει και στην αναγνώριση της γενοκτονίας των Ελλήνων και των Ασσυρίων από τον ίδιο θύτη του εγκλήματος, όπως δεσμεύτηκε τον Αύγουστο του 2025 ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου.

ΠΗΓΗ: Geopolitico.gr