Νέα δεδομένα στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο δημιουργούν οι έξι επείγουσες ελληνικές NOTAM, με τις οποίες η Αθήνα απαγορεύει την πλειονότητα των πτήσεων drones πάνω από την Κάρπαθο, την Κάσο, τη Σαρία και την Αρμαθιά. Σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ», το πλέγμα των περιορισμών συνδέεται με αυξημένα μέτρα επιτήρησης σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία χρησιμοποιεί συστηματικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη για να δοκιμάζει τα ελληνικά αντανακλαστικά.

Οι Προσωρινά Απαγορευμένες Περιοχές θα ενεργοποιηθούν στις 16 Σεπτεμβρίου και θα παραμείνουν σε ισχύ έως τις 31 Οκτωβρίου 2026. Οι περιορισμοί θα εφαρμόζονται καθημερινά από τις 07.00 έως τις 19.00 και θα καλύπτουν τον εναέριο χώρο από το έδαφος μέχρι τα 400 πόδια, περίπου 120 μέτρα. Στη συγκεκριμένη ζώνη θα μπορεί να επιχειρεί μόνο εγκεκριμένος κρατικός operator, σε άμεσο συντονισμό με τον Έλεγχο Εναέριας Κυκλοφορίας.

Όπως επισημαίνουν «ΤΑ ΝΕΑ», η έκταση και η διάρκεια του αποκλεισμού «φωτογραφίζουν» στρατιωτικές ασκήσεις ή ειδικές επιχειρήσεις επιτήρησης των συνόρων. Το μέτρο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της αυξημένης τουρκικής δραστηριότητας με UAV στο Αιγαίο και σε άλλες ευαίσθητες περιοχές του ελληνικού χώρου.

Σύμφωνα με την εφημερίδα, τουρκικά drones έφτασαν πρόσφατα μέχρι το τερματικό του αεροδρομίου της Αλεξανδρούπολης. Σε διαφορετικό περιστατικό, ένα τουρκικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος κινήθηκε λίγο πριν από τα μεσάνυχτα στην καρδιά του Αιγαίου, έφτασε βορείως της Ικαρίας και με την πορεία του «ζωγράφισε» ένα απρεπές σχήμα.

Η Άγκυρα, κατά την εκτίμηση που μεταφέρεται στο δημοσίευμα, επιχειρεί με αυτές τις πτήσεις να φθείρει την ελληνική αεράμυνα, να καταγράψει χρόνους αντίδρασης και να αποκτήσει εικόνα των επιχειρησιακών διαδικασιών. Παράλληλα, αξιοποιεί τα drones ως εργαλεία ψυχολογικής πίεσης και υβριδικής επιρροής, χωρίς να αναλαμβάνει το κόστος και τον κίνδυνο μιας επανδρωμένης παραβίασης.

Μήνυμα της Ελλάδας για τα τουρκικά drones: «Θα τα καταρρίψουμε»

Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί η Αθήνα δεν προχωρεί στην κατάρριψη των συγκεκριμένων αεροχημάτων, όπως συμβαίνει με ρωσικά drones σε ορισμένες περιπτώσεις στην Ανατολική Ευρώπη. Στο ερώτημα που έθεσαν «ΤΑ ΝΕΑ» προς τους αρμοδίους, μια πρώτη έμμεση απάντηση ήταν η παραπομπή στους 35 μήνες που απαιτούνται για να καταστεί επιχειρησιακά έτοιμη η «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Ωστόσο, στρατιωτικές πηγές ξεκαθάρισαν στην εφημερίδα ότι η κατάρριψη ενός drone σε περίοδο ειρήνης αποτελεί πρωτίστως πολιτική απόφαση. Ακόμη και στην περίπτωση ενός αεροσκάφους που χαρακτηρίζεται Renegade, η σχετική αρμοδιότητα εκχωρείται ανάλογα με την επιχειρησιακή κατάσταση και πάντοτε στο πλαίσιο συγκεκριμένης πολιτικής εξουσιοδότησης.

Η ελληνική αεράμυνα, σύμφωνα με τους ίδιους κύκλους, λειτουργεί υπό σαφείς και αυστηρούς Κανόνες Εμπλοκής. Η μετάβαση από τον εντοπισμό και την αναγνώριση στην κινητική εξουδετέρωση δεν γίνεται αυθαίρετα. Προϋποθέτει εκδήλωση εχθρικής ενέργειας, διαπίστωση σαφούς εχθρικής πρόθεσης, παρατεταμένη υπέρπτηση πάνω από εθνικό έδαφος ή άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας.

Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η αποτίμηση των επιτελικών κύκλων για τις πραγματικές δυνατότητες των τουρκικών UAV. Όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ των «ΝΕΩΝ», η τεχνολογική τους βάση δεν θεωρείται ούτε πρωτοποριακή ούτε αμιγώς τουρκική. Στη σημερινή μορφή τους χαρακτηρίζονται «αργά, μεγάλα και πολύ εύκολοι στόχοι από πολύ μεγάλη απόσταση».

Οι ίδιες πηγές στέλνουν σαφές μήνυμα: «Αν και όταν αποφασίσουμε, μπορούμε είτε κινητικά είτε μη κινητικά να τα καταρρίπτουμε μαζικά». Η αναφορά στη μη κινητική αντιμετώπιση παραπέμπει σε δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου, παρεμβολών και εξουδετέρωσης χωρίς τη χρήση πυρών.

Όπως εξηγείται στα «ΝΕΑ», η σημερινή ελληνική ανοχή δεν πηγάζει από αδυναμία, αλλά από επιλογή στρατηγικής αυτοσυγκράτησης και συμμαχικής αλληλεγγύης. Η Αθήνα δεν θέλει να προσφέρει στην Άγκυρα το πρόσχημα για μια πρόωρη κλιμάκωση. Κατά το ελληνικό αμυντικό δόγμα, τα τουρκικά drones έχουν σε περίοδο ειρήνης μεγαλύτερη αξία ως μέσα ψυχολογικής πίεσης παρά ως αποφασιστικά επιχειρησιακά όπλα.

Οι στρατιωτικές πηγές καταλήγουν ότι η Ελλάδα δεν υποβαθμίζει την απειλή: έχει καταγράψει, μετρήσει και αξιολογήσει τις τουρκικές δυνατότητες. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να πείσει συμμάχους και γείτονες να σεβαστούν τους κανόνες ασφάλειας πτήσεων και τις προβλέψεις του ICAO εντός του FIR Αθηνών. Η στρατηγική ψυχραιμία έχει, συνεπώς, όρια – και η τελική απόφαση παραμένει πολιτική.