Όταν ρίξαμε πια κι εκείνη την ξεγυρισμένη διαφορά των 20 plus πόντων, κατάμουτρα των Τούρκων, ομολογώ ότι μέσα στον ενθουσιασμό μου - και, φυσικά ένεκα της δυναμικότητας αυτής της Εθνικής του Τρινκιέρι, η οποία σφύζει από αξία, κλάση, πληρότητα εμπειρίες και δυνατότητες – παρασύρθηκα και κόντεψα να ξεχάσω ποιοι είμαστε. Σαν λαός, σαν ιδιοσυγκρασία, σαν συνήθειες, σαν παράδοση. Τα χούγια μας, που δεν θα αλλάξουν και ποτέ.
Συμπληρώθηκε το τρίγωνο νικών στο Eurobasket και, επαναλαμβάνω, βάση της υπεροχής αυτού του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος – ίσως και σε σύγκριση με όλους τους συμμετέχοντες – μπήκα στη διαδικασία να βλέπω… «ασταμάτητα τρένα», «ιλιγγιώδεις ταχύτητες με κοκαλωμένο το πόδι στο γκάζι», ένα non stop οδοιπορικό στη Σλοβενία με φόντο το πρώτο σκαλί του βάθρου και το χρυσό μετάλλιο στο στήθος των παιδιών.
Για να ακολουθήσουν οι δύο απανωτές φάπες και να μας προσγειώσουν όλους. Κάπως απότομα κιόλας, ώστε να ψάχνουμε πιο βαθιά το πράμα για να δούμε τι συνέβη και έπεσε black out, αλλά και πώς θα επέλθει το συντομότερο η ανάταση ενόψει της επόμενης φάσης.
Σε τέτοιες διοργανώσεις, του ανταγωνισμού της «μιας ανάσας», δεν έχεις την πολυτέλεια για πολλή σύσκεψη και… αμπελοφιλοσοφία. Ούτε χρόνο για ανάπαυση του κορμιού και του μυαλού. Εξυπακούεται η ύπαρξη αποθεμάτων δυνάμεων, τόσο πνευματικών όσο και σωματικών, αν θέλεις να λέγεσαι σπουδαίος. Αν είσαι κραταιός, πολύπειρος και ισχυρός, δεν μένεις πίσω. Προχωράς αμέσως παρακάτω, γιατί οι υπόλοιποι δεν περιμένουν εσένα στην κούρσα. Τρέχουν προς το φίνις.

Νομίζω ότι η εξήγηση γι’ αυτό το διπλό πρόσωπο που έχει παρουσιάσει η Εθνική μπάσκετ στα πρώτα 5 παιχνίδια της στην τελική φάση, είναι πολύ πιο απλή από τις βαθυστόχαστες αναλύσεις στις οποίες καλούνται να μπουν οι «ειδικοί» του αθλήματος, αλλά και ο Ιταλός κόουτς στις συζητήσεις με τους διεθνείς μας, εντός του πλαισίου των τεσσάρων τοίχων.
Όλα οφείλονται στο ελληνικό στυλ. Στην ιδιοσυγκρασία μας. Σ’ αυτή την αποκλειστική και αθεράπευτα ελληνική ιδιομορφία. Που την κουβαλά όλος ο ελληνικός αθλητισμός, όλα τα σπορ, σε ομαδικό και ατομικό επίπεδο.
Θες το μπάσκετ, θες το ποδόσφαιρο, το βόλεϊ, τον στίβο… Παντού η ίδια «εθνική αρρώστια» με ψυχολογικό αίτιο.

Να το πάρει το ποτάμι; Όταν ολοκληρώθηκαν οι ετοιμασίες γι’ αυτό το Eurobasket και φτάσαμε στο πρώτο τζάμπολ, η Ελλάδα λογιζόταν ως σίγουρη για μια θέση στην τριάδα των νικητών και κατά πολλούς (προέκυπτε και από τα γραφεία στοιχημάτων ανά τον κόσμο) το μεγάλο φαβορί για κατάκτηση.
Μόλις η προοπτική έφτανε στο υψηλότερο σημείο, εκεί ήταν που… τα χρειαζόμουνα. Που… τρόμαζα. Εκεί είναι που μου βγαίνουν και τώρα οι φοβίες για την Εθνική ποδοσφαίρου. Η οποία πήγε στο Λιχτενστάιν για να παίξει με την 141 δύναμη στα διεθνή rankings και δεν ήθελε πολύ να πάθει την πλάκα του αιώνα!
Ειδικά από την ώρα που κατέφθαναν τα καλά νέα από τη Βοσνία με το δωράκι της Σλοβακίας, τα πόδια των Ελλήνων παικτών «κρέμαγαν» περισσότερο από τα βαρίδια του άγχους της πρωτιάς.

Δεν είμαστε εμείς για τέτοια. Δεν το μάθαμε. Δεν γαλουχηθήκαμε, ως μικρός λαός και πίσω, έως πολύ πίσω στον αθλητισμό της περασμένες δεκαετίες, δεν ξέραμε από διακρίσεις. Χτίσαμε αργά και σταθερά. Σε διάφορα μήκη και είναι γεγονός ότι η αναγνώριση αφορά μια ποικιλία αθλημάτων.
Αρχικά το μπάσκετ και το βόλεϊ, μετά το ποδόσφαιρο με το Euro ‘04, η Εθνική πόλο με την αδιάλειπτη παρουσία της στους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι χρυσοί αρσιβαρίστες και πάει λέγοντας.
Στυλωθήκαμε, αναρριχηθήκαμε, πρωτεύσαμε, αναγνωριστήκαμε. Η κορυφή είναι πάντα δυσκολότερη ως προς το «στοίχημα» της παραμονής και διατήρησης σ’ αυτήν και όχι της κατάκτησής της και ύστερα… χάος, μαύρο σκοτάδι.

Αμάθητοι σε μεγαλεία

Από την άλλη όμως, αυτή η σταθερότητα παραμονής σε υψηλό επίπεδο, είναι έξω από τα νερά του Έλληνα. Που ζυμώθηκε να είναι πίσω και να κυνηγάει. Να είναι κάτω από ζυγούς και να επαναστατεί. Να μάχεται, να πολεμάει και να ελευθερώνεται. Να βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο και, πεισματικά, μη έχοντας κάτι άλλο, να υπερβάλλει εαυτό για να φωνάξει ότι υπάρχει. Ότι είναι υπολογίσιμος.
Κράτα μικρό καλάθι για την ελληνική ψυχή και άστη να μεγαλουργήσει μόνη της. Της αρέσει να αιφνιδιάζει. Δεν αντέχει, δεν τον «σηκώνει» τον τίτλο του φαβορί. Πώς να το κάνουμε;

Και επειδή εδώ που έφτασαν τώρα οι Εθνικές Ομάδες μπάσκετ και ποδοσφαίρου, στα τελικά του Eurobasket και στα προκριματικά του Mundial 2014, δεν έχει πισωγυρίσματα, τώρα είναι η ώρα που δεν θα πρέπει να τους φοβόμαστε τους διεθνείς. Τώρα, που διεκδικούν μεν, δεν τους έχει κανείς για σίγουρους δε…

Υ.Γ.: Εμένα μου άρεσε πιο πολύ από ποτέ ο Σάντος, έτσι… αλλόφρων που άρπαξε το μαστίγιο. Άνω ποταμών ήταν η εικόνα της Εθνικής στο α’ ημίχρονο με το Λιχτενστάιν. Και… επίτηδες να το έκαναν, τόσο χάλια και ανορθόδοξα δεν θα έπαιζαν! Είναι όμως πάλι αυτό που έλεγα και παραπάνω: Μην αρχίσουν να είναι ευδιάκριτα τα σημάδια υπεροχής του Έλληνα αθλητή. Χαλαρώνει, το ρίχνει στο σορολόπ και ύστερα… κλάφτα Χαράλαμπε…

Υ.Γ.1: Από την άλλη, δηλαδή τι θα αλλάξει τώρα που άστραψε και βρόντηξε ο Αναστασίου; Αύριο το πρωί, έτσι ξαφνικά που λέει κι ο Ρέμος, θα γίνουν υπέρ-παίκτες όλες αυτές οι μετριότητες που φοράνε τη βαριά φανέλα του Παναθηναϊκού; ‘Η το άλλο που τους είπε ο προπονητής, για να μην τρελαθούμε κιόλας: «Πώς γίνεται, να σκίζετε στις προπονήσεις και στα ματς να είστε χάλια;». Πόσο εύκολη είναι η απάντηση: Στις προπονήσεις και τα διπλά, αγαπητέ Γιάννη, είναι σαν να κάνεις ασκήσεις επί χάρτου. Παίζεις με… φανταστικά πυρά. Στις πραγματικές μάχες, έχεις «κανονικούς αντιπάλους» στην άλλη πλευρά του τερέν, οι οποίοι απλά, απλούστατα Γιάννη μου, είναι ανώτεροι από σένα. Και χάνεις. Έτσι απλά!