Η αντιπαράθεση μεταξύ Άρη και ΑΕΚ ξεφεύγει από τα στενά όρια των παρκέ, μετατρεπόμενη σε μια άνευ προηγουμένου διοικητική «σύρραξη» που έχει ως επίκεντρο τη διαιτησία.

Η διοίκηση των «κιτρινόμαυρων» της Θεσσαλονίκης δεν άφησε αναπάντητη τη θέση του έμπειρου τεχνικού της «Ένωσης» περί δίκαιης πρόκρισης. Μέσω επίσημης τοποθέτησης, ο Άρης επιχειρεί να αντιστρέψει το αφήγημα, υποστηρίζοντας ότι η ομάδα του έχει υποστεί συστηματική αδικία που ξεκινά πολύ πριν από τη σειρά των playoffs.

«Αν η διαιτησία στους αγώνες με την ΑΕΚ —αλλά και συνολικά κατά τη διάρκεια της κανονικής περιόδου— ήταν η αρμόζουσα, τα δεδομένα θα ήταν εντελώς διαφορετικά», αναφέρει χαρακτηριστικά η διαρροή της ΚΑΕ, υπογραμμίζοντας πως οι αποφάσεις των διαιτητών δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά της σειράς, αλλά μια κατάσταση που επηρέασε την τελική βαθμολογική κατάταξη.

Ο Άρης προχωρά σε μια τολμηρή ανάλυση της φετινής του πορείας, τονίζοντας πως η διαιτητική αντιμετώπιση του στέρησε το δικαίωμα να διεκδικήσει περισσότερα. Σύμφωνα με τη διοίκηση της ομάδας αν οι αποφάσεις ήταν δίκαιες καθ’ όλη τη διάρκεια του πρωταθλήματος, ο Άρης θα είχε συγκεντρώσει τους βαθμούς που απαιτούνταν για να μπει στα playoffs με το πλεονέκτημα της έδρας.

Η ΚΑΕ Άρης θεωρεί πως, ακόμα και στη σειρά με την ΑΕΚ, η έκβαση θα μπορούσε να ήταν υπέρ της ομάδας της Θεσσαλονίκης, οδηγώντας την στα ημιτελικά για δεύτερη φορά μέσα στην τελευταία τριετία, εάν το «σφύριγμα» ήταν το δίκαιο.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δείχνει ότι ο Άρης επιλέγει μια σκληρή στάση, αρνούμενος να αποδεχθεί τον ρόλο του ηττημένου που «διαμαρτύρεται χωρίς λόγο». Η αναφορά του Άρη σε ολόκληρη τη σεζόν δείχνει πως η δυσαρέσκεια των «κιτρινόμαυρων» είναι βαθιά ριζωμένη και αφορά τη συνολική αντιμετώπιση του συλλόγου από το διαιτητικό σώμα.

Η κατάσταση αυτή προσθέτει άλλο ένα «κεφάλαιο» σε μια ούτως ή άλλως επεισοδιακή σεζόν για το ελληνικό μπάσκετ. Οι φιλαθλοι των φιλάθλων και των δύο πλευρών βρίσκονται πλέον σε πλήρη εγρήγορση, με την κόντρα των δύο συλλόγων να μετατρέπεται σε ένα «μπρα-ντε-φερ» που ξεπερνά τα όρια του αθλητικού ανταγωνισμού και αγγίζει πλέον τις ανώτατες διοικητικές αρχές.