Αναλυτικά το άρθρο του:

Αν ρωτήσεις τον Χρήστο Σωτηρακόπουλο να σου απαντήσει στο δίλημμα «Πελέ ή Μαραντόνα» θα σου απαντήσει Κρόιφ. Και δεν θα μείνει εκεί. Η αιτιολόγηση της απάντησης είναι τέτοια που σε κάνει να ζηλεύεις αν δεν τον έχεις δει να «χορεύει» στους αγωνιστικούς χώρους. Κάτσε δίπλα στον Χελάκη να σου μιλήσει για τους δικούς ποδοσφαιρικούς ήρωες. «Ο Δεληκάρης...», θα αρχίσει και πριν τελειώσει το αίσθημα της αδικίας που έχουν υποστεί όλοι όσοι δεν τον έχουν δει με κοντό παντελονάκι γίνεται αβάσταχτο...

Φαντάζομαι πόσο άδειος μπορεί να νιώθει ένας σημερινός 20άρης που μέσα στις παραστάσεις του δεν υπάρχει μια ενέργεια του Μαραντόνα, ένα ψαλιδάκι του Φαν Μπάστεν, ένα σπάσιμο της μέσης του Νίκου Γκάλη... Πόσο καταραμένη είναι, τελικά, η γενιά μας;

Καθισμένος σε μια αναπαυτική πολυθρόνα ένας ηλικιωμένος άνδρας επιλέγει την αγαπημένη του ιστορία για να τη διηγηθεί στα προσηλωμένα εγγόνια του. Δεν έχει πολεμήσει, το όνομά του δεν αναφέρεται σε καμιά ιστορική στιγμή της χώρας του. Παρ' όλα αυτά τα παραμύθια που έχει ζήσει είναι τόσο μακρινά όσο και λαμπερά. Μπορεί να τους πει για τον «Βασιλιά Οθωνα» που χάρισε στην Ελλάδα την ύψιστη ποδοσφαιρική διάκριση μαγεύοντας όλο τον πλανήτη. Μπορεί να τους πει για τον κοντούλη πιτσιρικά που άπαντες κορόιδευαν όταν τους ζητούσε να παίξει μπάλα μαζί τους κι έγινε πραγματικός ποδοσφαιρικός βασιλιάς.

Μπορεί να τους μιλήσει για το φαινόμενο ενός παιδιού που ξεπήδησε μέσα από τις φτωχογειτονιές της Βραζιλίας και έγινε ο κορυφαίος επιθετικός στον κόσμο, σκοράροντας ακόμα και όταν θύμιζε περισσότερο συνταξιούχο αθλητή λόγω των πολλών περιττών κιλών του. Μπορεί να τους πει για τον άνθρωπο με το κοφτερότερο μυαλό στην ιστορία του παγκοσμίου μπάσκετ που «νικήθηκε» μόνο από μια αρρώστια. Αποφεύγει τις ιστορίες για τον άνθρωπο που νίκησε τη βαρύτητα και μεταμόρφωσε την ομάδα του στην τελειότερη μπασκετική μηχανή της δικής του εποχής διότι τα εγγόνια του έχουν δει ήδη παίκτες - δημιουργήματα τα αθλητικά προσόντα των οποίων είναι τρομακτικά. Πόσο μάλλον για όσους έχουν μείνει πίσω...

Η αγαπημένη του αφήγηση περιλαμβάνει τα «ανδραγαθήματα» κάποιων άλλων ηρώων. Ντυμένων στα πράσινα και εστεμμένων πολλάκις εντός και εκτός συνόρων. Λατρεύει να τους μιλάει για τον «στρατηγό» που με το που πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα μεταμόρφωσε μια ομάδα μπάσκετ σε ευρωπαϊκή δυναστεία. Για τον «πρώτο των στρατιωτών» που κέρδιζε άνευ συναγωνισμού τη μία ατομική διάκριση μετά την άλλη και οδηγούσε τους συμπαίκτες του σε συνεχείς κατακτήσεις τίτλων.

Για τον παίκτη με τις ψηλές κάλτσες που ήρθε ελαφρύς και με έφεση στο σουτ αθλητής πριν μεταλλαχθεί και διαπρέψει ως σέντερ απέναντι στα θηρία. Για το ταχύτατο και ταλαντούχο ψηλόλιγνο παλικάρι που είχε τόσο κρύο αίμα σε κάθε ματς λες και έπαιζε αγώνα προπόνησης. Για τον πολύτιμο Κώστα, τον πολυμήχανο Σάρας, τον εμβληματικό Φραγκίσκο. Και πιο πίσω ακόμα: τον τίμιο και τεράστιο Στόγιαν, τον μυθικό Ντομινίκ, τον «μισθοφόρο» Σίσκα. Είχε τόσα και για τόσους να τους πει...

Καθισμένος σε εκείνη την πολυθρόνα ο παππούς μιλά στα εγγόνια του και αυτά στέκουν μαγεμένα από τις διηγήσεις για την κορυφαία ομάδα που γέννησε ποτέ ο ελληνικός αθλητισμός. Για τον σύλλογο που ανάγκασε όλον τον πλανήτη να μιλά με λόγια κολακευτικά για μια μικρή και παρηκμασμένη χώρα σε χρόνια δύσκολα. Είναι αυτές οι διηγήσεις που κάνουν τον άνδρα αυτό ευτυχισμένο.

Οχι μόνο επειδή έζησε ένα σπάνιο αθλητικό παραμύθι. Κυρίως επειδή κάθε φορά που θυμάται τους πράσινους εκείνους θριάμβους καταλαβαίνει ότι η γενιά του τελικά ήταν ευλογημένη και ας μην είχε δει τους ήρωες των δασκάλων του με κοντό παντελονάκι...

Πηγή: sday.gr