Ο «Iceman» ή και σουηδική «Αρκούδα» (όπως ακριβώς και το Borg, στα σουηδικά) έσβησε το Σάββατο τα πρώτα του 70 κεράκια μίας πρώτης ζωής χωρισμένης σε θριάμβους, χρήματα, δόξα και καταξίωση και μίας δεύτερης γεμάτης από δαίμονες, εμμονές, επιχειρηματικές και προσωπικές αποτυχίες, αλκοόλ, ναρκωτικά, αλλά και μίας αναπόφευκτης πτώχευσης.

 Ανέκφραστος και αγέλαστος, ακόμη και μετά τις δεκάδες, αθλητικές του επιτυχίες ο μεγάλος Σουηδός τενίστας, ανάμεσα στους δύο, τρεις μεγαλύτερους όλων των εποχών, όσες φορές κι αν βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού, ουδέποτε έπεσε στον πειρασμό να βουτήξει στο κενό, διατηρώντας αντίθετα εκείνη την ψυχραιμία, και το καθαρό μυαλό που τελικά θα τον καθοδήγαγαν στην ανεύρεση της καλύτερης, δυνατής λύσης.

 Όπως στην περίπτωση της αιμορραγίας δισεκατομμυρίων, που αντιμετώπισε με αντρίκειο θάρρος και σθένος καταφέρνοντας ν’ αποπληρώσει κάθε ανοικτό χρέος έστω κι αν χρειάστηκε να θυσιάσει ό,τι κειμήλιο, κύπελλα, χρυσές ρακέτες ή μετάλλια είχε κατακτήσει. Και δεν ήταν λίγα, κάθε άλλο: από το ’74 έως το ’81, έξι Ρολάν Γκαρός και από το ’74 έως το ’80 πέντε συνεχόμενα Ουίμπλεντον.

 Κατ’ αρχάς ο Μποργκ άλλαξε την Ιστορία της ρακέτας γιατί ήταν ο πρώτος (θα τον ακολουθούσαν ύστερα η Κρις Έβερτ και μετά θα τον μιμηθούν όλοι οι υπόλοιποι), που απαντούσε με ρεβέρ και με τα δύο χέρια. Μία νέα τεχνική; Κάθε άλλο: ως αυτοδίδαχτος έτσι είχε μάθει να παίζει τένις με μοναδικό αντίπαλο το γκαράζ του σπιτιού του.

 Ο πρώτος που δεν ανέβαινε ποτέ στο φιλέ γιατί είχε τέτοια αυτοπεποίθηση και επίγνωση της δύναμής του, που για να λυγίσει τον αντίπαλο του αρκούσε να εφευρίσκει δυνατά χτυπήματα από τη base line.

 Ο πρώτος τενίστας μ’ εμφάνιση «Rock star», με μακρύ μαλλί, πιασμένο με μπαντάνα για τον ιδρώτα στα πρότυπα του αγαπημένου του, Πολωνού τερματοφύλακα Γιαν Τομαζέφσκι στο Μουντιάλ του ’74, στη Γερμανία. Και ο μοναδικός που μία ωραία μέρα παράτησε, χωρίς λόγο ξαφνικά τα πάντα στο απόγειο της καριέρας του.

 Ήταν μόλις 25 ετών, η εξάρτηση από το αλκοόλ είχε ήδη εισβάλλει στην καθημερινότητά του αν και ήταν τέτοιο το ταλέντο του που, ένα βράδυ παρόλο τα 30 ποτήρια βότκας, την επομένη κέρδισε το ίδιο τον Ιταλό, Αντριάνο Πανάττα που την προηγούμενη είχε αναλάβει, μεθυσμένος να τον βάλει για ύπνο.

 Στην Ιστορία του παγκόσμιου τένις και κυρίως του Ουίμπλεντον έμεινε ο επικός τελικός του ’80 με τον Τζον ΜακΈνροε, ταλαντούχο Αμερικανό που ανέλαβε ύστερα τα σκήπτρα στο παγκόσμιο ranking. Πέρα από το γεγονός ότι ήταν ο πρώτος τελικός που διήρκησε 3 ώρες και 53 λεπτά ήταν και ο πρώτος με τέτοια εξέλιξη «θρίλερ» παρόμοιο ίσως μόνο με το Ναδάλ- Φέντερερ του 2008, πάντα στο φημισμένο αγγλικό γρασίδι.

 Μέχρι τότε κανένας τελικός δεν είχε χρειαστεί να φτάσει σε δύο tie- break, στο 4ο σετ, όταν ο ΜακΈνροε «ακύρωσε» 7 match- points τελικά κερδίζοντας 18-16 και στον 5ο όταν ο Μποργκ κέρδισε 8-6 ύστερα γονατίζοντας, εξουθενωμένος στην πλέον εικονική φωτογραφία του τένις κρατώντας πάντα γερά, στα χέρια του τη βαρύτατη και αχώριστη ξύλινη («Ντόνει») ρακέτα του.

 Δύο χρόνια αργότερα θα παρατούσε τα πάντα, χωρίς τύψεις ή επεξηγήσεις. Μετά βρέθηκε στη Σαουδική Αραβία και πληρωνόταν με ράβδους χρυσού για κάθε μάθημα, μετά επιχείρησε να επιστρέψει, αλλά χωρίς καμία τύχη. Παρόλα αυτά κατάφερε το ίδιο να γίνει ένας θρύλος του αθλήματος και εύλογα αναρωτιόμαστε πόσο μεγαλύτερος θα μπορούσε να είχε υπάρξει εάν δεν παρατούσε τα πάντα στο απόγειο της δόξας του.