Αναλυτικά, ο Πολωνός αμυντικός τόνισε:

Για το αν έχει σταματήσει το ποδόσφαιρο ή όχι: «Δεν ξέρω ακόμα, μπορεί κάτι να γίνει τον Ιανουάριο. Αν έρθει κάποια καλή πρόταση, μπορεί να παίξω ακόμα 1-2 χρόνια. Αν έρθει βέβαια μια πρόταση από μια ομάδα με οικονομικά προβλήματα, δεν θα πάω. Δεν θέλω να... εκνευριστώ».

Για το αν θα παραμείνει και άλλο στην Ελλάδα ή θα επιστρέψει στην Πολωνία: «Μου αρέσει η Ελλάδα. Καμία σχέση με τη ζωή στην Πολωνία. Βέβαια, τα πράγματα έχουν αλλάξει και εδώ. Θα καθίσουμε τουλάχιστον μέχρι του χρόνου το καλοκαίρι, τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολίο. Μετά δεν ξέρουμε τι θα κάνουμε. Να μείνουμε, να γυρίσουμε στην Πολωνία... Παίζουν και τα δύο σενάρια».

Για το ότι στην Τούμπα το Σάββατο είχε δίπλα του τον γιο του: «Του είπα να έρθει μαζί μου στην Τούμπα. Στην αρχή δεν ήθελε, ντρεπόταν λίγο, είχε πολύ κόσμο. Του είπα πως θα ήταν πολύ όμορφο. Ήταν ωραία στιγμή. Πιστεύω είναι ταλέντο, είναι αριστεροπόδαρος. Αυτό είναι καλό. Μακάρι να παίξει ποδόσφαιρο, εγώ θα του βοηθήσω όσο μπορώ. Παίζει αριστερό μπακ, σε κάποια παιχνίδια παίζει και στο κέντρο. Του αρέσει το ποδόσφαιρο, έχει πάθος και αυτό είναι σημαντικό».

Για το αν έχει καταλάβει το πως κατάφερε να είναι τόσο αγαπητός στον κόσμο του ΠΑΟΚ: «Δεν είμαι ένας παίκτης όπως ο Βιεϊρίνια. Εγώ έχω άλλη δουλειά. Έκανα τη... βρώμικη δουλειά στο γήπεδο. Κάποιος απ΄ έξω, δεν βλέπει αυτή τη δουλειά. Για μένα το πιο σημαντικό είναι να κλέβω τη μπάλα από τον αντίπαλο και μετά να τη δώσω για παράδειγμα στον Βιεϊρίνια. Πάντα έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα και όποιος ξέρει από ποδόσφαιρο καταλαβαίνει τη δουλειά μου. Έχω κάνει βέβαια και άσχημα παιχνίδια, όπως άλλωστε όλοι οι ποδοσφαιριστές».

Για το ότι παραδοσιακά οι προσωπικοί του αντίπαλοι αντιμετώπιζαν... δυσκολίες και για το ποιοι ήταν οι πιο δύσκολοι αντίπαλοι που αντιμετώπισε: «Ήταν ένα σερί 10-11 αγώνων, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, όπου κάθε αντίπαλος ή άλλαζε πλευρά ή έβγαινε αλλαγή. Έκανα ό,τι καλύτερο για να μην μπορεί ο αντίπαλος να με περάσει. Οι πιο δύσκολοι αντίπαλοι στην Ελλάδα ήταν ο Σκόκο, ο Λέτο αν ήταν σε καλή κατάσταση. Δεν υπήρχε πάντως ποδοσφαιριστής που να μπορούσε να με περάσει εύκολα. Είχα παίξει αντίπαλος και με τον Γιώργο Γεωργιάδη, έπαιζε στον Ολυμπιακό και εγώ στον Ηρακλή. Τον «είχα» πάντως τον Γεωργιάδη. Στις προπονήσεις όταν είχα αντίπαλο τον Βιεϊρίνια, ποτέ δεν ήμουν χαλαρός. Είχαμε και προπονητή τον Σάντος και αν ο Αντρέ με περνούσε 2-3 φορές, θα είχα εγώ πρόβλημα».

Για το ποιους προπονητές με τους οποίους συνεργάστηκε, ξεχωρίζει: «Πιστεύω τον Σάντος. Με βοήθησε πολύ, ήμασταν τρία χρόνια μαζί. Πολύ σοβαρός προπονητής, έχει μέσα στο μυαλό του πως πρέπει η ομάδα του να παίξει. Μιλήσαμε πάρα πολλές φορές τετ α τετ στα αποδυτήρια. Για μένα ήταν και σαν πατέρας. Παίζαμε πολύ σκληρά στην άμυνα, είχαμε βέβαια και πολλούς καλούς ποδοσφαιριστές. Πολλές φορές βέβαια τα παιχνίδια τέλειωσαν 1-0, 0-1 (γέλια). Αυτό είχε στο μυαλό του ο Σάντος».

Για το αν του αρέσει περισσότερο ο ΠΑΟΚ του Σάντος ή ο φετινός: «Είναι δύσκολο να απαντήσω. Αν απαντήσω σαν ποδοσφαιριστής, για μένα το πιο σημαντικό είναι να μη δεχθούμε γκολ. Τώρα ο ΠΑΟΚ παίζει ανοιχτά, ανεβαίνει και ο Λίνο και ο Κίτσιου. Τα παιχνίδια του είναι ανοιχτά. Στον κόσμο πιστεύω αρέσει αυτός ο ΠΑΟΚ. Αυτό όμως είναι επικίνδυνο. Μπορεί να δεχθείς γκολ γρήγορα, όπως στο τελευταίο παιχνίδι. Ευτυχώς στο τέλος το κερδίσαμε, το πιο σημαντικό ήταν πως πήραμε τους τρεις βαθμούς. Η ομάδα είναι κοντά στον Ολυμπιακό και την Κυριακή θα δούμε...

Για το αν μπορεί ο ΠΑΟΚ να κατακτήσει φέτος έναν τίτλο: «Πιστεύω μπορεί. Έχει τρεις βαθμούς διαφορά με τον Ολυμπιακό, μπορεί να κερδίσει πιστεύω την Κυριακή και να τον φτάσει. Και εμείς είχαμε καλή ομάδα με μεγάλους παίκτες αλλά δεν πήραμε τίποτα, ούτε ένα κύπελλο. Αυτό με στενοχωρεί. Έπρεπε να πάρουμε κάτι...».

Ο καλύτερος φίλος του στον ΠΑΟΚ: «Κάναμε πολύ πλάκα με τον Μπαλάφα. Πολύ καλό παλικάρι και καλός ποδοσφαιριστής. Αυτός κρατούσε το κλίμα στην ομάδα. Και ο Στέλιος Ηλιάδης παλαιότερα και ο Πάμπλο Γκαρσία...».

Για το τι... έλεγαν με τον Σορλέν, με τον οποίο μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο στις αποστολές και στις προετοιμασίες: «Ο Σορλέν δεν ήξερε αγγλικά. Ήξερε μόνο δυο – τρεις λέξεις. Yes, no, why not pay (γέλια). Ήταν ένας ύσυχος άνθρωπος, δεν μιλούσε πολύ. Συνήθως άνοιγε τον υπολογιστή του και μετά είχε το μυαλό του μόνο εκεί».