Μέχρι στιγμής και ύστερα από τις νέες, ταχύτατες εξελίξεις η Δανία, η Σουηδία, αλλά τελευταία και η Γερμανία, ενοχλημένες από τον τσαμπουκά του «πλανητάρχη» σκέφτονται σοβαρά να μποϊκοτάρουν την ποδοσφαιρική διοργάνωση ως μοναδικό όπλο διαμαρτυρίας προς μία ανεξέλεγκτη πολιτική που αλλάζει επικίνδυνα, τις ισορροπίες, τη μία στη Λατινική Αμερική, την άλλη στη Μέση Ανατολή.

 Η Fifa, βέβαια κάνει τον… Κινέζο και σφυρίζει αδιάφορα, αφενός γιατί πιστεύει ότι στο τέλος θα θριαμβεύσουν, τόσο η κοινή λογική, όσο η διπλωματία της μπάλας. Αφετέρου γιατί, ακόμη και να συμβεί το συγκεκριμένο, ακραίο σενάριο για την παγκόσμια, ποδοσφαιρική Ομοσπονδία δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από ένα, από τα κλασικότερα των «déjà vu».

 Η Ιστορία των μποϊκοτάζ σε Μουντιάλ χρονολογείται από το μακρινό 1930. Άλλοι απείλησαν ή ανέμισαν τα «όχι» τους από ιδεολογία και προπαγάνδα. Άλλοι, πάλι από θέση, άποψη, αλλά και άλλοθι γιατί αυτό τους εξυπηρετούσε.

 Η διοργάνωση της Ουρουγουάης, η πρώτη όλων των εποχών, με τη ματιά του σήμερα θύμιζε πολύ περισσότερο τα πάρτι του θρυλικού Τσάρλι Μπράουν (που καλούσε όλο τον κόσμο, αλλά στο τέλος δεν εμφανιζόταν κανένας), παρά μία ποδοσφαιρική γιορτή.

 Η Ουγγαρία, η Αυστρία και η τότε Τσεχοσλοβακία, θεωρητικά τρεις από τις καλύτερες ομάδες εκείνης της εποχής, στον πλανήτη είχαν απαιτήσει από τη Fifa ένα σημαντικό χρηματικό bonus συμμετοχής. Άλλες ομάδες δεν είχαν τα χρήματα για να ταξιδέψουν, με υπερωκεάνιο σχεδόν δύο μήνες στον Ατλαντικό, προς και από το Μοντεβιδέο.

 Οι «ψηλομύτες» οι Άγγλοι, ως «δάσκαλοι του football» είχαν σνομπάρει το πρώτο «Rimet» αποκαλώντας το «μία ποδοσφαιρική διοργάνωση κατάλληλη μόνο για την πλέμπα». Και όταν τελικά καταδέχτηκαν να συμμετάσχουν, το ’50 στη Βραζιλία γύρισαν σπίτια τους κατακόκκινοι από ντροπή με δύο βαρύτατα 1-0 στην πλάτη: από την Ισπανία και ακόμη χειρότερα, από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

 Νωρίτερα η Ουρουγουάη είχε αρνηθεί να παίξει το ’34 στην Ιταλία γιατί, ως παγκόσμια πρωταθλήτρια είχε ζητήσει να διοργανώσει ξανά το Μουντιάλ στην έδρα της. Το ’38 οι Αυστρία, Κολομβία, Κόστα Ρίκα, Μεξικό, Σαλβαδόρ και Ηνωμένες Πολιτείες δεν πήγαν στη Γαλλία λόγω της εισβολής του Χίτλερ στην Πολωνία. Ούτε όμως και οι Αργεντινή, Ουρουγουάη αποδίδοντας το «forfeit» σε οικονομικούς λόγους.

 Ακόμη: η Ινδία μποϊκόταρε το Μουντιάλ του ’50 γιατί η Fifa δεν τους επέτρεψε να παίξουν ξυπόλυτους. Και η τότε Σοβιετική Ένωση το αντίστοιχο του ’74, στη Γερμανία ύστερα από την αναμέτρηση με τη Χιλή που πέρασε στην Ιστορία ως «παιχνίδι φάντασμα».

 Ήταν η 21η Νοεμβρίου του 1973, Χιλή και Σοβιετική Ένωση, μετά το 0-0 στη Μόσχα έπρεπε να παίξουν τη ρεβάνς του μπαράζ πρόκρισης στο Σαντιάγκο. Οι Σοβιετικοί όμως αρνήθηκαν γιατί ο δικτάτορας Πινοσέτ μόλις είχε ανατρέψει με αιματηρό τρόπο τον Αλιέντε, η Χιλή κατέβηκε να παίξει το ίδιο και μπροστά σε 15.000 θεατές έστειλε συμβολικά, σε άδειο τέρμα τη μπάλα στα δίκτυα. Τελικά προκρίθηκε εκείνη, με 2-0 «στα χαρτιά».

 Πλήγμα στη φερεγγυότητα της Fifa ήταν και η απόφαση των αφρικανικών ομάδων να μποϊκοτάρουν το Μουντιάλ του ’66, στην Αγγλία. Και είχαν απόλυτο δίκιο γιατί, στα προκριματικά οι 15 εθνικές τους ομάδες θα διεκδικούσαν μόνο μία θέση, ύστερα μάλιστα από μπαράζ με άλλη μία από την Ασία και την Ωκεανία.

 Πολύ κοντά στο μποϊκοτάζ είχε βρεθεί και η Ολλανδία το ’78, στην Αργεντινή διαφωνώντας για την αιματηρή πολιτική του στρατηγού Βιντέλα. Τελικά υποχρεώθηκε να πάει ύστερα από πιέσεις της ολλανδικής τράπεζας ABN που ήταν και ο μεγαλύτερος χορηγός της διοργάνωσης.

 Όταν η πολιτική εισβάλλει στον αγωνιστικό χώρο, δυστυχώς ή ευτυχώς δεν υπάρχει άλλος τρόπος διαμαρτυρίας από το ιδεολογικό μποϊκοτάζ. Δανία, Σουηδία ή Γερμανία δεν ξέρουμε ακόμη τι ακριβώς θ’ αποφασίσουν. Αυτή τη στιγμή όμως, και έτσι όπως είναι τα πράγματα, κάθε μέρα που περνάει όλο και περισσότερο προσανατολίζονται στο να χαλάσουν το πάρτι στον «πλανητάρχη».