Εάν είχε υποβιβαστεί η Τόττεναμ, που σώθηκε κυριολεκτικά στο παρά 1’, σε βάρος μάλιστα της Ουέστ Χαμ θα περιγράφαμε, αναπόφευκτα και αναμφισβήτητα για ένα από τα μεγαλύτερα «μπαμ» στη σύγχρονη Ιστορία της αγγλικής, αλλά και της ευρωπαϊκής μπάλας.

 Παρόλα αυτά, χάνοντας τους «Hammers» (και τον «δικό» μας Μαυροπάνο, Mvp της σεζόν, για τους Λονδρέζους), ο κόσμος της Premier League δέχτηκε το ίδιο ένα σοβαρότατο πλήγμα γιατί επρόκειτο για μία ομάδα, με λεφτά, καλούς παίκτες και πεπειραμένο προπονητή, που τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο κατάφερνε να τερματίζει στην πρώτη 10άδα, αλλά και να κατακτήσει, μάλιστα πριν από μόλις μία 3ετία ολόκληρο «Conference League».

 Την ακόμη χειρότερη καταστροφή τη βίωσαν στη Bundesliga οι «Λύκοι» της Βόλφσμπουργκ (και του επίσης «δικού» μας Κουλιεράκη) επιστρέφοντας στη 2η κατηγορία για πρώτη φορά ύστερα από 29 ολόκληρα χρόνια.

 Η ομάδα που χρηματοδοτείται, στο 100% από τη διάσημη αυτοκινητοβιομηχανία της «Volkswagen», το 2009 είχε πανηγυρίσει την κατάκτηση του πρωταθλήματος, το ’15 του κυπέλλου, ενώ την επόμενη σεζόν πήγε να γράψει Ιστορία αγγίζοντας την πρόκριση στα ημιτελικά του Champions League με αντίπαλο τη Ρεάλ Μαδρίτης.

 Την κατηγορία των «μεγάλων» αποχαιρέτησε και η ισπανική Τζιρόνα, που κατά τη διάρκεια της 4ετούς παρουσίας της στη Liga είχε προλάβει να γράψει μερικές από τις πλέον εντυπωσιακές σελίδες στην Ιστορία του ισπανικού ποδοσφαίρου.

 Η καταλανική ομάδα «δορυφόρος» του «City Football Group», με απευθείας έλεγχο και χρηματοδότηση από το Αμπού Ντάμπι είχε αιφνιδιάσει την ποδοσφαιρική Ισπανία, τόσο για το ιστορικό 2-1 σε βάρος της Ρεάλ Μαδρίτης, όσο για τη διπλή νίκη, με 2-4 και 4-2 επί της Μπαρτσελόνα χάρη στις οποίες είχε κατακτήσει, για πρώτη φορά στην ύπαρξή της την ιστορική της πρόκριση στο Champions League.

 «Αρχιτέκτονας» του φαινομένου- Τζιρόνα υπήρξε ο καινοτόμος, 50χρονος Ισπανός προπονητής της «Μίτσελ» (Μιγκέλ Άνχελ Σάντσεθ Μουνιόθ) που πρώτο εισήγαγε το «τρελό» σύστημα «3-3-1-3» με τον τερματοφύλακα στο διπλό ρόλο και του σέντερ- μπακ και που ύστερα από μία 6ετία αποχαιρέτησε κι εκείνος το αγαπημένο του «Estadi Montilivi».