Ο πρώην άσος του Ολυμπιακoύ, σε μία μεγάλη συνέντευξή του στη Nova, μιλάει για όλες τις σημαντικές στιγμές της ποδοσφαιρικής του καριέρας. Για το πώς πήγε στον Πανηλειακό από την Σερβία, για τη μεταγραφή του στον Πειραιά και την «εμπλοκή» της ΑΕΚ την τελευταία ημέρα, αλλά και για τα καλύτερα του γκολ στο ελληνικό πρωτάθλημα και στο Τσάμπιονς Λιγκ.

Επίσης, θυμάται το αυτοκίνητο που του είχαν... τάξει από την Γιουβέντους, τα ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό, το πρωτάθλημα του 1997 και εξηγεί τι έγινε και δεν έπαιξε τελικά στην Εθνική Ελλάδας.

Αναλυτικά:

Για τη σχέση του με το ποδόσφαιρο στα παιδικά του χρόνια:
«Στα παιδικά χρόνια, όπως όλοι γνωρίζουμε, ξεκινάει σαν μία αγάπη, σαν ένα χόμπι. Έτσι κι εγώ στο σπίτι μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μεγάλωσα με μία μπάλα, η οποία στη συνέχεια έγινε και επάγγελμα. Ξεκίνησα σε μία ομάδα μεσαία τη Ραντνίτσκι και από κει και πέρα κάναμε το χόμπι επάγγελμα».

Για το πώς συμφώνησε με τον Πανηλειακό: «Με ανακάλυψε ο Άγγελος Τραυλός μαζί με τον Κώστα Στράντζαλη, ο οποίος ήταν σύμβουλος του κ. Σταυρόπουλου, προέδρου τότε του Πανηλειακού. Γνώριζαν ότι είχα τη διάθεση να φύγω από τον Ερυθρό Αστέρα, τα προβλήματα ήταν λίγο-πολύ γνωστά, η χώρα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση, άρχισε ο πόλεμος κι από κει και πέρα δεν ήμουν και πολύ ευχαριστημένος στον Ερυθρό Αστέρα. Δεν πήρα τις ευκαιρίες, που θα έπρεπε να πάρω και ήρθαμε σε συμφωνία ν’ ανοίξω μία καινούργια σελίδα και να έρθω στην Ελλάδα».

Για τον πόλεμο στην πατρίδα του και το ξεκίνημα στην Ελλάδα: «Απώλειες ευτυχώς δεν είχαμε, απλά είχαμε κάποιους γνωστούς, φίλους, που χάθηκαν στον πόλεμο. Εκεί που βρισκόταν το σπίτι μου δεν περνούσαμε τόσο μεγάλο κίνδυνο, αλλά υπήρχαν πολλά προβλήματα, δεν ήξερες τι σε περιμένει αύριο, γενικώς ήταν μία πολύ δύσκολη κατάσταση. Το ’92, τον Δεκέμβριο, ξεκινάω μία καινούργια καριέρα ξεχνάω όλα τα προηγούμενα και θα ‘λεγα ότι αρχίζω από το μηδέν. Και έρχομαι στον Πανηλειακό και ξεκινάει όλη η καριέρα μου στην Ελλάδα. Το πρώτο εξάμηνο δεν πετύχαμε την άνοδο για ένα παιχνίδι. Ήταν δύο-τρεις αγωνιστικές πριν το τέλος του πρωταθλήματος, παίζαμε με την Καλαμάτα κι όποιος κέρδιζε ανέβαινε στη Β΄Εθνική. Μας κέρδισε η Καλαμάτα σε εκείνο το παιχνίδι και εξασφάλισε την άνοδο. Εμείς ανεβήκαμε τον επόμενο χρόνο με 10-15 πόντους διαφορά στη Β΄ Εθνική και μετά στην Α΄ με ίδια διαφορά περίπου».

Για το πρώτο του γκολ στην Α΄Εθνική τον Νοέμβριο του 1995: «Πως δεν το θυμάμαι; Στην Ξάνθη ήταν. Το θυμάμαι πάρα πολύ καλά. Ειδικά στον Πανηλειακό εκείνη η χρονιά στην Α΄Εθνική δεν ήταν και η καλύτερη. Εκείνη τη χρονιά θυμάμαι ο προπονητής μού άλλαζε πολλές φορές θέση, μέχρι και αριστερό μπακ με έβαζε, αμυντικό χαφ και διάφορα… Μέχρι να μάθω και την κατηγορία υπήρχαν δυσκολίες μέσα στη χρονιά, αλλά καταφέραμε και παραμείναμε στην κατηγορία. Είχαμε μία πάρα πολύ καλή ομάδα και από κει και πέρα το ’96 ξεκινάμε μία νέα σελίδα στον Ολυμπιακό».

Για την εμπλοκή της ΑΕΚ στο θέμα της μεταγραφής του το 1996: «Έτσι ακριβώς. Υπήρχε ένα μπέρδεμα θα έλεγα τις τελευταίες ημέρες της μεταγραφής στον Ολυμπιακό. Είχα συζητήσει με τον Ολυμπιακό, είχαμε συμφωνήσει προφορικά και την τελευταία ημέρα, που ο κύριος Λούβαρης έκανε τις επαφές με τον Πανηλειακό και τον κύριο Σταυρόπουλο, περίμενα να τα βρουν οι ομάδες και να τελειώσει η μεταγραφή. Θυμάμαι ένα τηλεφώνημα από τον κύριο Σταυρόπουλο που με κάλεσε στο γραφείο του να τα πούμε. Εγώ βέβαια, περίμενα να τα έχουν βρει με τον Ολυμπιακό κι έτσι έφυγα χαρούμενος από το σπίτι. Φτάνω στο γραφείο, η γραμματέας με περνά μετά από κάποια λεπτά μέσα και ανοίγω την πόρτα και βρίσκω τον κύριο Τροχανά με τον κύριο Στράτο, τεχνικό διευθυντή της ΑΕΚ νομίζω τότε. Θυμάμαι καλά τον κύριο Σταυρόπουλο να μου λέει χαρακτηριστικά «εγώ τα έχω βρει με την ΑΕΚ και απομένει τα βρείτε κι εσείς». Εκεί τα έχασα όλα, τα… είδα όλα. Σίγουρα η ΑΕΚ τότε, ειδικά από το ‘92-‘93 που ήρθα στην Ελλάδα, μέχρι το ‘95-‘96 είχε παίξει πολύ όμορφο ποδόσφαιρο και ήταν μία ομάδα που μου άρεσε να τη βλέπω. Ωστόσο, ο λόγος που διάλεξα τον Ολυμπιακό, πέρα από τα χρώματά του, ήταν ότι έβλεπα ότι πάει να γίνει κάτι καινούργιο. Επέμεινα λοιπόν, κι έτσι όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα, δικαιώθηκα. Προσπαθώ να διαβάσω τη συνέχεια, να περιορίσω τα λάθη και να το δω και λίγο μακροπρόθεσμα. Σίγουρα μπορεί να είναι ωραία μία στιγμή, αλλά η στιγμή τελειώνει και νομίζω ότι το πιο σημαντικό είναι η διάρκεια».

Για το γεγονός ότι σε όλη του σχεδόν την καριέρα φόρεσε ερυθρόλευκα: «Αν εξαιρέσουμε μία χρονιά μόνο, που ήμουν δανεικός από τον Ερυθρό Αστέρα στη Σπάρτακ Σούμποτιτς, πάντα φοράω ερυθρόλευκα. Εκείνη η ομάδα είχε χρώματα το μπλε και το άσπρο, αλλά και τότε δεν μπορώ να θεωρήσω ότι ήμουν δικός τους παίκτης, αφού ήμουν δανεικός. Γενικά λοιπόν, σε όλη την καριέρα μου φοράω ερυθρόλευκα. Τώρα δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό, πάντως από τα χρώματα είμαι πολύ ευχαριστημένος (χαμογελάει). Με εκφράζανε».

Για τις θέσεις που προτιμούσε να παίζει: «Υπήρχαν δύο-τρεις θέσεις που μου ταιριάζανε. Και χαφ έξω αριστερά και στο κέντρο. Αυτές τις δύο θέσεις έχω παίξει περισσότερο από όλες και τις γνωρίζω καλύτερα. Υπήρχαν περιπτώσεις που έπαιζα δεξιά ή σε κάποια άλλη θέση -θυμάμαι ένα διάστημα με έβαζαν ακόμα και αριστερό μπακ- και γενικά είναι ανάλογα το παιχνίδι. Εκεί που ήμουν πάντα διαθέσιμος ήταν να βοηθήσω την ομάδα μου με όποιο τρόπο μπορώ».

Για την πρώτη του σεζόν στον Ολυμπιακό και την επιστροφή της ομάδας στους τίτλους ύστερα από πολλά χρόνια: «Ό,τι και να πούμε για τα συναισθήματα είναι λίγο γιατί η ομάδα είχε κακές προηγούμενες χρονιές και αρκετά χρόνια χωρίς τίτλο. Ήρθαμε αρκετοί καινούργιοι παίκτες, καινούργιος προπονητής, σίγουρα είχαμε μεγάλο άγχος, πίεση, θέληση και υπήρχαν ορισμένες στιγμές, που όλα αυτά πραγματικά φαίνονταν στον αγωνιστικό χώρο. Το θέλαμε τόσο πολύ όμως, που στο τέλος δικαιωθήκαμε όλοι από αυτή την προσπάθεια και σπάσαμε αυτό το αρνητικό ρεκόρ. Πήραμε τον τίτλο και όλοι ήμασταν σε…άλλο πλανήτη. Εμείς, αλλά νομίζω και ο κόσμος ζήσαμε πραγματικά αξέχαστες στιγμές. Είναι ξεχωριστό. Είναι ξεχωριστό νομίζω το πρώτο πρωτάθλημα, είναι το πιο σημαντικό. Να ξεκινήσεις καλά και να σου φύγει αυτό το άγχος και η πίεση που υπήρχε από τις άσχημες προηγούμενες χρονιές. Να γυρίσει υπέρ σου η κατάσταση και μετά έρχεται η ηρεμία μέσα στην ομάδα και μπορείς να δουλέψεις με διαφορετικό τρόπο».

Για το σερί των τίτλων: «Πραγματικά κάναμε ένα πάρα πολύ καλό σερί με τις κατακτήσεις τίτλων. Ο στόχος του Ολυμπιακού πάντοτε είναι αυτός. Ο Ολυμπιακός είναι μία πολύ μεγάλη ομάδα και πάντα κάθε καινούργια χρονιά θα κυνηγάει τίτλους, είτε έχει πάρει ένα, είτε έχει πάρει δέκα».

Για το πρώτο του γκολ με τον Ολυμπιακό: «Και βέβαια θυμάμαι το πρώτο μου γκολ. Ήταν στην Καστοριά στο 1-5. Ήταν μία χρονιά, όπου έγιναν πολλές αλλαγές. Νέος προπονητής, πολλοί καινούργιοι παίκτες, καινούργια ομάδα, καινούργιο ξεκίνημα. Σίγουρα σε εκείνο το παιχνίδι ήμασταν πάρα πολύ αγχωμένοι γιατί θέλαμε πολύ να ξεκινήσουμε με το δεξί. Η Καστοριά ήταν ομάδα, που είχε ανέβει από τη Β΄Εθνική, υπήρχαν κάποιες δυσκολίες, αλλά τις ξεπεράσαμε, νικήσαμε και άνοιξα λογαριασμό που λέμε».

Για το πρώτο του ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό και το γκολ που σημείωσε: «Ήταν ένα πραγματικό ντέρμπι. Κερδίσαμε το πέναλτι με τον Ίβιτς και δημιουργήθηκε μία περίεργη κατάσταση εκείνη την στιγμή γιατί είχε προηγηθεί μία χρονιά, όπου είχαν χάσει αρκετοί παίκτες πέναλτι. Πήρα την απόφαση να εκτελέσω το πέναλτι, ευτυχώς το βάλαμε και κερδίσαμε ένα παιχνίδι, με το οποίο ξεκινήσαμε μία διαφορετική πορεία. Είναι πολύ δύσκολο πραγματικά να περιγράψεις πώς νιώθεις εκείνη την ώρα. Πρέπει πρώτα απ’ όλα να συγκεντρωθείς και να τα βγάλεις όλα από το μυαλό σου. Να είσαι συγκεντρωμένος αποκλειστικά στην εκτέλεση. Είναι δύσκολα συναισθήματα, πριν το πέναλτι και μετά το πέναλτι είναι δύο διαφορετικά πράγματα και δεν νομίζω ότι υπάρχουν λόγια που μπορούν να περιγράψουν αυτά τα συναισθήματα».

Για τον σοβαρό τραυματισμό του στο γόνατο λίγες ημέρες μετά: « Μία εβδομάδα ακριβώς μετά παίζουμε το επόμενο παιχνίδι στη Βέροια και στο 20λεπτο-30λεπτο έχω δεχτεί ένα χτύπημα στο γόνατο. Είχα κάποιους πόνους, έτσι όπως το λένε ποδοσφαιρικά έσφιξα τα δόντια και έπαιξα όλο το παιχνίδι, με αποτέλεσμα να πάθω ζημιά και μετά από δύο-τρεις ημέρες να κάνω και χειρουργείο. Είχα ρήξη χιαστού. Εντάξει, όταν έχεις έναν τέτοιο τραυματισμό υπάρχει φόβος, υπάρχει ανησυχία να γίνεις όσος μπορείς πιο γρήγορα καλά, αλλά από κει και πέρα αρχίζεις και εκτιμάς κάποια άλλα πράγματα διαφορετικά. Μέχρι να το πάθεις, δεν σέβεσαι και τόσο κάποια άλλα πράγματα. Απλά δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, τον χρόνο δεν γινόταν να τον γυρίσω πίσω. Μου απέμενε να δουλέψω, να προσπαθήσω να γυρίσω γρήγορα, με καλή ψυχολογία, θέληση και τη βοήθεια των φυσιοθεραπευτών. Δούλεψα πάρα πολύ και γύρισα πάρα πολύ γρήγορα. Σε τρεισήμισι-τέσσερις μήνες έπαιξα ξανά 90 λεπτά παιχνίδι».

Για τις καλύτερες στιγμές του στον Ολυμπιακό: «Καλύτερη στιγμή είναι και ο πρώτος χρόνος κατάκτησης του τίτλου. Δεύτερη πολύ καλή στιγμή ήταν που κατακτήσαμε τον 7ο σερί τίτλο. Ξεχωρίζει επίσης η επιστροφή στο «Καραϊσκάκη» με την καινούργια του μορφή. Υπάρχουν πολλά σε αυτά τα 13 χρόνια και μπορώ να θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, που έζησα περισσότερες καλές στιγμές παρά κακές».

Για την ευρωπαϊκή εμπειρία στο Μοζίρ το 1997: «Πώς να μην το θυμάμαι; Με το Τσέρνομπιλ είχαμε ταλαιπωρηθεί πάρα πολύ εκεί. Ήταν δύσκολες οι συνθήκες εκεί πραγματικά. Δεν βρίσκαμε και ξενοδοχείο να κοιμηθούμε, κοιμηθήκαμε σε κάποια εστία σχολείου θυμάμαι. Αλλά εντάξει, το ξεπεράσαμε κι αυτό. Είναι μέσα στο ποδόσφαιρο να έχουμε κι αυτή την κλήρωση, ναι μεν υπήρχε δυσκολία με τον συγκεκριμένο αντίπαλο, αλλά τα καταφέραμε».

Για το νικηφόρο παιχνίδι με την Πόρτο την ίδια χρονιά: «Εικόνες πάρα πολύ όμορφες. Θυμάμαι το ΟΑΚΑ γεμάτο από 80.000 κόσμο. Ο Ολυμπιακός μετά από πολλά χρόνια εμφανίστηκε στο Τσάμπιονς Λιγκ. Βέβαια, υπήρχε άγχος, ο αντίπαλος ήταν δύσκολος και σίγουρα πιο έμπειρος, αλλά ευτυχώς με τη βοήθεια του κόσμου και την καλή εμφάνιση τη δική μας φτάσαμε σε πολύ σημαντική νίκη μ’ ένα πολύ όμορφο γκολ του Στέλιου Γιαννακόπουλου, που νομίζω είχε βγει και το καλύτερο γκολ της χρονιάς».

Για το πρώτο δικό του γκολ στη διοργάνωση: «Με τη Ρόζενμποργκ, με φάουλ στο τέλος. Ήταν σημαντικό ματς γιατί θέλαμε κι εμείς να κλείσουμε θετικά τον όμιλο. Χάναμε 2-1 και νομίζω είχε κερδίσει το φάουλ ο Τάσος Μητρόπουλος. Το εκτέλεσα και έγινε το 2-2 με αποτέλεσμα να περάσει και η Γιουβέντους στον επόμενο γύρο. Ευνοήθηκε με την ισοφάριση και ακόμα το περιμένουμε το αυτοκίνητο (γέλια). Εντάξει, ήταν μία πλάκα αυτό. Απλά υπήρχε μία συζήτηση αν θα μου κάνουν κάποιο δώρο, γιατί τους κάναμε εμείς δώρο από την πλευρά μας με την ισοφάριση στο ματς με τη Ρόζενμποργκ. Πέρασαν στον επόμενο γύρο και έπαιξαν και στον τελικό εκείνη τη χρονιά. Κάποια στιγμή λοιπόν, είχα κάνει ένα αστείο σε κάποιο ραδιόφωνο και είχα μιλήσει για μία Φεράρι. Ήταν αστείο».

Για το πρώτο του χατ τρικ στο ελληνικό πρωτάθλημα: «Ναι, με τον Αθηναϊκό στο ΟΑΚΑ. Θυμάμαι χαρακτηριστικά είχαμε κάνει ένα πάρα πολύ ωραίο παιχνίδι και πέτυχα το πρώτο χατ τρικ».

Για το δεύτερο σερί πρωτάθλημα τη σεζόν 1997-1998: «Πάντα υπάρχει πίεση. Αυτό δεν φεύγει ποτέ. Βέβαια, δεν ήταν τόση όση ήταν στον πρώτο χρόνο γιατί τότε έφυγε ένα βάρος μπορώ να πω και η ομάδα έδεσε καλύτερα. Άρχισε να παίζει πολύ πιο όμορφο ποδόσφαιρο, πιο αποτελεσματικό και σίγουρα κύλησε πολύ πιο εύκολα η επόμενη σεζόν».

Για το καλύτερο γκολ, που έχει πετύχει: «Δύσκολη ερώτηση. Υπάρχουν πολλά γκολ. Ανάλογα τη σημασία του αγώνα. Ένα γκολ που μου άρεσε πάρα πολύ το είχα βάλει με τον Παναθηναϊκό. Γενικά όλη η φάση, η ένταση, η διαδικασία, γιατί στο πρώτο ημίχρονο είχα χάσει πέναλτι στο 44΄ με κάνουν να το ξεχωρίζω. Μπήκε ο Τζιοβάνι στο δεύτερο ημίχρονο, μου έκανε μία εξαιρετική πάσα και με ένα άνοιγμα έβαλα γκολ και πήραμε το παιχνίδι. Ένα πολύ ωραίο γκολ, στο οποίο μου άρεσε όλη η ενέργεια, που είχα κάνει, ήταν σε παιχνίδι με τον ΠΑΟΚ στην Τούμπα. Ένα γυριστό σουτ με τερματοφύλακα τον Τοχούρογλου νομίζω όπου νικήσαμε 4-2. Όμορφο γκολ είχα βάλει και στο Παλέρμο με τη Γιουβέντους. Εντάξει, κάθε γκολ έχει τη δική του χάρη».

Για την ιδιαίτερα αποτελεσματική σεζόν 1998-1999: «Ναι, ήταν πραγματικά μία πολύ καλή χρονιά απ’ όλες τις πλευρές θα έλεγα. Το πρωτάθλημα ήρθε σε συνδυασμό με την ευρωπαϊκή πορεία κι αν ήμασταν πιο τυχεροί σ’ εκείνο το τελευταίο πεντάλεπτο με τη Γιουβέντους ίσως να μιλούσαμε τώρα για διαφορετικά πράγματα. Αλλά εντάξει, έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Μία κακή στιγμή δεν μας έδωσε τη δυνατότητα να βρεθούμε στα ημιτελικά».

Για τον επαναληπτικό με την Ανόρθωση στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ: «Θυμάμαι ο πρόεδρος μας είχε πει «αν χάσετε αυτό το παιχνίδι θα γυρίσετε κολυμπώντας». Ήταν πραγματικά πολύ δύσκολη η παραμονή αυτού του παιχνιδιού, θέλαμε να περάσει και να είμαστε την επόμενη μέρα στην κλήρωση».

Για τις συνθήκες στο καθοριστικό εκτός έδρας ματς με την Κροάσια Ζάγκρεμπ: «Δεν ήταν γήπεδο εκείνο, ήταν παγοδρόμιο. Είχαμε πάει να παίξουμε με μείον 16 βαθμούς Κελσίου, βγήκαμε μία μέρα πριν για την προπόνηση και είχαμε πέσει όλοι, είχαμε χτυπήσει όλοι, δεν μπορούσε να σταθεί κανένας όρθιος σε εκείνο το γήπεδο. Δεν είχαμε και κατάλληλα παπούτσια. Ευτυχώς για καλή μας τύχη ερχόταν η ομάδα του μπάσκετ στην Κροατία να παίξει το πρωί και μας έφερε τα κατάλληλα παπούτσια. Παρόλα αυτά εμείς δεν ήμασταν συνηθισμένοι σε αυτές τις συνθήκες και υπήρχε μία δυσκολία μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Δεν μπορούσαμε να σταθούμε όρθιοι, όμως είχαμε κοντούς παίκτες, όπως ο Νινιάδης και ο Στέλιος, που στέκονταν πιο νορμάλ από μας που ήμασταν πιο ψηλοί και πιο δυνατοί. Καταφέραμε και ισοφαρίσαμε εκείνο το ματς και περάσαμε στον επόμενο γύρο».

Για τον αποκλεισμό από τη Γιουβέντους στα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ: «Ακόμα δεν μπορούμε να το ξεπεράσουμε αυτό. Αυτή είναι η αλήθεια. Μας έχει μείνει μεγάλη πίκρα γιατί όλοι όσοι ήμασταν τότε στην ομάδα θεωρούμε ότι αξίζαμε να περάσουμε στον επόμενο γύρο. Νικούσαμε 1-0 και αν έμπαινε γκολ μία κεφαλιά του Γιώργου Αμανατίδη θα κλείδωνε το παιχνίδι υπέρ μας γιατί ήθελε 10-15 λεπτά για το φινάλε. Στο τελευταίο πεντάλεπτο όμως, με αυτή τη σέντρα και το γκολ του Κόντε, αποκλειστήκαμε. Όσες φορές και να δω αυτή τη φάση, ακόμα δεν μπορώ να την εξηγήσω και να την καταλάβω πως έγινε και τι έγινε. Γιατί πραγματικά η μπάλα ξεκινάει για δεύτερο δοκάρι και ξαφνικά σταματάει και πέφτει σαν πέτρα με αποτέλεσμα να γίνεται ένα, δεν μπορώ να πω λάθος, ένα μπέρδεμα στην αμυντική γραμμή και να δεχτούμε αυτό το γκολ και να μας φύγει η πρόκριση μέσα από τα χέρια».

Για τον τελικό του Κυπέλλου με τον Παναθηναϊκό την ίδια χρονιά, που έφερε το νταμπλ: «Είχε αποβληθεί ο Γιώργος Αμανατίδης για το φάουλ στον Καραγκούνη. Ευτυχώς μας βοήθησε (γέλια). Αστειεύομαι, αλλά πραγματικά ήταν ένας τελικός από τους ωραιότερους που έχω παίξει, ένας φοβερός τελικός, όπου μείναμε με δέκα παίκτες στο 20΄-25΄ και είδαμε ότι στο ποδόσφαιρο υπάρχουν κάποια πράγματα που είναι πολύ δύσκολο να τα εξηγήσεις. Υπήρχε φόβος γιατί μείναμε με παίκτη λιγότερο και μας περίμενε σχεδόν ένας ολόκληρος αγώνας, ωστόσο σε τέτοιες περιπτώσεις αλλάζει η ψυχολογία και συγκεντρώνεσαι εντελώς διαφορετικά με σκοπό να αποδώσεις και για δύο παίκτες. Πραγματικά αυτός ο αγώνας ήταν από τους αγαπημένους μου και ξεχωριστός. Πλέον είχαμε αποκτήσει άλλο αέρα με τα αποτελέσματα που παίρναμε και υπήρχε γενικώς ένας φόβος από τον αντίπαλο. Γενικά από τους μεγάλους αντιπάλους διότι όταν τους κερδίζεις δύο-τρεις φορές συνεχόμενες σίγουρα έρχεται μία ανησυχία κι ένας φόβος. Η αλήθεια είναι ότι από την τρίτη χρονιά και μετά είχαμε αποκτήσει αυτόν τον αέρα και διακατείχε ανησυχία και φόβος τους αντιπάλους».

Για τις προτάσεις, που ακολούθησαν από ξένους συλλόγους και γιατί δεν έκανε το βήμα για το εξωτερικό: «Νομίζω την τρίτη χρονιά, όπου είχαμε όλοι πολύ καλή παρουσία, είχα κάποιες καλές προτάσεις από το εξωτερικό. Τώρα το να λέω ονόματα δεν νομίζω ότι έχει σημασία. Είχα και από την Ιταλία και από την Αγγλία. Ένα-ενάμιση χρόνο πριν είχε φύγει και ο κουμπάρος μου ο Νταμπίζας για τη Νιουκάστλ, είχα και από εκεί πρόταση, αλλά εγώ προσωπικά αυτό που ήθελα, και αυτό που κατάλαβα ότι ήθελε και η πλευρά της διοίκησης, ήταν να συνεχίσουμε τη συνεργασία μας. Σίγουρα σε αυτή την περίπτωση, παρόλο που τελείωσα κιόλας την καριέρα μου στον Ολυμπιακό, δεν μετάνιωσα ούτε για μία στιγμή για τις αποφάσεις που πήρα. Ήταν μία ομάδα που με γέμιζε. Ο στόχος της ήταν πάντα υψηλός. Είχε ευρωπαϊκά παιχνίδια. Ο κόσμος ήταν πάντα κοντά και μας στήριζε. Δεν έβλεπα κάτι που θα μπορούσε να μου δώσει κάτι διαφορετικό στην Ευρώπη. Σίγουρα υπήρχε μεγάλη θέληση και από την πλευρά της διοίκησης του Ολυμπιακού να παραμείνω στην ομάδα, δεν είχαν όρεξη να συζητήσουν καν για προτάσεις που είχα και γενικά μου ταίριαζε η ομάδα. Μου άρεσε όλο αυτό το κλίμα που επικρατούσε στην ομάδα κι όταν υπάρχει ικανοποίηση και από τις δύο πλευρές νομίζω ότι είναι κρίμα, δεν υπάρχει λόγος για αλλαγή. Η τελευταία πρόταση που είχα ήταν στα 32 προς 33 χρόνια μου. Τότε όμως, ήταν πιο εύκολο για μένα να πάρω την απόφαση διότι είχα οικογένεια εδώ, ενώ δεν μου έμεναν και πολλά χρόνια για να μπορώ να πάω έξω και να κάνω καριέρα. Αν έπαιρνα την απόφαση να φύγω, που πραγματικά ήταν δύσκολο επαναλαμβάνω να πάρω τέτοια απόφαση, θα το έκανα στα 25-26 χρόνια μου, εκεί που έχεις τα χρόνια μπροστά σου. Μετά πλέον, στα 32 προς 33, δεν έβλεπα τον λόγο. Είχα κάποιες προτάσεις αρκετά σοβαρές αλλά η σκέψη μου και ο σκοπός μου ήταν να τελειώσω την καριέρα μου στον Ολυμπιακό. Αν έφευγα, θα έφευγα σίγουρα σε καλή ηλικία. Εμένα δεν μου έλειπε κάτι όσον αφορά να πάω στην Ευρώπη και να αποδείξω τι μπορώ να παίξω. Ήταν τόσα πολλά τα παιχνίδια που έκανε μέσα στην κάθε χρονιά ο Ολυμπιακός, που σχεδόν ήταν σαν να έπαιζα Ευρώπη».

Για το ενδεχόμενο να έπαιζε στην εθνική Ελλάδας: «Αρχίζει εκείνο τον καιρό μία συζήτηση με την ΕΠΟ, με τον πρόεδρο και τον προπονητή, νομίζω ήταν ο Δανιήλ Παπαδόπουλος ή ο Ιορντανέσκου. Υπήρχε θέληση, υπήρχε όρεξη να παίξω στην εθνική Ελλάδας, δεν θα έλεγα από όλους όμως. Τουλάχιστον αυτό έχω αντιληφθεί: Ότι κάποιοι άνθρωποι ήθελαν να παίξω στην εθνική Ελλάδας και υπήρχαν άλλοι που ίσως δεν είχαν την επιθυμία να γίνω μέλος της. Για να κερδίσω χρόνο μέχρι να γίνουν τα χαρτιά της ελληνοποίησης είχα αρνηθεί δύο φορές να πάω στην εθνική Σερβίας γιατί όπως γνωρίζετε αν παίξεις έστω και ένα λεπτό σε επίσημο ματς τελειώνει το θέμα. Δεν καταφέραμε με τα χαρτιά να γίνουν όπως τα υπολογίζαμε και από κει και πέρα δεν μπορούσα να περιμένω άλλο. Πήγα κι έπαιξα στη Σερβία κι εκεί τελείωσαν όλα».

Για το ότι θα μπορούσε να ζήσει την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος αν έπαιζε με την εθνική Ελλάδας: «Αυτό που έχει καταφέρει η ομάδα του EURO είναι πολύ σπουδαίο, αλλά δεν ξέρουμε τι εξέλιξη θα είχε για μένα. Μπορεί να ήταν καλύτερα, μπορεί να ήταν χειρότερα, όμως πραγματικά χαίρομαι γι’ αυτό που πέτυχαν γιατί ήταν πολύ μεγάλη υπόθεση και πραγματικά μπράβο τους».

Για τη χειρότερη στιγμή στην καριέρα του: «Η χειρότερη είναι όταν τραυματίζεσαι. Όταν είναι και σοβαρό, όταν έρχεται στην κακή στιγμή… Αγωνιστικά μπορώ να πω πως ήταν τότε με τη Γιουβέντους, αλλά και όταν χάσαμε το σερί μας στο πρωτάθλημα. Εντάξει, μέσα σε αυτά τα 13 χρόνια σίγουρα θα έχεις και κακές στιγμές».

Για το τι άλλαξε με την απομάκρυνση του Μπάγεβιτς το 1999: «Πάρα πολλά αλλάζουνε. Γίνεται η αλλαγή προπονητή, η χρονιά δεν ξεκινά με τον καλύτερο τρόπο, έρχονται ορισμένες παρεξηγήσεις. Ότι υπήρχε φόβος, υπήρχε, αλλά παράλληλα υπήρχε και μία σιγουριά στην ομάδα. Νομίζω δηλαδή, ότι η ομάδα όπως δημιουργήθηκε και χτίστηκε είχε πολλές δυνατότητες, οπότε όποιος προπονητής και να ερχόταν-χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τον επόμενο που είχε αναλάβει- η ομάδα ήταν πολύ στρωμένη και σε πολύ υψηλό επίπεδο και δεν νομίζω ότι θ’ αντιμετώπιζε προβλήματα».

Για τους δύο αγώνες με τη Γιουβέντους στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ: «Έβαλα δύο γκολ στο Παλέρμο, αλλά χάσαμε εδώ 3-1 και θυμάμαι ότι μας είχε βάλει γκολ ο Ντάρκο (σ.σ. Κοβάσεβιτς) και στην Αθήνα και στο Παλέρμο όπου προηγήθηκαν. Έγιναν ωραία ματς, στο πρώτο παιχνίδι θα έλεγα ότι την πατήσαμε πολύ απλά. Δεχτήκαμε δύο γκολ που μπορούσαμε πολύ εύκολα να αποφύγουμε, όμως δεν ήμασταν συγκεντρωμένοι στο γρήγορο φάουλ, στη γρήγορη εκτέλεση, με αποτέλεσμα να το εκμεταλλευτούν οι Ιταλοί που σε αυτά είναι οι καλύτεροι. Στην πονηριά και την εξυπνάδα. Πήγαμε στο δεύτερο ματς και γυρίσαμε το σκορ σε 2-1 υπέρ μας και θυμάμαι χαρακτηριστικά στο τελευταίο τέταρτο τους παίκτες της Γιουβέντους να διώχνουν την μπάλα στις κερκίδες, να πέφτουν κάτω και να καθυστερούνε για να περάσει ο χρόνος. Και τότε η Γιουβέντους ήταν πολύ δυνατή, μία από τις πιο μεγάλες ομάδες στην Ιταλία και μπορείτε έτσι να καταλάβετε τι πίεση της είχαμε δημιουργήσει».

Για την έλευση Τζιοβάνι και Ζάχοβιτς στην ομάδα: «Ήρθαν δύο πραγματικά πολύ καλοί ποδοσφαιριστές. Ο Τζιοβάνι εντάξει, ήρθε από την Μπαρτσελόνα, όλοι τον ξέραμε και ήταν χαρά μας να έχουμε τέτοιο συμπαίκτη, ενώ και ο Ζάχοβιτς είχε κάνει τα τελευταία 1-2 χρόνια εξαιρετικές εμφανίσεις στην Ευρώπη με την Πόρτο. Ίσως εκείνη τη χρονιά η ομάδα να προσπάθησε, με τον ερχομό των Τζιοβάνι και Ζάχοβιτς, ν’ αλλάξει λίγο το στυλ παιχνιδιού των προηγούμενων χρόνων. Ίσως στην αρχή υπήρχαν κάποιες δυσκολίες όσον αφορά στο να γνωριστούμε και να δέσουμε σαν ομάδα . Υπήρχαν αρκετές αλλαγές και για μένα ένα από τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν, ήταν ότι και οι δύο παίκτες αγωνίζονταν σχεδόν στην ίδια θέση, ήταν και οι δύο μεγάλα ονόματα και αυτό, όπως καταλαβαίνετε, από μόνο του φέρνει ορισμένα προβληματάκια. Τα ξεπεράσαμε ευτυχώς και αυτά και καταφέραμε και πήραμε κι εκείνη τη χρονιά τίτλο».

Για το καλύτερο παιχνίδι του: «Είναι πολλά τα παιχνίδια, από τα οποία μπορείς να διαλέξεις το καλύτερο. Δύσκολο να διαλέξω. Ένα ολοκληρωμένο ματς και με τα γκολ και με την παρουσία μου σε όλο το 90λεπτο είναι σχετικά πρόσφατο: Ήταν στη Μαδρίτη με τη Ρεάλ που χάσαμε 4-2. Επίσης, με τη Γιουβέντους στο Παλέρμο έκανα καλό παιχνίδι. Σε κάποια ντέρμπι με την ΑΕΚ, τον Παναθηναϊκό, αλλά και τον ΠΑΟΚ επίσης. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω».

Για τους πολλούς αγώνες που έδινε και την καλή σχέση του με τα δίχτυα: «Πάρα πολλοί αγώνες. Αν εξαιρέσουμε μία-δύο χρονιές, που είχα κάποιους τραυματισμούς, την πρώτη χρονιά κυρίως, κάθε χρόνο έχανα πολύ λίγα παιχνίδια. Από τραυματισμό συνήθως ένα-δύο και ίσως από κάποια κάρτα. Στην ουσία τρία-τέσσερα παιχνίδια έχανα τη σεζόν. Εκεί που πολλές φορές χαιρόμουν περισσότερο ήταν όταν έκανα κάποια ωραία ασίστ. Μου άρεσε περισσότερο ο ρόλος της δημιουργίας. Και τα γκολ είναι ωραία, αλλά υπήρχαν στιγμές που χαιρόμουν περισσότερο με μία όμορφη ενέργεια παρά με ένα γκολ. Γενικά δεν είχα τον ρόλο του γκολτζή στην ομάδα, απλά βρισκόμουν αρκετές φορές στη φάση για γκολ κι ευτυχώς τα πήγαινα καλά».

Για το εντυπωσιακό 6-1 με την ΑΕΚ τη σεζόν 2000-2001: «Ναι, με τον συχωρεμένο τον Παθιακάκη. Πραγματικά ήταν μία εξαιρετική χρονιά κι ένα φοβερό παιχνίδι. Είχαμε νικήσει την ΑΕΚ 6-1. Είναι μεγάλος αντίπαλος η ΑΕΚ και το να βάζεις έξι γκολ σε τέτοιο ντέρμπι είναι πάρα πολύ δύσκολο. Γενικώς όμως, εκείνη τη χρονιά με την ΑΕΚ είχαμε ανοίξει μεγάλους λογαριασμούς».

Για τα παιχνίδια με τον Παναθηναϊκό στο Κύπελλο και τον χαρακτηριστικό πανηγυρισμό όταν εξασφαλίστηκε η πρόκριση στην εκτός έδρας νίκη με 4-1: «Εκείνη την στιγμή, εκείνη την ημέρα, μάς είχε πειράξει ο πανηγυρισμός του Λυμπερόπουλου. Εμάς προσωπικά τους ποδοσφαιριστές. Νομίζω ότι εμείς μπορεί να ήμασταν μία δυνατή ομάδα, αλλά σεβόμασταν και όλους τους αντίπαλους και δεν είχαμε προκαλέσει. Σίγουρα υπάρχουν και ορισμένες στιγμές, που κάποιος αντιδρά διαφορετικά, αλλά σαν ομάδα ποτέ δεν είχαμε αυτόν τον σκοπό, να προσβάλουμε τον αντίπαλο. Με αυτόν τον πανηγυρισμό ανοίξαμε λογαριασμούς και θέλαμε να κάνουμε αντίστοιχο στη ρεβάνς. Βέβαια εγώ έλειπα από αυτό το παιχνίδι λόγω της εθνικής ομάδας, δεν μπορούσαν να πάρω άδεια και να παίξω-ίσως να ήταν και καλύτερα (χαμογελάει)- αλλά ήμουν κοντά στην ομάδα, η οποία τότε θυμάμαι πως είχε κάνει φοβερό παιχνίδι. Έτσι, άνοιξε τους λογαριασμούς κι έκαναν αντίστοιχη κίνηση ο Γεωργάτος με τους υπόλοιπους».

Για τον καλύτερο συμπαίκτη που είχε στον Ολυμπιακό: «Αρκετοί είναι. Απλά μπορώ να πω ότι ο παίκτης που εμένα προσωπικά μου άρεσε να έχω συνεργασία μαζί του, είναι ο Τζιοβάνι».

Για τον τελικό πρωταθλήματος με την ΑΕΚ την επόμενη χρονιά: «Ναι, εκείνο το 4-3. Είναι τελικός, όποιος κερδίζει παίρνει το πρωτάθλημα και γίνεται ένα παιχνίδι πραγματικά πάρα πολύ ωραίο για τον κόσμο που το έζησε. Πολλά γκολ, πολλές φάσεις, ευκαιρίες, η μπάλα πήγαινε πάνω –κάτω, εμείς είχαμε πολύ καλή ομάδα, αλλά και η ΑΕΚ διέθετε πολύ δυνατό σύνολο. Γενικά, όλα αυτά τα χρόνια που βρισκόμουν στον Ολυμπιακό με την ΑΕΚ είχαν γίνει πολλά καλά παιχνίδια και από τις δύο πλευρές. Υπήρχαν πολλά γκολ, θέαμα, παιζόταν γρήγορο και ωραίο ποδόσφαιρο, η ΑΕΚ ήταν ομάδα που μας ταίριαζε πάρα πολύ».

Για τον αγώνα με τη Λα Κορούνια, όπου ο Ολυμπιακός έφτασε μία ανάσα από την πρώτη εκτός έδρας νίκη στο Τσάμπιονς Λιγκ: «Βρεθήκαμε αρκετές φορές κοντά στο διπλό, αλλά πέρα από το ότι δεν μπορούμε να λέμε για όλα ότι είναι και τύχη, ίσως να φταίμε κι εμείς για την ισοφάριση στο «Ριαθόρ». Μας έλειπε συγκέντρωση, παίζουν ρόλο αυτά, αλλά πράγματι ήταν ένα παιχνίδι, στο οποίο πλησιάσαμε πολύ στην κατάκτηση της νίκης και στο ν’ αλλάξουμε λίγο την ψυχολογία υπέρ μας όσον αφορά στο διπλό στο Τσάμπιονς Λιγκ. Δεχτήκαμε το δεύτερο γκολ στην τελευταία φάση από ένα αράουτ κι ένα λεπτό νωρίτερα χάσαμε ευκαιρία να κάνουμε το 3-1.Υπήρχε άγχος, υπήρχε πίεση στην ομάδα και σίγουρα την είχε επηρεάσει πολλές φορές, όπως τότε στην Ισπανία».

Για το ρεκόρ των εφτά συνεχόμενων τίτλων το 2003: «Μετά από πολλά χρόνια σπάμε το ρεκόρ μίας δικής μας ομάδας, που παλαιότερα είχε πάρει έξι συνεχόμενους τίτλους. Ήταν μία πολύ σημαντική χρονιά γιατί αν δούμε στο σήμερα πραγματικά δεν είναι εύκολο να πάρεις τόσα πρωταθλήματα σερί. Θέλαμε πολύ να το καταφέρουμε, το είχαμε κάνει στόχο μας».

Για το χατ τρικ, που πέτυχε στον αγώνα Τσάμπιονς Λιγκ με τη Μπάγερ Λεβερκούζεν: «Ήταν ένα πάρα πολύ καλό ξεκίνημα. Ίσως πιο καλό κι απ’ ό,τι περιμέναμε εμείς οι ίδιοι, αφού παίζαμε με μία ομάδα, που λίγους μήνες πριν είχε παίξει στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ. Ένας λόγος παραπάνω λοιπόν, να υπολογίζεις τον αντίπαλο. Ήταν μία πολύ αξιόλογη ομάδα, στην αρχή δεν πηγαίναμε καλά, αλλά γυρίσαμε το παιχνίδι και νικήσαμε 6-2. Ήταν πραγματικά από τα καλύτερά μας παιχνίδια και με το μεγαλύτερο σκορ στη διοργάνωση»

Για το αν εντοπίζει κάτι ως αρνητικό στην καριέρα του: «Ίσως αυτό που λείπει από την καριέρα μου και νομίζω είχαμε τη δυνατότητα σαν ομάδα να το καταφέρουμε όλα αυτά τα χρόνια, ήταν να έχουμε καλύτερη πορεία στην Ευρώπη. Την αξίζαμε και επαναλαμβάνω ότι είχαμε τη δυνατότητα. Δεν το καταφέραμε και ίσως εκεί είναι ένα κομμάτι που μπορώ να πω ότι μπορούσαμε να κάνουνε μεγαλύτερα πράγματα».

Για την απώλεια του τίτλου το 2004: «Η αλήθεια είναι ότι ήταν δύσκολη χρονιά. Υπήρχαν αρκετές αλλαγές προπονητών και όλα αυτά είχαν αποτέλεσμα να χάσουμε το πρωτάθλημα μετά από οκτώ χρόνια. Είχαμε συνηθίσει κάθε χρόνο να πηγαίνουμε διακοπές με κατάκτηση τίτλου και ήταν μία χρονιά με περίεργα συναισθήματα γιατί αυτή τη φορά φύγαμε για διακοπές χωρίς να καταφέρουμε να κατακτήσουμε κάποιον τίτλο, γιατί εκείνη την χρονιά χάσαμε και το πρωτάθλημα και το Κύπελλο».

Για τον καλύτερο αντίπαλό του: «Καλύτερος αντίπαλος στην πλευρά που παίζω, παίκτης με τον οποίο πραγματικά είχα δυσκολίες, ήταν ο Γιούρκας Σεϊταρίδης. Νέο παιδί, γερός δυνατός, με ταλέντο, τον αισθανόμουν σαν αντίπαλο όταν τον είχα».

Για την παρουσία στο νέο «Καραϊσκάκη» και την επιστροφή στους τίτλους την ίδια χρονιά: «Το κατακτήσαμε μέσα στο «Καραϊσκάκη» και ξεκινήσαμε νέο σερί, σε καινούργιο γήπεδο, με άλλη ψυχολογία. Πραγματικά ήταν κάτι ξεχωριστό. Μετά το τέλος της προηγούμενης χρονιάς, όπου υπήρχαν δυσκολίες, η διοίκηση έκρινε ότι ίσως η καλύτερη λύση ήταν να επιστρέψει ο Μπάγεβιτς. Με την επιστροφή του καταφέραμε πάλι, όπως την πρώτη φορά, που είχαμε έρθει όλοι στον Ολυμπιακό, να πάρουμε τίτλο. Τώρα το πετύχαμε στο καινούργιο γήπεδο, στο οποίο περιμέναμε μεγάλη ανυπομονησία να μπούμε».

Για τον οδυνηρό αποκλεισμό στο Λίβερπουλ στην τελευταία αγωνιστική των γκρουπ του Τσάμπιονς Λιγκ: «Να μιλήσω για το δεύτερο ημίχρονο με τη Λίβερπουλ είναι πολύ δύσκολο. Προσπαθώ να το ξεχάσω (χαμογελάει). Ας ξεκινήσω από το πρώτο ημίχρονο. Ήταν ένα πολύ καλό πρώτο μέρος από μας, ακόμα και ήττα με 2-1 ήταν υπέρ μας για να περάσουμε στον επόμενο γύρο, αλλά εμείς αρχίσαμε πολύ καλά το παιχνίδι και προηγηθήκαμε με τον Ριβάλντο. Στο δεύτερο μέρος δεχτήκαμε πολύ γρήγορα την ισοφάριση, θα έλεγα με τη σέντρα και επήλθε σύγχυση στην ομάδα με αποτέλεσμα να μην μπορέσουμε να κρατήσουμε το υπέρ μας σκορ. Δεν σας κρύβω ότι και η Λίβερπουλ έκανε φοβερό παιχνίδι στο δεύτερο ημίχρονο, μας πίεσε πάρα πολύ, δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε και χάσαμε την πρόκριση μέσα από τα χέρια μας. Σε εκείνο το γκρουπ η Λίβερπουλ ήταν η πιο ασταθής ομάδα κι αν κάποια δεν έπρεπε να περάσει στον επόμενο γύρο αυτή ήταν η Λίβερπουλ. Τα έχει όμως, αυτά το ποδόσφαιρο και είδαμε ότι η Λίβερπουλ έφτασε και στον τελικό με τη Μίλαν και κατέκτησε και το τρόπαιο γυρίζοντας ένα παιχνίδι, στο οποίο έχανε 3-0 μέχρι το 60΄. Έτσι, διατηρήθηκε και στο Τσάμπιονς Λιγκ. Δυστυχώς ή ευτυχώς, μάλλον ευτυχώς γιατί αυτή είναι η ομορφιά του ποδοσφαίρου να γίνονται αυτά τα απρόσμενα πράγματα. Είχαμε καλή ομάδα πάντως. Είχε έρθει και ο Ριβάλντο, που πραγματικά έδωσε άλλη ώθηση στην ομάδα και γενικά είχαμε μία ομάδα ώριμη για μεγάλα πράγματα».

Για τις αγαπημένες του ομάδες: «Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ μου αρέσει από την Αγγλία, από την Ισπανία η Ρεάλ από την Ιταλία η Μίλαν».

Για τα νταμπλ το 2005 και το 2006: «Η ομάδα ήταν πολύ έμπειρη, πολύ ώριμη, ενώ ήρθαν και κάποιοι πολύ ποιοτικοί παίκτες. Η ομάδα χρειαζόταν ένα φρεσκάρισμα με νέους παίκτες και κάποια συμπλήρωση, καθώς η φουρνιά από το ‘96 άρχισε σιγά-σιγά και να μεγαλώνει και να μην έχει την ίδια απόδοση. Χρειαζόταν λοιπόν, συμπληρώματα η ομάδα, έδεσαν με το σύνολο οι αξιόλογοι νέοι παίκτες κι έτσι αυτές τις δύο χρονιές ήρθαν πολύ καλά αποτελέσματα».

Για τους αγαπημένους του ποδοσφαιριστές: «Αρκετοί είναι. Ανάλογα τη θέση. Στη θέση μου ο Γκικς είναι πραγματικά ξεχωριστός ποδοσφαιριστής. Μου άρεσαν ο Μαραντόνα, ο Ζιντάν, ενώ από τα σέντερ φορ μου αρέσει πάρα πολύ ο Ρονάλντο. Ανεξάρτητα από τους τραυματισμούς του είναι σπουδαίος ποδοσφαιριστής. Από τη νεότερη γενιά πιστεύω ότι ο Μέσι κάνει τη μεγάλη διαφορά, αλλά προς το παρόν μόνο σε συλλογικό επίπεδο με την Μπαρτσελόνα. Εύχομαι να καταφέρει κάτι σπουδαίο και στην εθνική του ομάδα».

Για το πόσο μετρούσε η καρδιά του πρωταθλητή: «Μιλάει διαφορετικά από ένα σημείο κι έπειτα. Είχαμε την εμπειρία, ήμασταν πιο σίγουροι, ξέραμε τι χρειάζεται, πότε χρειάζεται και γιατί χρειάζεται. Είχαμε πλέον μία εμπειρία, μέσα από την οποία μπορούσαμε να κάνουμε πολλά πράγματα στο γήπεδο».

Για τις ομάδες από το εξωτερικό, που έμπρακτα είχαν δείξει ενδιαφέρον για την απόκτησή του: «Από τρεις-τέσσερις ομάδες υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον. Και η Λάτσιο και η Γιουβέντους είχαν δείξει έντονο ενδιαφέρον, η Παρί Σεν Ζερμέν για ένα διάστημα, η Νιούκαστλ τότε, η Τότεναμ, ακόμα και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ένα διάστημα, νομίζω εξαιτίας ενός σοβαρού τραυματισμού του Γκικς. Μεγάλο ενδιαφέρον είχε δείξει και η Βαλένθια, αλλά εντάξει, όταν δεν έχεις στη σκέψη να φύγεις πολύ εύκολα τις αποκλείεις αυτές τις ομάδες. Το μόνο που μπορώ να πω ότι ίσως να μου έλειπε από την Ευρώπη είναι τα ωραία γήπεδα και η οργάνωση. Ίσως αυτό, αλλά κάναμε τόσα ωραία παιχνίδια, που δεν νομίζω ότι μου λείπει κάτι από την Ευρώπη».

Για το πρώτο διπλό στο Τσάμπιονς Λιγκ απέναντι στη Βέρντερ Βρέμης: «Το πρόλαβα. Πρόλαβα να φύγω με διπλά στην Ευρώπη με τον Τάκη Λεμονή (χαμογελάει). Στην Βρέμη κάναμε ωραίο παιχνίδι, γενικώς ήταν καλή χρονιά και κατάφερα να τελειώσω την καριέρα μου και να έχουμε κάνει δύο εκτός έδρας νίκες. Ήταν και μαζεμένες κιόλας εκεί που δεν είχαμε καμία. Ήταν μία ωραία χρονιά στην Ευρώπη παρότι αρχίσαμε χωρίς κόσμο με τη Λάτσιο και ειδικά στο Τσάμπιονς Λιγκ είναι λίγο περίεργο να παίζεις στην έδρα σου χωρίς φιλάθλους. Ειδικά σε τέτοιες μεγάλες διοργανώσεις έχεις μεγαλύτερη ανάγκη τον κόσμο να είναι δίπλα σου. Στην Βρέμη ήταν πολύ κρίσιμο, κομβικό το παιχνίδι για μας και κερδίσαμε μ’ ένα δεύτερο μέρος πραγματικά πάρα πολύ καλό. Το χρειαζόμασταν πολύ αυτό το αποτέλεσμα, ήταν σαν να μας έφυγε αυτό το βάρος και δεν σας κρύβω ότι με τη Λάτσιο στην Ιταλία ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Εμείς οι ποδοσφαιριστές το αντιλαμβανόμαστε, από την στιγμή που έσπασε αυτή η κατάρα το δεύτερο διπλό ήρθε πιο εύκολα. Σίγουρα αυτό θα βοηθήσει τις επόμενες γενιές να έχουν αυτόν τον αέρα και να μην αισθάνονται την πίεση και το άγχος».

Για την απόφασή του ν’ αποσυρθεί από την ενεργό δράση: «Τον τελευταίο χρόνο, από το καλοκαίρι του 2008 έως τον Δεκέμβριο του 2008, αρχίζεις σιγά-σιγά και βλέπεις κάποια πράγματα διαφορετικά πλέον. Αισθάνθηκα ότι πλέον αρχίζει και κλείνει ο κύκλος μου. Ήμουν πάρα πολλά χρόνια στην ομάδα και τον χειμώνα του 2009, Ιανουάριο –Φεβρουάριο, παίρνω πιο καθαρή, οριστική πια απόφαση να κρεμάσω το καλοκαίρι τα παπούτσια μου. Ίσως σωματικά να μπορούσα κι άλλο, σωματικά δεν είχα κάποια προβλήματα που θα μου έβγαιναν μέσα στη χρονιά, αλλά ήταν και θέμα ψυχολογικό. Ήμουν αρκετά χρόνια στην ομάδα, πιστεύω ότι κατάφερα αρκετά πράγματα κι ένας πολύ σημαντικό λόγος είναι πως ένιωσα ότι πλέον κλείνει ο κύκλος μου. Ζύγισα αυτά τα πράγματα και πήρα τη μεγάλη απόφαση».

Για τον συγκλονιστικό τελικό Κυπέλλου με την ΑΕΚ στον επίλογο της ποδοσφαιρικής του δράσης: «Ήταν πραγματικά αξέχαστο παιχνίδι και χαίρομαι που μου φύλαξε ο Θεός αυτή την έκπληξη, να ζήσω αυτή τη συγκίνηση στο τελευταίο δικό μου παιχνίδι. Κι ένα πράγμα που χάρηκα πολύ σε αυτόν τον τελικό, γιατί όπως γνωρίζετε τα τελευταία χρόνια μόνο μία πλευρά φιλάθλων υπάρχει στο γήπεδο, σε εκείνο το ματς, έστω το τελευταίο για μένα, υπήρχε κόσμος και από τις δύο πλευρές. Αυτό ήταν κάτι που μου έλειπε και επίσης έκανε αξέχαστο τον αγώνα. Εσείς οι δημοσιογράφοι που κρατάτε σημειώσεις θα ξέρετε τι γινόταν τα πιο παλιά χρόνια, πάντως εγώ όσα χρόνια είμαι στην Ελλάδα δεν το είχα ξαναδεί και χαίρομαι πολύ που αγωνίστηκα κι εγώ. Όσον αφορά στα πέναλτι είναι και ψυχολογία, παίζει ρόλο και η τύχη. Όταν φτάσαμε σε αυτή τη διαδικασία υπήρχαν και ποδοσφαιριστές που ίσως δεν είχαν κληθεί ποτέ στην καριέρα τους να εκτελέσουν πέναλτι κι έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα εκτελέσαμε όλοι κι έπρεπε να ξεκινήσει και δεύτερος γύρος. Στο πέμπτο πέναλτι μού δόθηκε εμένα η ευκαιρία, που υποτίθεται ότι είχα τη μεγαλύτερη εμπειρία, να ευστοχήσω και να πάω στην εξέδρα και να σηκώσω το τρόπαιο, αλλά και στο τέλος μαθαίνεις πράγματα. Πρέπει να είσαι απόλυτα συγκεντρωμένος και σε εκείνο το πέναλτι είναι αλήθεια ότι μου έφυγε η συγκέντρωση. Πέρασε από το μυαλό μου ότι τόσα έχω εκτελέσει, τόσα έχω βάλει, άλλο ένα δεν λέει τίποτα. Δεν είναι όμως έτσι. Η μπάλα τιμωρεί. Το αποτέλεσμα πάντως, ήταν να πάω στο δεύτερο πέναλτι με άλλο σκεπτικό, αποφασιστικότητα, συγκεντρωμένος και να ευστοχήσω. Και πρέπει σίγουρα να τονίσουμε ότι σε εκείνο το παιχνίδι πολύ μεγάλο ρόλο έπαιξε και ο Αντώνης Νικοπολίδης, που και έπιασε πέναλτι και έβαλε και πραγματικά μας βοήθησε να φτάσουμε στην κατάκτηση αυτού του τίτλου, που πέρα από την επιτυχία ήταν ένα ματς που τα είχε όλα».

Για τα τρόπαια που έχει σηκώσει: «Νομίζω ότι είναι στιγμές, που ονειρεύεται κάθε ποδοσφαιριστής. Στο πρώτο τρόπαιο που σήκωσα, το ’97 στο παλιό «Καραϊσκάκη», δεν ήμουν αρχηγός. Ήταν ο Καραταΐδης, αλλά μετά από χρόνια έτυχε να είμαι αυτός που σήκωσα το πρώτο κύπελλο στο νέο μας σπίτι. Αυτές είναι στιγμές που μένουν για πάντα στη μνήμη».

Για τη σχέση του με τον αριθμό 11 που είχε στη φανέλα: «Ο αριθμός αυτός είναι ο αγαπημένος μου. Έχω ξεκινήσει σαν πιτσιρικάς αριστερό εξτρέμ, δεξί εξτρέμ και όταν άρχισα την καριέρα μου ανάλογα με τα νούμερα παίζαμε και τις θέσεις. Είναι ένα νούμερο που από μικρός το αγάπησα και μου άρεσε πάρα πολύ».

Για το αν αναπολεί τις μεγάλες στιγμές τώρα που βρίσκεται στο ποδόσφαιρο από άλλο μετερίζι: «Δεν ξέρω. Πέρασε τόσο γρήγορα ο χρόνος που δεν το κατάλαβα καν. Ότι ήρθα το ‘96 στον Ολυμπιακό ότι το 2009 σταμάτησα, ότι τώρα έχουν περάσει δύο χρόνια που έχω σταματήσει. Πραγματικά σαν παραμύθι. Ήταν μακρινό παραμύθι, αλλά φυσικά αξίζαμε και κατακτήσαμε τόσα πράγματα. Απλά, όταν γυρίζεις τον χρόνο πίσω υπάρχουν πολλά σημεία, για τα οποία μπορείς να πεις ότι ήμασταν και τυχεροί που βρεθήκαμε σε αυτή την καλή φουρνιά, σε σωστή ομάδα που μας ταιριάζει, με τόσο πολύ κόσμο. Ήταν πραγματικά αξέχαστες στιγμές. Αξέχαστες».