Η Άρσεναλ του Μικέλ Άρτετα είναι πλέον το πιο καθαρό παράδειγμα του τι σημαίνει πραγματικά «trust the process». Όχι ως σύνθημα για να κρύβονται αποτυχίες, αλλά ως ποδοσφαιρικό σχέδιο με συνέχεια, πίστη, σκληρές αποφάσεις και επιμονή.

Όταν ο Άρτετα ανέλαβε την Άρσεναλ τον Δεκέμβριο του 2019, η ομάδα ήταν 11η στην Premier League, με μόλις πέντε νίκες σε 18 αγώνες, χαμηλή ποιότητα στο ρόστερ, κακή ισορροπία και βαθιά ρήξη με τον κόσμο. Το Emirates δεν ήταν πια έδρα φόβου για τους αντιπάλους, αλλά γήπεδο εσωστρέφειας, με χαρακτηριστική στιγμή τις αποδοκιμασίες προς τον Γκρανίτ Τζάκα λίγο πριν την άφιξη του Ισπανού τεχνικού.

Από την αμφισβήτηση στην κορυφή – Πώς η Άρσεναλ έγινε ξανά ομάδα τίτλου

Τα πρώτα χρόνια δεν ήταν εύκολα. Δύο όγδοες θέσεις, αποκλεισμός από το Champions League, αμφισβήτηση, ειρωνεία και το περίφημο «trust the process» να γίνεται αντικείμενο χλευασμού. Ο Άρτετα έκανε λάθη, υπερέβαλε σε στιγμές, έδειχνε πολλές φορές υπερβολικά ελεγκτικός. Όμως δεν έχασε ποτέ τον βασικό του άξονα: να φτιάξει ομάδα με ταυτότητα.

Το πρώτο μεγάλο βήμα ήταν η αποκατάσταση της δομής. Η Άρσεναλ σταδιακά έγινε ομάδα που ξέρει πώς θέλει να χτίζει, πώς πιέζει, πώς αμύνεται και πώς ελέγχει τον ρυθμό. Δεν στηρίχθηκε απλώς σε ατομική ποιότητα. Έχτισε μηχανισμό.

Το δεύτερο βήμα ήταν η άμυνα. Η φετινή Άρσεναλ εξελίχθηκε σε μία από τις κορυφαίες αμυντικές μονάδες που έχει δει η Premier League τα τελευταία χρόνια. Οι συγκρίσεις με την Τσέλσι του Μουρίνιο δεν είναι τυχαίες. Με μόλις 26 γκολ παθητικό έως τώρα, η ομάδα του Άρτετα απέκτησε την πιο δύσκολη ιδιότητα για ομάδα πρωταθλητισμού: να μη χαρίζει τίποτα.

Το τρίτο βήμα ήταν οι στατικές φάσεις. Η Άρσεναλ δεν έγινε απλώς επικίνδυνη στα κόρνερ· έσπασε το ρεκόρ της Premier League με 18 γκολ από κόρνερ μέσα στη σεζόν. Αυτό δείχνει προπονητική λεπτομέρεια, δουλειά, επαναλήψεις και αξιοποίηση κάθε μικρού περιθωρίου υπεροχής.

Το τέταρτο βήμα ήταν το βάθος. Ο Άρτετα κατάλαβε ότι η ομάδα του έχανε τίτλους όχι επειδή δεν είχε κορμό, αλλά επειδή δεν είχε αρκετή αντοχή στο σύνολο του ρόστερ. Οι προσθήκες παικτών όπως οι Κρίστιαν Μοσκέρα, Πιέρο Ινκαπιέ και Νόνι Μαντουέκε ενίσχυσαν τον πάγκο, ενώ οι αναπληρωματικοί της Άρσεναλ έχουν προσφέρει περισσότερα γκολ και ασίστ από κάθε άλλη ομάδα της κατηγορίας.

Κομβική ήταν φυσικά και η μεταγραφή του Ντέκλαν Ράις. Δεν ήταν απλώς μία ακριβή προσθήκη, αλλά παίκτης που άλλαξε το ταβάνι της ομάδας. Έδωσε ένταση, ηγεσία, κάθετο τρέξιμο, κάλυψη χώρων και προσωπικότητα σε αγώνες υψηλής πίεσης.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο, όμως, είναι η φυσική και πνευματική ένταση. Η Άρσεναλ έχει τρέξει περισσότερο από τους αντιπάλους της σε 35 από τα 37 παιχνίδια της σεζόν. Αυτό είναι η απόδειξη ότι οι παίκτες έχουν αγοράσει πλήρως το σχέδιο του προπονητή τους. Όταν μια ομάδα συνδυάζει ταλέντο, τακτική, βάθος και τέτοια ένταση, τότε δεν είναι πυροτέχνημα. Είναι ομάδα τίτλου.

Από την αμφισβήτηση στην κορυφή – Πώς η Άρσεναλ έγινε ξανά ομάδα τίτλου

Η διαφορά με τις προηγούμενες χρονιές είναι ότι αυτή τη φορά η Άρσεναλ άντεξε. Μετά από τρεις συνεχόμενες δεύτερες θέσεις, θα μπορούσε να λυγίσει ψυχολογικά. Αντίθετα, ωρίμασε. Πήρε τα χτυπήματα από τη Μάντσεστερ Σίτι, έμαθε από τις καταρρεύσεις και επέστρεψε πιο συμπαγής.

Ο Άρτετα δεν πήρε μια μικρή ομάδα και την έκανε θαύμα. Είχε χρήματα, είχε στήριξη, είχε κλαμπ με τεράστιο μέγεθος. Όμως πήρε μια Άρσεναλ αποσυνδεδεμένη, γεμάτη αμφιβολία και αγωνιστική σύγχυση, και την έκανε ξανά ομάδα κορυφής.

Αυτό είναι το πραγματικό του επίτευγμα: όχι μόνο το πρωτάθλημα, αλλά η μετατροπή της Άρσεναλ σε οργανισμό που πιστεύει ξανά στον εαυτό του.

Η επόμενη πρόκληση είναι ακόμη πιο δύσκολη. Να μείνει εκεί. Να μην είναι μια ομάδα μίας κορυφής, αλλά μια ομάδα εποχής. Και με όσα έχει δείξει ο Άρτετα, η Άρσεναλ δείχνει πλέον έτοιμη όχι απλώς να κερδίζει τίτλους, αλλά να ανήκει σταθερά στην ελίτ του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.