Τέτοιες μέρες, αποκλειστικά αφιερωμένες στο χειμερινό, μεταγραφικό και κυρίως «διορθωτικό» παράθυρο του Ιανουαρίου συνήθως ο καθένας λέει, διαδίδει ή γράφει ό,τι θέλει: το μακρύ του και το κοντό του, που λένε.

 Αυτό ακριβώς συνέβη κι εκείνη τη χρονιά, που τα μεγάλα, και κυρίως πλούσια «αφεντικά» του ιταλικού calcio πίεζαν την ποδοσφαιρική Ομοσπονδία να ξανά ανοίξει τα σύνορα στους ξένους παίκτες. Τα οποία είχαν, επίτηδες κλείσει με προεδρική απόφαση δέκα χρόνια νωρίτερα λόγω του αποκλεισμού σοκ της «Squadra Azzurra» από το Μουντιάλ του ’66 και την παγκοσμίου άγνωστη Βόρειο Κορέα.

 Με γνώμονα τη «Μητέρα όλων των ηττών» και με επιτακτική ανάγκη την αναδιοργάνωση της ιταλικής μπάλας, οι τότε ποδοσφαιρικές Αρχές είχαν απαγορεύσει στους συλλόγους την απόκτηση ξένων παικτών. Μ’ εξαίρεση τέσσερις «λεγεωνάριους», τους Αλταφίνι (Γιουβέντους), Νενέ (Κάλιαρι), Σορμάνι (Βιτσέντσα), Κλέριτσι (Μπολόνια) που αποδεδειγμένα δένονταν με την Ιταλία είτε μέσω πατέρα και παππού, είτε προπάππου.

 Από το ’45 έως το ’66 είχαν «μεταναστεύσει» στο Campionato 316 ξένοι, σε ρυθμούς 30 και πλέον, το χρόνο με αποκορύφωμα το πρωτάθλημα του ’63 με τον αριθμό ρεκόρ των 59 και με αναπόφευκτη, έως προδιαγραφόμενη παταγώδη αποτυχία στ’ αγγλικά γήπεδα.

 Οι ισχυροί όμως πίεζαν (κυρίως ο Ανιέλλι και η Γιουβέντους) να ξανά ανοίξουν τα σύνορα και στην απέλπιδα προσπάθειά τους ν’ αποδείξουν ότι θα ήταν μεγάλο κρίμα να στερήσουν από τους φιλάθλους τα γκολ και το θέαμα των μεγάλων ονομάτων της εποχής όχι απλά σκηνοθέτησαν, αλλά σχεδόν ανακοίνωσαν την ολοκλήρωση της συμφωνίας με τον Γιόχαν Κρόιφ.

 Μάλιστα, ο τότε πρόεδρος και παλιός επιθετικός των «Bianconeri», Τζανπιέρο Μπονιπέρτι ταξίδεψε στη Βαρκελώνη και συναντήθηκε, τόσο με τον δισεκατομμυριούχο (έμπορο διαμαντιών), πεθερό, αλλά και μάνατζερ του Κρόιφ, Κορ Κόστερ, όσο με τον Ολλανδό αστέρα προσφέροντάς τους το εξωπραγματικό, για την εποχή ποσό των 3 δις λιρετών, το χρόνο, σε σημερινή αξία 1.6 εκ. ευρώ.

 Σοκαρισμένοι και εντελώς ανέτοιμοι μπροστά σε τέτοια φήμη, οι υπόλοιποι σύλλογοι αφυπνίστηκαν από τον λήθαργο χρόνων επιχειρώντας να πετύχουν ανάλογου, βεληνεκούς «colpo grosso».

 Η Ίντερ έταξε γη και ύδωρ στον Μπεκενμπάουερ, εκείνος όμως αρνήθηκε προτιμώντας να παραμείνει στο Μόναχο. Μετά στον Ούλι Χένες και τον Αργεντινό Μπάμπινγκτον. Ακόμη και στον τότε 23χρονο Όλεγκ Μπλαχίν, «Χρυσή Μπάλα» του ’75 κι ενώ γνώριζαν ότι οι Σοβιετικοί παίκτες δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν τη χώρα τους πριν το 28ο έτος της ηλικίας τους. Η Μίλαν, τα ίδια με τον Κέβιν Κίγκαν, ήδη σημαία της Λίβερπουλ και η Νάπολι με τον Λεϊβίνια, Βραζιλιάνο επιθετικό της Ατλέτικο Μαδρίτης.

 Όλοι τους, ναι μεν μεγάλοι παίκτες και, κυρίως «κράχτες»: όλοι τους όμως αναγκασμένοι να παραμείνουν όνειρα θερινής νυκτός, γιατί είτε με πίεση, είτε όχι τα σύνορα τελικά θα ξανά άνοιγαν μόνο το ’80 κα μάλιστα με περιορισμένο αριθμό ξένων. Έντεκα είχαν έρθει, όλοι κι όλοι ανάμεσά τους οι Φαλκάο, Μπρέιντι, Κρολ, Ζουαρί, Μπερτόνι, Προχάσκα, Ενέας, Βαν ντε Κόρπουτ.

 Όσον αφορά στον Κρόιφ, τελικά στην Ιταλία έπαιξε, το ’81 και για ένα ημίχρονο, όχι όμως με τη Γιουβέντους, αλλά με τη φανέλα τη Μίλαν. Ήταν στα πλαίσια του «Mundialito», μίας διοργάνωσης που εφεύρε ο άγνωστος τότε καναλάρχης, Σίλβιο Μπερλουσκόνι γα να προμοτάρει το νεοσύστατο τηλεοπτικό του δίκτυο «Canale 5».

 Ως δυνατό του χαρτί είχε πείσει τις Μίλαν, Ίντερ, Πεναριόλ, Σάντος και Φέγιενορντ, δηλαδή τις ομάδες που είχαν κατακτήσει τουλάχιστον μία φορά το τότε Διηπειρωτικό Κύπελλο ν’ αναμετρηθούν σ’ ένα τουρνουά, ουσιαστικά επίδειξης. Πείθοντας, σ’ αυτό το πλαίσιο τον μεγάλο Κρόιφ, πλέον στη δύση της καριέρας του να παίξει για ένα ημίχρονο με τη φανέλα της Μίλαν και στο δεύτερο μ’ εκείνη της Φέγιενορντ.

 Το αποτέλεσμα (;) άκρως απογοητευτικό. Καμία σχέση με τον «Λευκό Πελέ» του κάποτε, πλέον μεταμορφωμένο σ’ έναν βαριεστημένο περιπατητή. Ενώ εάν είχαν αφήσει τη Γιουβέντους να τον φέρει έξι χρόνια νωρίτερα τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά…