Αντρέ Όρτα: Μεγάλη συνέντευξη στην A Bola έδωσε ο Πορτογάλος ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού, όπου αναφέρθηκε στους Ερυθρόλευκους, στην Μπράγκα, αλλά και στο Conference League το οποίο τελικά και κατέκτησε με τους Πειραιώτες κόντρα στη Φιορεντίνα.

Αν κάποιος σου έλεγε στις αρχές Ιανουαρίου ότι θα τελειώσεις τη φετινή σεζόν με ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο, τι θα του έλεγες;

«Θα έλεγα ότι ίσως είχε καπνίσει κάτι δυνατό. Ξέρουμε ότι στο ποδόσφαιρο τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά ούτε εμείς μπορούμε να λέμε ψέματα. Τότε, δεν ήταν κάτι που περίμενα. Ότι θα τελειώσω αυτή τη σεζόν κερδίζοντας ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο. Όχι, δεν το πίστευα, αυτή είναι η αλήθεια. Όταν εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε διοργανώσεις, συνειδητοποιούμε ότι έχουμε μια ευκαιρία. Αλλά φυσικά ήταν κάτι στο οποίο δεν πίστευα πραγματικά».

Πώς εξηγείς την πορεία του Ολυμπιακού στο Conference League; Υπήρξαν κάποιες απίστευτες στιγμές. Έπρεπε να συνέλθετε από την ήττα με 4-1 εντός έδρας στον πρώτο αγώνα των «16».

«Νομίζω ότι ήμασταν πολύ ικανοί. Δεν νομίζω ότι ήμασταν πληθωρικοί, αλλά ήμασταν επιδέξιοι σε ό,τι έπρεπε να κάνουμε. Από τα εννέα παιχνίδια που παίξαμε, το μόνο παιχνίδι όπου δεν ήμασταν πραγματικά καλοί, και ήμασταν πολύ κακοί, ήταν το παιχνίδι της Μακάμπι Τελ Αβίβ εντός έδρας, το 1-4, που δεν πήγε τόσο καλά για εμάς. Στα άλλα παιχνίδια, είχαμε τα πάντα... με τη Φερεντσβάρος κερδίσαμε και τα δύο παιχνίδια. Μετά ήρθαν τα ματς με την Μακάμπι και ακολούθως η Φενερμπαχτσέ, όπου προκριθήκαμε στα πέναλτι.

Με άλλα λόγια, είχαμε λίγο από όλα στο δρόμο για τον τελικό. Παίξαμε πολύ καλά με την Άστον Βίλα, όχι μόνο στο πρώτο αλλά και στο δεύτερο παιχνίδι. Έκαναν κι εκείνοι την προσπάθειά τους μετά το 4-2 στο πρώτο ματς, αλλά σκοράραμε από νωρίς, κάτι που μας έδωσε μεγαλύτερο προβάδισμα. Ήμασταν ικανοί. Μου αρέσει να χρησιμοποιώ τη λέξη αυτή. Και επίσης αισθάνομαι ότι η νοοτροπία είναι λίγο διαφορετική από την πορτογαλική, από τα νοκ άουτ παιχνίδια που έχω παίξει με πορτογαλικές ομάδες, κυρίως στην Μπράγκα, που ήταν όλη μου η καριέρα.

Η νοοτροπία, ή τουλάχιστον αυτό που ένιωσα από αυτή την εμπειρία, είναι ότι τα παιδιά βγαίνουν να παίξουν ένα ακόμη παιχνίδι, να κάνουν αυτά που πρέπει και να εκτελέσουν το σχέδιο. Γι' αυτό λέω, δεν ήμασταν πληθωρικοί, εκτός από το 1-6 στη Σερβία, γιατί έπρεπε πραγματικά να συνέλθουμε από το βαρύ 1-4. Νομίζω λοιπόν ότι ήμασταν ικανοί, ακόμα και στον τελικό. Απέναντι στη Φιορεντίνα καταφέραμε να είμαστε έξυπνοι στον τρόπο που προσεγγίσαμε το παιχνίδι. Καταλάβαμε τις στιγμές, που έπρεπε να επιτεθούμε, που έπρεπε να αμυνθούμε, γιατί στο τέλος το παιχνίδι έχει όλες αυτές τις πτυχές και τελικά μας βγήκε».

Απέναντι στη Φενερμπαχτσέ, έπρεπε να εκτελέσεις πέναλτι απέναντι στον Λιβάκοβιτς, ο οποίος ειδικεύεται σε αυτό - έχοντας κάνει εξαιρετική δουλειά στο τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο (με την Κροατία). Όταν εκτέλεσες το πέναλτι, σκέφτηκες ποιος ήταν μπροστά σου;

«Ήξερα τον τερματοφύλακα, θυμήθηκα τα πέναλτι στο Μουντιάλ. Δεν μπορώ να πω ότι ένιωσα πολύ άνετα. Θα έκανα το πέμπτο πέναλτι, υπάρχει μια αστεία ιστορία για αυτό. Ήρθε ο βοηθός προπονητή και μου είπε: «Θα εκτελέσεις το πέμπτο πέναλτι». Δεν είχα εκτελέσει ποτέ πέναλτι, δεν εκτέλεσα ποτέ πέναλτι και ήθελαν να κάνω το πέμπτο; Και ένας από τους συνηθισμένους που εκτελούσαν πέναλτι, ο Ροντινέι, ήταν τρίτος. Μίλησα με τον Ροντινέι και του είπα: Κοίτα, θα εκτελέσω το τρίτο και εσύ πέμπτο, γιατί είσαι πιο άνετος. Μπορείς να νιώθεις αυτοπεποίθηση εκείνη τη στιγμή, και εγώ είχα αυτοπεποίθηση, αλλά ήταν κάτι που δεν είχα κάνει ποτέ πριν. Μετά κατέληξα 3ος, σκόραρα, μετά ο Ροντινέι ήρθε 5ος και αστόχησε. Αλλά ήξερα ότι θα ήταν δύσκολο, γι' αυτό επέλεξα το πιο απλό: να στείλω τη μπάλα στη μέση. Συνήθως αυτό λειτουργεί».

Πώς ένιωσες που κέρδισες αυτό το τρόπαιο δίπλα σε τόσους Πορτογάλους;

«Ένιωσα υπέροχα δίπλα σε τόσους πολλούς Πορτογάλους και ειδικά την οικογένεια και τους φίλους μου, που ήρθαν να παρακολουθήσουν τον αγώνα και ήταν εκεί μαζί μου. Αλλά φυσικά ήταν καλό όχι μόνο που κέρδισα το τρόπαιο, αλλά και ότι προσαρμόστηκα από τη στιγμή που έφτασα. Έφτασα την ίδια μέρα με τον Τσικίνιο, ήμασταν στο ίδιο αεροπλάνο, οπότε τον ήξερα ήδη από το χρόνο που περάσαμε μαζί στην Μπράγκα, μετά έφτασε ο Νταβίντ Κάρμο -τρεις ή τέσσερις ημέρες αργότερα... Καταλήξαμε να περάσουμε πολύ χρόνο μαζί και μετά ξεκίνησε η προσαρμογή με όλους τους άλλους». 

Mιλάς πορτογαλικά στα αποδυτήρια δεδομένου ότι υπάρχει ένα μικρό γκρουπ Πορτογάλων;

«Ναι! Δεν είμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον βέβαια. Ένας από τους ανθρώπους που μιλάνε πιο πολύ είναι ο Ροντινέι, ο οποίος ξέρει και τη γλώσσα μας. Μετά είναι και οι Ισπανοί, που επίσης μιλάνε πολύ. Οι Έλληνες επίσης προτιμούν τα αγγλικά. Δεν θα έλεγα πως έχουμε γκρουπ. Λόγω της γλώσσας, μπορεί να υπάρχουν περισσότερες συζητήσεις μεταξύ των Πορτογάλων ή τον Ισπανών, όμως όλοι μιλούν με όλους. Πρώτα με τον Καρβαλιάλ και μετά με τον Μεντιλίμπαρ, έγινε προσπάθεια να δημιουργηθεί μία κοινή γλώσσα η οποία θεωρώ ότι έφτιαξε μια πολύ καλή ατμόσφαιρα». 

Πώς βλέπεις το γεγονός πως ο Τσικίνιο και ο Όρτα προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία εκτός Πορτογαλίας, όπως και εσύ;

«Η αλήθεια είναι ότι οι τρεις μας βρισκόμασταν σε τρεις διαφορετικές ομάδες, με τον καθένα μας να φεύγει έχοντας διαφορετικό πρόβλημα. Εγώ και ο Τσικίνιο δεν είχαμε χρόνο συμμετοχής, ενώ από την άλλη ο Κάρμο βρισκόταν στη γνωστή κατάσταση. Εμείς, λοιπόν, δώσαμε σε αρκετό κόσμο μία “σφαλιάρα”. Ξέραμε ότι έπρεπε να τα καταφέρουμε, προκειμένου να κάνουμε τον κόσμο να καταλάβει ότι ίσως αξίζαμε κάτι περισσότερο».

Στο τέλος του αγώνα αφιέρωσες το τρόπαιο σε όσους δεν σε είχαν πιστέψει τόσο πολύ. Ήταν ξέσπασμα;

«Όχι, δεν ήταν ξέσπασμα. Το Sport TV είχε προβλήματα επικοινωνίας την ώρα που επρόκειτο να μιλήσω. Άρχισα να μιλάω και να το αφιερώνω στην οικογένειά μου, στους φίλους μου, στην κοπέλα μου. Εξήγησα την αλλαγή που κάναμε εκείνη και εγώ στα μέσα της χρονιάς, πήγαμε και οι δύο μόνοι σε μια νέα χώρα, σε μια εποχή που ο σύλλογος δεν πήγαινε τόσο καλά. Ευχαριστώ όλους όσους πίστεψαν σε μένα και μετά τα λόγια μου ήταν “αφού έχουμε λίγο από όλα στη ζωή, θέλω να το αφιερώσω και σε αυτούς που δεν πίστεψαν σε μένα”. Διότι αυτή ήταν και η πλευρά που με έκανε να αλλάξω».

Όταν πήγες εσύ, ο Τσικίνιο και ο Κάρμο στον Ολυμπιακό, η ομάδα ήταν στα χέρια του Καρβαλιάλ και του Πέδρο Άλβες. Μετά από λίγο όμως έφυγαν. Νιώσατε ξαφνικά ότι έπρεπε να αποδείξετε περισσότερα πράγματα;

«Ναι, φυσικά και το έκανα. Αφού έφυγε ο Καρβαλιάλ και πριν έρθει ο Μεντιλίμπαρ, είχαμε ένα παιχνίδι στο ενδιάμεσο, όπου έμεινα εκτός. Ο προπονητής της Κ19, που κατέκτησε το Youth League, ανέλαβε την ομάδα και με άφησε εκτός. Τότε σκέφτηκα: “Εντάξει, ίσως αυτό να μην πάει τόσο καλά…”. Έπρεπε να συνειδητοποιήσω ότι πρέπει να αλλάξω για να παίξω και να βελτιωθώ. Μεσολάβησαν δύο με τρεις μέρες μέχρι το πρώτο παιχνίδι του νέου προπονητή, προσπαθώντας να καταλάβω τι θα γίνει. Ευτυχώς, όλα λειτούργησαν και τα υπόλοιπα είναι ιστορία»

Σε αυτές τις δύο ή τρεις μέρες, μίλησες καθόλου με τον Καρβαλιάλ για να καταλάβεις τι είχε συμβεί ή αν έβαλε σε κίνδυνο την παραμονή σου στον Ολυμπιακό;

«Όχι! Μιλήσαμε όπως πάντα. Ο προπονητής μου ζήτησε συγνώμη ενώ δεν έπρεπε να το κάνει. Εγώ τον ευχαρίστησα από τα βάθη της καρδιάς μου που με έφερε, γιατί ήξερα πως αυτό ήταν κάτι που ήθελα. Μπορεί να μην ήταν πια ο προπονητής, όμως εγώ ήμουν αυτός που έπρεπε να δουλέψω για τον εαυτό μου. Οπότε δεν μπορούσα να φύγω από έναν σύλλογο που ήθελα να ήμουν. Λίγες ημέρες αργότερα μου ζήτησε ξανά συγγνώμη, επειδή με έφερε και για τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα πράγματα. Εγώ του απάντησα πως δεν χρειάζεται να απολογείται, ήρθα επειδή ήθελα να έρθω. Γνωρίζοντάς τον, ξέρω πως δεν ενδιαφέρεται απλά για το ποδοσφαιρικό κομμάτι, αλλά και για το ανθρωπιστικό. Μόνο καλά λόγια μπορώ να πω για τον κ. Καρβαλιάλ».

Με τον νέο προπονητή τι έμαθες αυτούς τους μήνες;

«Ο Μεντιλίμπαρ είναι ένας χαρακτήρας αρκετά αστείος. Ισπανός, 63 ετών, πολύ ενεργητικός, πολύ έντονος στις προπονήσεις. Όταν έφτασε, δεν ήταν ένας προπονητής που έκανε meetings και αναλύσεις σε βίντεο. Ήταν περισσότερο προπονητής που ασχολούνταν με το γήπεδο, το τρέξιμο και την πίεση. Πήρε από εμάς κάποιες ευθύνες και δεν ήθελε να μας δώσει πολλές πληροφορίες. Μας εξήγησε πώς ήθελε να αμυνθεί, με άλλα λόγια, όπως ήθελε να πιέζουμε, σαν μεγάλη ομάδα, να πατάμε ψηλά στο γήπεδο, να τρέχουμε πολύ. Αυτό είναι κάτι με το οποίο ταυτίζομαι. Δεν σας λέω ότι κάναμε στίβο. Στην πραγματικότητα όποιος με γνωρίζει ξέρει ότι προτιμώ να παίζω με την μπάλα παρά χωρίς αυτήν. Όταν λέω τρέξιμο, δεν μιλάω μόνο για το τρέξιμο πίσω από την μπάλα, αλλά για το τρέξιμο με την μπάλα. 

Είσαι περισσότερο στυλ Κλοπ παρά Γκουαρδιόλα, έτσι δεν είναι;

«Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος. Θα μπορούσα να πω πως το στυλ μου περιλαμβάνει έναν συνδυασμό των δύο. Ο Μπερνάρντο Σίλβα είχε πει κάποτε πως το παιχνίδι της ομάδας του περιλάμβανε πολύ τρέξιμο. Όπως γνωρίζετε, το παιχνίδι του Γκουαρδιόλα είναι επαφή, επαφή, επαφή και επαφή. Για να κάνεις τόσες επαφές με την μπάλα. λοιπόν, πρέπει να έχεις πολλές γραμμές πίεσης, επομένως οι παίκτες θα πρέπει να τρέχουν αρκετά. Στην τηλεόραση μπορεί να φαίνονται στάσιμοι, όμως δεν είναι έτσι. Οπότε, ο προπονητής έλεγε απλά: “Ας αμυνθούμε έτσι, ας πιέσουμε έτσι” κ.ο.κ. Εστίαζε στο να κλέβουμε τις μπαλιές στο τελευταίο τρίτο, γιατί αυτό ήταν πιο κοντά στην εστία. Επιθετικά, μας έδωσε αρκετή ελευθερία, δεν είχαμε συγκεκριμένο μοτίβο. Επίσης γνώριζε ότι είχε παίκτες με έξυπνες εκτελέσεις, οπότε μας έλεγε να προσπαθήσουμε να ολοκληρώσουμε με αυτούς τη φάση.

Όταν όμως φτάναμε στο αμυντικό σκέλος, μας ζόριζε αρκετά. Η προπόνηση αφορούσε κυρίως πίεση, αντίδραση στην απώλεια μπάλας, κλέψιμο στο τελευταίο τρίτο. Στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, οι ομάδες διαφοροποιούν το παιχνίδι τους. Δεν παίζουν ανασταλτικά αλλά πάνε βάσει ροής του αγώνα. Ο Μεντιλίμπαρ δεν το ήθελε αυτό. Σε όλα τα γήπεδα και κόντρα σε κάθε ομάδα ήθελε απλά να πιέζουμε. Κάποιες φορές λειτούργησε, κάποιες όχι. Με την Μακάμπι μέσα δεν έπιασε, αλλά με την Άστον Βίλα εκτός έπιασε». 

Το ελληνικό πρωτάθλημα έχει ένα διαφορετικό μοντέλο από αυτό που έχεις συνηθίσει, πρώτα η κανονική φάση και μετά τα πλέι οφ. Σας άρεσε αυτό το μοντέλο; Πιστεύεις ότι θα είχε νόημα και στην Πορτογαλία;

«Μου άρεσε πολύ. Ήταν κάτι που θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην Πορτογαλία, επειδή βλέπω συχνά ανθρώπους να λένε ότι το πρωτάθλημα δεν είναι τόσο ανταγωνιστικό, κάτι με το οποίο δεν συμφωνώ. Είναι αλήθεια ότι οι τρεις πρώτοι είναι πάντα εκεί πάνω, αλλά νιώθω ότι οι ομάδες σήμερα, οι λεγόμενες μικρές ομάδες, είναι καλύτερα προσανατολισμένες, δημιουργούν περισσότερες δυσκολίες. Φυσικά, οι υπόλοιπες θα κερδίζουν πιο συχνά, επειδή έχουν καλύτερους παίκτες, καλύτερα άτομα. Ακόμα και αν σε ένα παιχνίδι, από άποψη τακτικής, μια μικρότερη ομάδα καταφέρει να ισοφαρίσει, τότε μεμονωμένα οι παίκτες θα κάνουν τη διαφορά. 

Θεωρώ ότι τα παιχνίδια είναι τελικά πιο ανταγωνιστικά, αλλά ακούω πολλούς να λένε ότι 18 ομάδες για ένα πρωτάθλημα στην Πορτογαλία είναι πάρα πολλές, ότι δεν πηγαίνει αρκετός κόσμος στα γήπεδα, ότι έχουμε πάρα πολλά παιχνίδια, προγράμματα κλπ. Το πρωτάθλημα στην Ελλάδα είναι 14 ομάδες, που σημαίνει ότι βγάζουμε 4 ομάδες στην κανονική φάση και μετά οι 6 πρώτες περνάνε με τους ίδιους βαθμούς. Εδώ στην Πορτογαλία θα μπορούσε να φέρει ενδιαφέρον, γιατί θα είχαμε περισσότερα μεγάλα παιχνίδια, τα οποία έχουν και εκεί, θα είχαμε πιθανώς περισσότερο κοινό, περισσότερους οπαδούς στο γήπεδο. Νομίζω ότι θα είχαμε μάλλον ένα πρωτάθλημα που θα περιστρεφόταν περισσότερο γύρω από τα μεγάλα παιχνίδια, αλλά νομίζω ότι αυτό είναι και ο στόχος μας. Δεν θα αφαιρέσουμε τις λεγόμενες μικρές ομάδες, αλλά νομίζω ότι θα μπορούσε να είναι μια μορφή που θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε, τουλάχιστον για να δούμε τι θα μπορούσε να κάνει».

Για να σε κρατήσει ο Ολυμπιακός πρέπει να ενεργοποιήσει τη ρήτρα των 6 εκατομμυρίων ευρώ. Εσύ θέλεις να μείνεις;

«Οι παίκτες έχουμε όλο και λιγότερο έλεγχο, οπότε δεν πρόκειται να απαντήσω σε αυτό, εφόσον δεν έχω εγώ τον έλεγχο».

Αισθάνεσαι όμως ωραία στον Ολυμπιακό;

«Τώρα θα γίνω ο Ρουμπέν Αμορίμ: Έχω συμβόλαιο…»

Γίνε πιο βαρετός...

«Θα είμαι πιο βαρετός. Έχω συμβόλαιο με την Μπράγκα για άλλα τρία χρόνια, οπότε εμείς οι παίκτες εξαρτώμαστε από τους συλλόγους. Θα περιμένω να δω τι θέλουν να κάνουν μαζί μου».

Βλέπουμε όμως τους Έλληνες οπαδούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να σου ζητούν συνεχώς να μείνεις. Πώς είναι η σχέση σου μαζί τους;

«Το έχω ήδη πει στους γονείς μου και στους φίλους μου, είναι περίεργο να το λέω αυτό... Αισθάνομαι και πάλι σαν παίκτης. Αυτό το κομμάτι του να είσαι παίκτης, να περπατάς στο δρόμο, να βγάζεις φωτογραφίες, να σε πλησιάζει ο κόσμος για να σου μιλήσει. Ο φανατισμός είναι μεγαλύτερος και από αυτόν που βίωσα όταν ήμουν στην Μπενφίκα. Στην Μπράγκα βιώνω περισσότερο ένα οικογενειακό κλίμα, επειδή η πόλη είναι μικρότερη, είναι ένα πιο οικείο περιβάλλον. Στα μέρη που πηγαίνω, οι άνθρωποι με γνωρίζουν ήδη, με αντιμετωπίζουν ήδη σαν έναν από αυτούς, ίσως σαν οικογένεια. Και εκεί ήταν πολύ πρωτόγνωρο. 

Η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν καλά, νιώθω ότι κατάλαβαν επίσης ότι εγώ, ο Κάρμο και ο Τσικίνιο, που ήρθαμε ταυτόχρονα, ήρθαμε για να βοηθήσουμε και ότι το θέλαμε πραγματικά να αποδείξουμε κάτι. Νομίζω ότι αισθάνθηκαν ότι θέλαμε πραγματικά να λειτουργήσει όλο αυτό και ότι πράγματα θα λειτουργήσει. Νομίζω ότι έτσι είναι σε κάθε σύλλογο. Όταν οι οπαδοί βλέπουν ότι ο παίκτης το θέλει και ότι έχει τον χαρακτήρα και τα πάντα... Στην Ελλάδα αποδείχθηκε ότι ήταν κάπως έτσι, δεν το είχα συνηθίσει, είναι αλήθεια. Το έχω ζήσει πολύ με την Μπενφίκα, γιατί όλα εκεί είναι σε πολύ υψηλότερο επίπεδο. Στην Μπράγκα όλα ήταν πολύ πιο ήρεμα. Ζώντας αυτή την εμπειρία τώρα, ειδικά με την κατάκτηση του Conference League, οι οπαδοί παρασύρθηκαν λίγο. Νομίζω ότι νομίζουν ότι είμαι καλύτερος παίκτης από ό,τι είμαι (γέλια). Αστειεύομαι».

Έχεις επίσης καλή σχέση με τους οπαδούς της Μπράγκα. Είτε επιστρέψεις είτε όχι, υπάρχει κάτι που θα ήθελες να τους πεις αυτή τη στιγμή;

«Ναι, τόσο οι οπαδοί της Μπράγκα όσο και ο σύλλογος γνωρίζουν ότι είμαι πάντα διαθέσιμος να παίξω για την ομάδα. Πέρασα ένα χρόνο στην Μπενφίκα, ένα χρόνο στη Βιτόρια ντε Σετούμπαλ, ένα χρόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες και όλα τα υπόλοιπα καταλήγουν στην Μπράγκα. Είναι ένας σύλλογος που έμαθα να αγαπώ, γιατί δεν γεννήθηκα στην Μπράγκα, αλλά έμαθα να την αγαπώ. Ήταν ο σύλλογος που μου έδωσε την ευκαιρία να παίξω με τον αδελφό μου, κάτι που ήταν πάντα προτεραιότητα για μένα, και η αλήθεια είναι ότι μερικές από τις σπουδαίες στιγμές που έχω ζήσει στην καριέρα μου τις συγχέω πάντα με όλα όσα έχω ζήσει στην Μπράγκα. Αισθάνομαι ότι οι φίλαθλοι, μετά από αυτή την αποχώρηση, ένιωσαν επίσης σαν να έχει τελειώσει. Έτσι είναι πάντα στη ζωή, όταν δεν έχεις κάτι καταλήγεις να το εκτιμάς περισσότερο. Αλλά, όπως είπα, θα είμαι πάντα διαθέσιμος για την Μπράγκα. Αν με θέλει, φυσικά».

Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών στην Μπράγκα, δεν ήσουν σχεδόν ποτέ αυτός ο σταθερός πρωταγωνιστής. Τι νομίζεις ότι σου έλειπε; Ήταν πολύς ανταγωνισμός;

«Ειλικρινά, δεν νομίζω ότι έλειπε κάτι. Δεν μπορώ να πω “Α, εκείνη την εποχή δεν έπαιζα είτε επειδή δεν το άξιζα είτε επειδή δεν τα πήγαινα τόσο καλά”. Η γενική ιδέα και ήταν ομόφωνη, ήταν ότι όταν έπαιζα πρόσθετα πράγματα στο παιχνίδι. Τότε μπορεί να είχε να κάνει περισσότερο με τις στρατηγικές των μάνατζερ. Τα δύο τελευταία χρόνια θεωρώ ότι ήταν τα καλύτερα ποσοτικά και ποιοτικά. Όσον αφορά τους αριθμούς, τα παιχνίδια που έπαιξα, τα λεπτά συμμετοχής. Η περσινή σεζόν ήταν πραγματικά η καλύτερη, ήμουν ο πιο αξιοποιημένος παίκτης από άποψη παιχνιδιών, από άποψη λεπτών ήμουν πέμπτος ή έκτος. Την προηγούμενη χρονιά, με τον Κάρλος Καρβαλιάλ, ήμουν επίσης πρώτος στο πρωτάθλημα, κατέληξα να παίζω το μεγαλύτερο μέρος της σεζόν. Τη χρονιά που ήρθα από τις Ηνωμένες Πολιτείες κατέληξα επίσης να παίζω 30 και κάτι παιχνίδια ως βασικός. Με άλλα λόγια, σε μια σεζόν 50 αγώνων, πάντα καταλήγω να παίζω πάνω από τα μισά ως βασικός. 

Φυσικά, σε έναν σύλλογο όπως η Μπράγκα υπάρχουν 3 ή 4 μόνιμοι βασικοί. Ξέρω ότι δεν ήμουν ένας από αυτούς τους τέσσερις, αλλά πάντα κατέληγα να παίζω. Τα τελευταία δύο χρόνια αισθάνομαι, όπως είναι φυσιολογικό με το πέρασμα του χρόνου και των χρόνων, ότι έχω γίνει καλύτερος παίκτης. Ίσως ήμουν και πιο ώριμος, με την έννοια ότι ήξερα καλύτερα τι έπρεπε να κάνω στον αγωνιστικό χώρο. Με άλλα λόγια, είχα καλύτερο έλεγχο όλων των αποχρώσεων του παιχνιδιού. Εξ ου και η παραδοξότητα αυτού που συνέβη φέτος».

Ο νέος προπονητής, Ντανιέλ Σόουζα, ταιριάζει περισσότερο στο στυλ σου ως παίκτης;

«Δεν είναι πραγματικά μια ερώτηση για μένα, είναι περισσότερο για εκείνον. Θέλω να πιστεύω ότι οι καλοί παίκτες ταιριάζουν πάντα με σχεδόν οποιονδήποτε προπονητή. Για παράδειγμα, φοβήθηκα λίγο όταν ήρθε ο κόουτς Μεντιλιμπάρ στον Ολυμπιακό και άρχισε να μιλάει περισσότερο για αμυντικές αποχρώσεις ή για το πώς θέλαμε να αμυνθούμε. Εγώ έλεγα: “Αυτό μάλλον δεν μου ταιριάζει”. Μάλλον μίλησε λίγο περισσότερο για αμυντικά θέματα, γιατί όταν αξιολόγησε την ομάδα και είδε πολλά από τα παιχνίδια μας, δεν ήμασταν τόσο συνεπείς αμυντικά.

Είπε ότι επιθετικά, καθώς υπήρχε πολλή ποιότητα, καταλήγαμε πάντα να βρίσκουμε τρόπο να λύνουμε τα παιχνίδια. Το μόνο πράγμα που δεν μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να δεχόμαστε συνεχώς. Έτσι μίλησε πολύ για την άμυνα. Και τον θυμάμαι να λέει στο τέλος εκείνης της πρώτης συνάντησης: “Αλλά τώρα μη νομίζετε ότι πρέπει να είστε πολύ επιθετικοί ή αμυντικοί παίκτες για να παίξετε στην ομάδα μου”. Με άλλα λόγια, έδωσε έμφαση στο ότι υπάρχει μια ιδέα, η αμυντική ιδέα είναι συλλογική και δεν πρόκειται να παίξεις επειδή είσαι ένας τύπος που κλέβει 15, 20 μπάλες ή επειδή είσαι πολύ αμυντικός παίκτης. Είχε δίκιο και η αλήθεια είναι ότι κατέληξα να παίζω σχεδόν σε κάθε παιχνίδι».

Μη γνωρίζοντας τι πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον, εξακολουθείς να έχεις φιλοδοξίες να διαπρέψεις στο πορτογαλικό πρωτάθλημα; Ή μήπως έχει κλείσει αυτό το κεφάλαιο;

«Ως παίκτες πρέπει πάντα να είμαστε λίγο ανοιχτοί σε όλα. Όπως είπα και νωρίτερα, δεν ελέγχουμε πολύ καλά το τι μπορούμε να κάνουμε με τους εαυτούς μας. Για παράδειγμα, αντικειμενικά μιλώντας φέτος, προέρχομαι από μια σεζόν στην οποία ήμουν ο 5ος πιο αξιοποιημένος παίκτης της ομάδας. Είχαμε μια ολόκληρη σεζόν κατά την οποία ο Αλ Μουσράτι και εγώ, για παράδειγμα, ήμασταν από τους πιο αξιοποιημένους παίκτες στην ομάδα όσον αφορά τα λεπτά συμμετοχής. Η σεζόν μας είχε 52 παιχνίδια, εγώ έπαιξα σε 51 από αυτά. Μετά φτάσαμε στην επόμενη σεζόν, όπου ο Αλ Μουσράτι και εγώ παίξαμε 20 λεπτά μαζί μέχρι τον Ιανουάριο. Κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει αυτό. Τι να πω; Κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε».

Στην Ελλάδα έχεις παίξει και με τον Ιωαννίδη, ο οποίος θα μπορούσε να αποτελέσει ενίσχυση για τον Σπόρτινγκ. Τι ξεχωρίζεις σε αυτόν;

«Είναι πολύ δυνατός, είναι πολύ δυνατός στο κράτημα, είναι πολύ δυνατός στο να βρίσκει βάθος. Παλιά έλεγαν ότι ένας παίκτης είτε ψάχνει να βρει βάθος, είτε είναι περισσότερο ποδοσφαιριστής. Υπήρχαν λίγοι παίκτες που συνδύαζαν αυτά τα δύο χαρακτηριστικά. Νομίζω ότι διαθέτει και τα δύο. Είναι πολύ καλός στην αμυντική επιστροφή, αλλά, για παράδειγμα, στο παιχνίδι εναντίον μας, το οποίο τελικά κέρδισε ο Παναθηναϊκός, έκανε πολλές αρκετές κινήσεις στο βάθος. Ένα από τα γκολ προήλθε από μια βαθιά κίνησή του. Έχει καλό συγχρονισμό όταν βγαίνει μπροστά, είναι πολύ καλός στο κράτημα, στη σύνδεση με τους συμπαίκτες του, είναι δυνατός στο ένας εναντίον ενός και τέλος μπορεί να τελειώσει με ένα εύκολο σουτ».

Είναι περισσότερο Γιοκέρες ή περισσότερο Παουλίνιο;

«Νομίζω ότι μπορεί να είναι περισσότερο Γιοκέρες. Ίσως όχι τόσο εκρηκτικός, πιο τεχνικός παίκτης, αλλά συνδυάζει λίγο και από τα δύο. Αλλά νιώθει άνετα στην πατρίδα του, παίζει επίσης σε έναν μεγάλο σύλλογο, οπότε δεν ξέρουμε τι μπορεί να συμβεί εδώ».

Ήσουν επίσης παίκτης του Ρούμπεν Αμορίν στην Μπράγκα. Τι ξεχωρίζεις σε αυτόν ως προπονητή;

«Αυτό που ξεχωρίζω σε αυτόν είναι η απλότητα με την οποία αντιμετωπίζει τους παίκτες. Δεν έχει πολύ καιρό που σταμάτησε να είναι παίκτης, οπότε δεν ξέρω αν αυτός είναι και ο λόγος που γίνεται τόσο εύκολα κατανοητός. Αν και υπάρχουν και άλλοι προπονητές που ήταν παίκτες και δεν έχουν αυτή την ικανότητα. Οι παίκτες βλέπουν ότι όλα όσα λέει συνήθως βγαίνουν αληθινά. Είναι ο τρόπος που περνάει το μήνυμα και η αυτοπεποίθηση με την οποία το περνάει. Ξέρει τόσο καλά τι θέλει και τον τρόπο που παίζει, για αυτό συνήθως εμείς οι παίκτες συγκρατούμε πολύ καλύτερα τις πληροφορίες. Πρώτον γιατί είναι ένας άνθρωπος με μεγάλη αυτοπεποίθηση που μας περνάει κάτι. Όταν κάποιος λέει κάτι με τόση αυτοπεποίθηση, τείνουμε να το πιστέψουμε. Στη συνέχεια, όταν φτάνεις στο παιχνίδι και συμβαίνουν πράγματα, το συνειδητοποιείς».

Η «Α Bola» ανέφερε ότι η Μπράγκα ενδιαφέρεται για τον τερματοφύλακα του Ολυμπιακού Κωνσταντίνο Τζολάκη. Ποια χαρακτηριστικά θα ξεχώριζες σε αυτόν;

«Είναι πάντα πολύ δύσκολο να κάνεις προβλέψεις για το μέλλον, γιατί ο παίκτης είναι στο περιβάλλον του. Με άλλα λόγια, αισθάνεται άνετα και εκεί διότι είναι στη χώρα του. Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα πάει μια αλλαγή, γιατί μπορεί να έρθει και στο πρώτο παιχνίδι να πάει κάτι στραβά και από εκεί και πέρα, ψυχολογικά, να καταλήξει σε χιονοστιβάδα και να μην πάνε καλά τα πράγματα. Οπότε όλα όσα πω εδώ θα καταλήξουν να καταρρεύσουν. Αλλά αυτό που είδα ήταν ένας πολύ σταθερός τερματοφύλακας. Είναι πολύ νέος, 21 ετών και πραγματικά ξεχώρισε για την ικανότητά του. Στην προπόνηση, όταν φτάσαμε τον Ιανουάριο, δεν έπαιζε, ήταν το νούμερο 2, αλλά μπορούσαμε ήδη να δούμε ότι έχει πολλή ποιότητα. Πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί δεν έπαιζε. Αλλά ο άλλος τερματοφύλακας είχε περισσότερο κύρος. Από τη στιγμή που μπήκε, δεν βγήκε ποτέ. Μου άρεσαν τα πάντα πάνω του. Πολύ σταθερός, καλός μακριά από την μπάλα, καλός ανάμεσα στα δοκάρια. Με άλλα λόγια, είχε ένα σύνολο χαρακτηριστικών που μόλις αρχίσε να παίζει ήταν πολύ δύσκολο να τα χάσει».

Έχεις μια ιστορία και μια συναισθηματική σύνδεση με την Μπενφίκα. Πιστεύεις ότι, σε κάποιο άλλο στάδιο της καριέρας σου, θα ήθελες να ξαναφορέσεις αυτή τη φανέλα;

«Ειλικρινά, δεν το σκέφτομαι πάρα πολύ. Νομίζω ότι ήταν ένα όμορφο κεφάλαιο. Όταν ήμουν παιδί έλεγα ότι είχα τρία όνειρα. Να παίξω για την Μπενφίκα, να βάλω γκολ με την Μπενφίκα και να γίνω πρωταθλητής με την Μπενφίκα. Τα κατάφερα και τα τρία, αλλά συνέβησαν πολύ γρήγορα».

Δεν θα ήθελες να επιστρέψεις σε ένα μέρος όπου κάποτε ήσουν ευτυχισμένος;

«Όχι, θα το ξαναπώ, πραγματικά δεν μπορούμε να το ελέγξουμε αυτό. Αν μου πεις “θέλεις να παίξεις για την Μπενφίκα;” θα σου πω ναι. Το ίδιο για τη Μπαρτσελόνα, τη Ρεάλ Μαδρίτης κλπ. Ναι. Θέλω να παίξω παντού. Δεν εξαρτάται μόνο από μένα. Αυτό που εξαρτάται από εμένα είναι να δουλεύω, να δουλεύω σωστά, να κάνω καλά τα πράγματα, όπως έκανα πολλές φορές στην Μπράγκα, όπως έκανα τώρα στον Ολυμπιακό, όπως έκανα στην Μπενφίκα πριν, όπως έκανα στη Βιτόρια. Το θέμα είναι να κάνω τη δουλειά μου, γιατί οι ευκαιρίες συνήθως έρχονται και φαίνεται να έρχονται πιο εύκολα όταν δουλεύεις καλά».

Στην Μπενφίκα, ένας από τους παίκτες με τους οποίους έπαιζες μαζί ήταν ο Ράφα, ο οποίος τώρα αποχωρεί. Τι γνώμη έχεις για αυτό το σημείο της καριέρας του; Τι θεωρείς ότι θα του λείψει από το πορτογαλικό πρωτάθλημα;

«Ο Ράφα ήρθε την τελευταία ημέρα της αγοράς, αλλά ήρθε την ίδια χρονιά με εμένα. Είναι εύκολο να ερωτευτείς το παιχνίδι του Ράφα. Προσωπικά, είμαι από εκείνους που του αρέσουν οι παίκτες που λύνουν μόνοι τους τα παιχνίδια, που δημιουργούν ευκαιρίες για τον εαυτό τους. Υπάρχουν εκείνοι που απολαμβάνουν να βλέπουν έναν Κρόος να παίζει, έναν Μόντριτς, έναν Μπέλινγκχαμ. Κι εμένα μου αρέσουν αυτά, αλλά αυτό που πραγματικά με συγκινεί είναι ο Εμπαπέ, ο Μέσι και ο Ρονάλντο. Παίκτες που δημιουργούν ευκαιρίες για τον εαυτό τους, που έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως ο Νεϊμάρ στο απόγειό του. Και ο Ράφα, σε αυτή την κλίμακα, ήταν ένας παίκτης που το έκανε αυτό. Ήταν σε θέση να δημιουργήσει ευκαιρίες για τον εαυτό του μόνος του. Ο κόσμος συνήθιζε να λέει “Α, αλλά μετά μπαίνει φτάνει στο τέρμα και δεν σκοράρει”. Αλλά ο Ράφα, ακόμα κι αν έκανε τα πάντα σωστά, δεν θα έπαιζε για την Μπενφίκα. Θα ήταν στη Ρεάλ Μαδρίτης, την Μπαρτσελόνα, τη Μάντσεστερ Σίτι». 

Μετά από εκείνη τη χρονιά στην Μπενφίκα, γιατί δεν έμεινες; Τι συνέβη; Εκτός από αυτά που δεν μπορείς να ελέγξεις, δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για σένα;

«Ήρθα όταν ήμουν 19 ετών και τη δεύτερη σεζόν που ήμουν 20, ένιωσα ότι έπρεπε πραγματικά να παίξω. Με άλλα λόγια, δεν ήταν η αγάπη για έναν σύλλογο που θα με κρατούσε εκεί. Τότε υπήρχε η ευκαιρία να παίξω με τον αδελφό μου. Δεν υπάρχει κάτι παρόμοιο. Κατέληξα να ζητήσω να πάω ο ίδιος δανεικός. Νομίζω ότι για έναν 20χρονο παίκτη να δοθεί δανεικός σε έναν σύλλογο όπως η Μπράγκα, η εμπειρία πήγε καλά. Στη συνέχεια με τον Αμπέλ, ήταν μια χρονιά για μένα που θα θυμάμαι πάντα».

Θα ήθελες να συνεργαστείς ξανά με τον Αμπέλ Φερέιρα;

«Φυσικά. Ο Αμπέλ ήταν ο καλύτερος προπονητής που είχα ποτέ, για πολλούς λόγους. Φυσικά και θα ήθελα πολύ να ξαναδουλέψω μαζί του». 

Στη Βραζιλία ή στην Πορτογαλία;
                                               
«Όπου θέλει. Όπου θέλει να πάω, θα πάω. Επειδή είναι ένα άτομο που μεταφέρει τον αντίκτυπό του. Βοηθάει το γεγονός ότι ήταν μια σεζόν που πήγε καλά για μένα, που ένιωσα ότι εξελίχθηκα πολύ στο παιχνίδι μου. Πρέπει να ήταν πραγματικά η πρώτη φορά ως επαγγελματίας που ένιωσα ότι είχα εξελιχθεί πολύ στο παιχνίδι και άρχισα να καταλαβαίνω το παιχνίδι με διαφορετικό τρόπο. Αυτό συνέβη μαζί του. Έχοντας αυτό στο μυαλό μου, είναι επίσης πιο εύκολο να θέλω να συνεργαστώ ξανά με αυτούς τους ανθρώπους, που νιώθω ότι μου έδωσαν κάτι». 

Δηλαδή, δεν μετανιώνεις για την απόφασή σου να φύγεις από την Μπενφίκα;

«Όχι. Νομίζω ότι μέχρι σήμερα δεν έχω μετανιώσει για τίποτα. Νομίζω ότι τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους, έτσι πρέπει. Όταν πήγα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήθελανα πάω, κανείς δεν με ανάγκασε. Ήταν κάτι που ήθελα να δοκιμάσω. Μου αρέσει να δοκιμάζω αυτά τα διαφορετικά πρωταθλήματα. Ξέρω ότι θα δοκιμάσω ακόμα ένα ή δύο τέτοια πρωταθλήματα. Όχι ξανά τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Στη Σαουδική Αραβία;

«Δεν ξέρω, ίσως όχι στη Σαουδική Αραβία. Αλλά ένα μεξικανικό πρωτάθλημα ή να πάω στην Ιαπωνία. Τέτοια πράγματα. Νομίζω ότι έχω χρόνο να φτάσω εκεί, αλλά είναι κάτι που μου αρέσει. Η εμπειρία του Λος Άντζελες ήταν απίστευτη. Ζώντας σε αυτή την πόλη. Επαγγελματικά δεν πήγε τόσο καλά για μένα. Ίσως σήμερα, αν ήμουν σε αυτή την ηλικία, να έτρεχα πολύ καλύτερα. Είχα και άλλες εμπειρίες. Έφτασα εκεί όταν ήμουν 21 ετών. Αλλά αυτό είναι, δεν το μετανιώνω ιδιαίτερα. Η καριέρα μου ήταν όπως την ήθελα. Τα πράγματα που συνέβησαν, όταν έγινε η αλλαγή, κατέληξαν να συμβούν επειδή το ήθελα κι εγώ. Με άλλα λόγια, κανείς δεν με πίεσε. Μέχρι σήμερα δεν μετανιώνω για τα βήματα που έκανα γιατί μου έδωσαν την εμπειρία και την πείρα που χρειαζόμουν για να συνεχίσω».

Όταν ήσουν νεότερος, ακόμη και όταν ήσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε καλούσαν συχνά στις ομάδες νέων της Πορτογαλίας. Αφού πήγες στην Μπράγκα, δεν σου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία για την ομάδα. Τι πιστεύεις ότι συνέβη;

«Δεν το σκέφτηκα ποτέ ιδιαίτερα, ειλικρινά».

Πιστεύεις ότι η Μπράγκα δεν είναι ακόμα αρκετά δυνατή για κάτι τέτοιο;

«Όχι, έχουμε την περίπτωση του αδελφού μου . Φυσικά, πρέπει πάντα να βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο για να είναι μια επιλογή. Να έχει σεζόν με 20 γκολ, 10 ασίστ, να έχει αριθμούς».

Με άλλα λόγια, στην Μπράγκα πρέπει να αποδείξεις ποιος είσαι περισσότερο απ' ό,τι στις τρεις μεγάλες ομάδες;

«Δεν ξέρω, γιατί η αλήθεια είναι ότι τώρα έχουμε αυτή τη διαμάχη για το ότι δεν πηγαίνουν άλλοι παίκτες από την πρωταθλήτρια της χώρας. Δεν ξέρω αν είναι απαραίτητο να αποδείξεις περισσότερα ή όχι. Νομίζω ότι οι καλοί παίκτες τελικά πηγαίνουν στην εθνική. Ο Ράφα, όταν ήταν στην Μπράγκα, πήγε επίσης στην Σελεσάο. Δεν ήταν ποτέ ένα θέμα που με κράτησε ξύπνιο πολύ τη νύχτα, δεν το σκεφτόμουν πολύ. Θέλω να απολαύσω την καριέρα μου. 

Θυμάμαι τον Μπρούνο Φερνάντες κάποτε, όταν ήταν ήδη αστέρι, ήταν ακόμα στην ομάδα κάτω των 21 ετών και του έκαναν την ίδια ερώτηση. Είπε ότι πρέπει να σέβεσαι όποιον είναι εκεί. Αν είναι εκεί είναι επειδή έπρεπε ήδη να κάνει κάτι πολύ μεγάλο για να εκπροσωπήσει την εθνική ομάδα. Με άλλα λόγια, πρέπει να είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο. Εγώ είμαι στο δικό μου επίπεδο. Δεν νομίζω ότι είναι επίπεδο για να με επιλέξουν. Γι' αυτό και δεν ήταν ποτέ κάτι που με κράτησε ξύπνιο τη νύχτα».

Βρισκόμαστε στο ξεκίνημα του Euro. Πιστεύετε ότι αυτή η ομάδα είναι ένα από τα φαβορί;

«Νομίζω ότι πρέπει να είναι, ακόμη και αν μπορούμε να πάρουμε μέρος της ευθύνης από πάνω μας. Πρέπει να είναι, για όλους τους παίκτες που έχουμε, για τους συλλόγους στους οποίους παίζουν. Γιατί για να είναι εκεί, θα βρίσκονται σε ένα επίπεδο υπεροχής. Έχουμε παίκτες στους καλύτερους συλλόγους του κόσμου, αυτό πρέπει να κάνει τελικά τη διαφορά. Ελπίζω να πάει καλά».

Ως οπαδός της Σελεσάο, ποιος είναι ο αγαπημένος σας Πορτογάλος παίκτης αυτή τη στιγμή;

«Ο αγαπημένος μου παίκτης στην ομάδα είναι ο Ζότα, λόγω της σχέσης που έχουμε. Είμαι οπαδός του Ζότα και του στυλ παιχνιδιού του.

Στη μεσαία γραμμή ποιος σου αρέσει περισσότερο;

«Ο Ζοάο Νέβες»

Μίλησες για τον αδελφό σου. Πως ήταν όταν άκουσες τον προπονητή να λέει ότι δεν κλήθηκε;

«Το ήξερα ήδη πριν από λίγες ώρες».

Λοιπόν, ο Ρομπέρτο Μαρτίνες αποκάλυψε ότι τον κάλεσε πριν...

«Ήξερε ήδη και ενημέρωσε εμένα και τους γονείς μου. Ήταν πολύ απλό, του είπα “Ας πάμε στο Αλγκάρβε, να περάσουμε μια εβδομάδα, ώστε να είμαι μαζί σου και με τα κορίτσια”. Ήταν πάντα ένας παίκτης με πολύ ηρεμία. Φυσικά, η κλήση είναι πάντα μια ανταμοιβή για τη δουλειά μας. Και προφανώς, έχοντας τακτική παρουσία στην εθνική ομάδα, είχε φιλοδοξίες να κληθεί, αλλά δεν κλήθηκε. Δεν πειράζει και το θέμα είναι να συνεχίσουμε να δουλεύουμε και το ξέρει αυτό», είπε ο Αντρέ Όρτα.

 

Πάρε μέρος στο European Football Fantasy 2024 του Sportdog.gr