Αθλητικό Σαν Σήμερα: Στις 12 Ιανουαρίου 1992 πάγωσε ο κόσμος του Ολυμπιακού! Αυτές τις μέρες έφτασε σαν γροθιά στο στομάχι η είδηση από την Αργεντινή. Ο Χουάν Χιλμπέρτο Φούνες έφυγε από τη ζωή μόλις στα 28 του, προδομένος από την καρδιά του. Ένας ποδοσφαιριστής που φόρεσε για λίγο τα ερυθρόλευκα, αλλά άφησε σημάδι δυσανάλογο της διάρκειας της παρουσίας του.

Ο άνθρωπος που περιέγραψε πιο σκληρά απ’ όλους το τέλος του ήταν ο φίλος του, Ντιέγκο Μαραντόνα. Στην αυτοβιογραφία του θυμάται μια τελευταία, σχεδόν παιδική κουβέντα για ένα όνειρο – μια κόκκινη Mercedes – και μετά τη σιωπή. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια: ο Φούνες «έσβησε» απλά, απότομα, σαν να έκλεισε ένας διακόπτης.

Η «μεταγραφή-σεισμός» του Κοσκωτά και ο παίκτης που δικαίωσε τον ντόρο

Ο Φούνες ήταν από τα πρώτα μεγάλα ονόματα του εξωτερικού που ήρθαν στον Πειραιά εκείνη τη χειμερινή «λαίλαπα» μεταγραφών του Δεκεμβρίου 1987. Και, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις εκείνης της εποχής, δεν ήρθε για τη βιτρίνα: ήρθε και έπαιξε. Με δύναμη, με ένστικτο στην περιοχή, με παρουσία που “γέμιζε” το γήπεδο.

Στην περίοδο 1987-88, όταν ο Ολυμπιακός βρέθηκε να παλεύει ακόμη και με τον εφιάλτη του υποβιβασμού, ο Αργεντινός επιθετικός έδωσε γκολ, ανάσες και χαρακτήρα. Και στο Κύπελλο, έσπρωξε την ομάδα μέχρι τον τελικό, κουβαλώντας ένα βάρος που δεν ήταν καθόλου μικρό.

Το Κύπελλο του 1988: τα γκολ, τα πέναλτι, η στιγμή που δεν τον “σημάδεψε”

Στη διαδρομή προς τον τελικό, ο Ολυμπιακός απέκλεισε την ΑΕΚ με το ηχηρό 3-1 στη Νέα Φιλαδέλφεια, σε ένα ζευγάρι που «σήκωσε» ένταση και καταγγελίες. Στους ημιτελικούς, ο Φούνες ήταν ξανά πρωταγωνιστής, με γκολ και κυριαρχία στην περιοχή.

Στον τελικό με τον Παναθηναϊκό, ευστόχησε στα πέναλτι που κέρδισε ο Ολυμπιακός στην κανονική διάρκεια και στην παράταση. Στη διαδικασία των πέναλτι, όμως, ήρθε η πικρή στιγμή: ο Νίκος Σαργκάνης τον νίκησε στο καθοριστικό χτύπημα. Κι όμως, ο κόσμος δεν τον θυμάται ως «μοιραίο». Τον θυμάται ως παίκτη-σύμβολο μιας ταραγμένης σεζόν, που έμεινε όρθιος μέσα στην πίεση.

Η έξοδος, ο Γκμοχ και η καρδιά που ήδη “χτυπούσε αλλιώς”

Ο Φούνες αποχώρησε από τον Ολυμπιακό τον Φεβρουάριο του 1989, σε μια περίοδο που οι σχέσεις του με τον προπονητή Γιάτσεκ Γκμοχ είχαν φτάσει σε ρήξη. Λίγους μήνες μετά, το πραγματικό δράμα άρχισε να αποκαλύπτεται: στις ιατρικές εξετάσεις για μεταγραφή στη Γαλλία, διαπιστώθηκε το καρδιολογικό πρόβλημα.

Η καριέρα του μπήκε σε τροχιά αναγκαστικού φρεναρίσματος. Επέστρεψε στην Αργεντινή, έκανε μια καλή σεζόν με τη Βέλεζ Σάρσφιλντ, αλλά όταν η Μπόκα Τζούνιορς ενδιαφέρθηκε, οι εξετάσεις έδειξαν επιδείνωση. Το μήνυμα ήταν αμείλικτο: πρέπει να σταματήσει, αλλιώς κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή.

«Búfalo»: το παρατσούκλι που ταίριαζε στο παιχνίδι του, όχι στη μοίρα του

Τον φώναζαν «Βούβαλο» γιατί στην περιοχή ήταν οδοστρωτήρας. «Αν έμπαινε στην περιοχή, σε σκότωνε», είχε ειπωθεί για εκείνον. Στην πραγματικότητα, ήταν ένας φορ που δεν ζήταγε άδεια: έμπαινε με σώμα, με θράσος, με καθαρή ιδέα του γκολ.

Και μετά ήρθε το παράλογο: ένας τέτοιος παίκτης, τέτοιας δύναμης, να “λυγίζει” όχι από αντίπαλο, αλλά από το ίδιο του το σώμα.

Το τελευταίο αντίο και ο Μαραντόνα που δεν έλειψε

Στην κηδεία του στην Αργεντινή, μαζεύτηκε πολύς κόσμος. Εκεί ήταν και ο Μαραντόνα, που κράτησε το φέρετρο μαζί με άλλους. Λίγους μήνες αργότερα, έγινε και φιλικό προς τιμήν του στη Βέλεζ, με μεγάλα ονόματα της εποχής και με στόχο τα έσοδα να στηρίξουν την οικογένειά του. Για τον Ντιέγκο αυτό δεν ήταν “δημόσια εμφάνιση” – ήταν χρέος.

Για τον Ολυμπιακό, θα είναι πάντα «ο Φούνες μας»

Ο Φούνες έπαιξε λίγο στην Ελλάδα, αλλά δεν πέρασε σαν «περαστικός ξένος». Ήταν μια μορφή από εκείνες τις παλιές, που κουβαλούσαν κάτι ωμό και αληθινό: δύναμη, ένταση, γκολ, προσωπικότητα.

Και γι’ αυτό, τόσα χρόνια μετά, ο «Βούβαλος» δεν είναι απλώς ένα όνομα στο αρχείο. Είναι μια ιστορία που γυρίζει κάθε Γενάρη, σαν υπόμνηση ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να γράψει μύθους, αλλά η ζωή κρατά πάντα το τελευταίο σφύριγμα.