Ο Βαγγέλης Παυλίδης άνοιξε την καρδιά του στο επίσημο κανάλι της Μπενφίκα, θυμίζοντας τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα και τις ατελείωτες ώρες παιχνιδιού στις γειτονιές, τότε που το ποδόσφαιρο ήταν καθαρή χαρά, χώμα, τσιμέντο και όνειρα.

Ο Έλληνας επιθετικός περιέγραψε πώς, όπως κάθε παιδί, περνούσε τα απογεύματά του σε αλάνες – χωμάτινες και τσιμεντένιες – στήνοντας παιχνίδι όπου έβρισκε χώρο. «Δοκάρια» γίνονταν σχολικές τσάντες, ενώ οι τοίχοι χρησιμοποιούνταν για… συμπαίκτες, όταν δεν υπήρχαν αρκετοί παίκτες ή όταν το παιχνίδι έπρεπε να συνεχιστεί πάση θυσία.

Από τις αλάνες στο Champions League

Μέσα σε εκείνη την αθώα καθημερινότητα, ο Παυλίδης και η παρέα του έκαναν τα ίδια όνειρα που κάνουν χιλιάδες παιδιά: να βρεθούν μια μέρα στο υψηλότερο επίπεδο, να παίξουν και να σκοράρουν στο UEFA Champions League. Όπως είπε, τότε το έλεγαν σαν παιχνίδι, σαν φαντασίωση, όμως το είχαν μέσα τους σαν στόχο.

Με σκληρή δουλειά, επιμονή και ταλέντο, το παιδικό αυτό όνειρο έγινε πραγματικότητα. Σήμερα, ως παίκτης της Μπενφίκα, ο Έλληνας φορ μετρά ήδη εννέα γκολ στο Champions League, επιβεβαιώνοντας ότι η διαδρομή από τις αλάνες μέχρι τα φώτα της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης δεν είναι μύθος — είναι δρόμος που ανοίγει μόνο με καθημερινή προσπάθεια.

«Ματωμένα γόνατα» και η φωνή της μαμάς

Η πιο ανθρώπινη στιγμή της εξομολόγησης ήρθε όταν ο Παυλίδης γύρισε πίσω, σε εικόνες που δεν ξεχνιούνται: «Γύριζα σπίτι με ματωμένα γόνατα και η μαμά μου φώναζε», ανέφερε χαρακτηριστικά. Δεν το είπε για να δραματοποιήσει το παρελθόν, αλλά για να δείξει τι θυμάται πιο έντονα: τη χαρά, την ανεμελιά, την αίσθηση ότι εκείνο το παιχνίδι δεν τελείωνε ποτέ.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της αφήγησής του: ότι, παρότι η πραγματικότητα σήμερα είναι επαγγελματική, απαιτητική και γεμάτη πίεση, ο ίδιος λέει πως κουβαλά ακόμη εκείνα τα συναισθήματα — σαν εσωτερικό “καύσιμο” που τον κρατάει γειωμένο και πεινασμένο.

Ο Παυλίδης δεν μίλησε μόνο για γκολ και στατιστικά. Μίλησε για τη ρίζα του ποδοσφαίρου: το παιχνίδι στη γειτονιά, την παρέα, τις τσάντες για δοκάρια και το παιδικό όνειρο που, τελικά, φόρεσε φανέλα και έγινε πραγματικότητα.

Η εξομολόγησή του θυμίζει το επίσης νοσταλγικό τραγούδι των Ζιγκ Ζαγκ "Ευτυχώς που ξέχασα να μεγαλώσω", του οποίου η πεμπτουσία αποτυπώνεται στο εξής στίχο: "αν με ζητάτε θα με ακόμα στην αλάνα, μη με μαζεύεις απ΄τον δρόμο ακόμα μάνα".