Ένας ποδοσφαιρικός αγώνας με βαθύ ιστορικό, εθνικό και πολιτικό φορτίο διεξήχθη το βράδυ της Δευτέρας 31 Αυγούστου στην αρχαία Άμιδα, το σημερινό Ντιγιαρμπακίρ. Η νεοφώτιστη Αμέντσπορ, η ομάδα που έχει ταυτιστεί με την κουρδική ταυτότητα, νίκησε με ανατροπή 2-1 την Τραμπζονσπόρ, σε μια αναμέτρηση που εξαρχής ξεπερνούσε τα στενά όρια του αθλητισμού.

Στην πολιτική και ιστορική διάσταση του αγώνα στάθηκε με εκτενή ανάρτησή του ο δημοσιογράφος της ΕΡΤ και πρόεδρος του Σωματείου Δράσης «Νίκος Καπετανίδης», Γιώργος Γεωργιάδης, θέτοντας εξαρχής το ερώτημα:

«Τι συμβαίνει στο Κουρδιστάν;»

Κατά τον Γιώργο Γεωργιάδη, στην πόλη που οι Κούρδοι αποκαλούν Αμέντ δεν αναμετρήθηκαν απλώς δύο ποδοσφαιρικές ομάδες. Συγκρούστηκαν δύο διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας και της ταυτότητας μέσα στη σημερινή Τουρκία: από τη μία η κουρδική διεκδίκηση ορατότητας και από την άλλη η εθνικιστική και κρατική εργαλειοποίηση της Τραμπζονσπόρ.

Ανατροπή στο 90ό λεπτό

Η Τραμπζονσπόρ προηγήθηκε μόλις στο 11ο λεπτό με τον Μοχάμεντ Σαλάχ. Η Αμέντσπορ ισοφάρισε στις καθυστερήσεις του πρώτου ημιχρόνου, όταν ο Αντρέ Ονάνα απέκρουσε το πέναλτι του Μπαφέ Ντιανέ, αλλά ο Γίρα Σορ πήρε το ριμπάουντ και έστειλε την μπάλα στα δίχτυα.

Η ανατροπή ολοκληρώθηκε στο 90ό λεπτό. Ο Μεχμέτ Γεσίλ γύρισε την μπάλα από τα δεξιά και ο Γκιφτ Όρμπαν εκμεταλλεύτηκε την αδράνεια της άμυνας της Τραμπζονσπόρ, διαμορφώνοντας το τελικό 2-1. Η Αμέντσπορ είχε καλύτερη παρουσία για μεγάλο διάστημα και δημιούργησε ευκαιρίες που αντιστοιχούσαν σε 2,39 αναμενόμενα γκολ, έναντι 0,84 της αντιπάλου της.

Για τον Γεωργιάδη, ωστόσο, το γκολ στο 90ό λεπτό απέκτησε χαρακτήρα «Θείας Δίκης», καθώς σφράγισε την αποτυχία μιας αποστολής η οποία, όπως υποστηρίζει, είχε παρουσιαστεί ως «εθνική τουρκική αποστολή» μέσα σε κουρδικό έδαφος.

Η πορεία της Τραμπζονσπόρ με τουρκικές σημαίες και ύμνους του Κεμάλ

Σύμφωνα με όσα περιγράφει στην ανάρτησή του, τα λεωφορεία της Τραμπζονσπόρ κατευθύνθηκαν προς την Άμιδα καλυμμένα με τουρκικές σημαίες, ενώ από τα ηχεία ακούγονταν στη διαπασών ύμνοι του Μουσταφά Κεμάλ.

«Η Τραμπζονσπόρ έδωσε χαρακτήρα “εθνικής τουρκικής αποστολής”», αναφέρει ο πρόεδρος του Σωματείου Δράσης «Νίκος Καπετανίδης», εκτιμώντας ότι η κίνηση αποτελούσε συνειδητή πρόκληση προς τους Κούρδους και προσπάθεια να παρουσιαστεί η αναμέτρηση ως συμβολική επιβολή του τουρκικού κράτους στην περιοχή.

Ο Γεωργιάδης εκφράζει ιδιαίτερη πικρία για τη σημερινή πορεία της ομάδας της Τραπεζούντας. Όπως σημειώνει, η Τραμπζονσπόρ έχει κυριαρχηθεί τα τελευταία χρόνια από οικονομικά συμφέροντα, τα οποία την κατέστησαν ισχυρότερη αγωνιστικά, αλλά παράλληλα την έσυραν σε πολεμική ρητορική και τη μετέτρεψαν σε «διαπρύσιο κήρυκα της επίσημης κρατικής πολιτικής».

«Λυπούμαι για την κατάσταση στην οποία περιήλθε η ομάδα της Τραπεζούντας, την οποία παλιά, όταν μπορούσα να πάω, την παρακολουθούσα από κοντά στο παλιό της γήπεδο. Τώρα μου είναι τελείως ξένη», γράφει.

Η απάντηση των Κούρδων με τον Καζίμ Κογιουντζού

Η υποδοχή της Τραμπζονσπόρ από την Αμέντσπορ είχε εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον Γιώργο Γεωργιάδη, οι άνθρωποι της κουρδικής ομάδας υποδέχθηκαν την αποστολή με λουλούδια.

Η πλέον συμβολική απάντηση, όμως, δόθηκε από τα μεγάφωνα του γηπέδου. Αντί εθνικιστικών συνθημάτων, ακούστηκε ένα τοπικό τραγούδι της Τραπεζούντας, με τη λύρα του εμβληματικού Λαζού καλλιτέχνη Καζίμ Κογιουντζού.

Ο Κογιουντζού, ο οποίος έφυγε πρόωρα από τη ζωή το 2005, είχε συνδεθεί στενά με την Τραμπζονσπόρ και αποτελούσε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της κερκίδας της. Ταυτόχρονα, όμως, υπήρξε φορέας μιας διαφορετικής αντίληψης από τον τουρκικό εθνικισμό: πρέσβευε τη συνύπαρξη, την ισότητα και την κοινή πολιτιστική κληρονομιά των λαών του Ευξείνου Πόντου.

Έτσι, οι Κούρδοι, αντί να απαντήσουν με το ίδιο νόμισμα, χρησιμοποίησαν ένα αυθεντικό πολιτιστικό σύμβολο της Τραπεζούντας, αντιπαραβάλλοντας την τοπική ταυτότητα και την αλληλεγγύη των λαών προς την κρατική και εθνικιστική εργαλειοποίηση του ποδοσφαίρου.

Η Άμιδα και η βαριά ιστορική μνήμη

Ο Γεωργιάδης υπενθυμίζει ότι το σημερινό Ντιγιαρμπακίρ είναι η αρχαία Άμιδα, μια πόλη με ιστορία περίπου 3.000 ετών, στην οποία έζησαν επί αιώνες Κούρδοι, Αρμένιοι, Ασσύριοι και άλλες κοινότητες.

Αποδίδει την αλλαγή των τοπωνυμίων και την επιβολή της επίσημης τουρκικής ονομασίας στην πολιτική πολιτιστικής ομογενοποίησης του κεμαλικού κράτους. Αναφέρεται επίσης στις σφαγές των χριστιανικών πληθυσμών, στην αιματηρή καταστολή των Κούρδων και των Αλεβιτών και στην καταστροφή χιλιάδων χωριών.

Ιδιαίτερη μνεία κάνει στις επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού το 2015-2016 στη συνοικία Σουρ, όταν οι συγκρούσεις με τους Κούρδους μαχητές διεξήχθησαν ακόμη και με άρματα μάχης και βαρέα όπλα μέσα στον ιστορικό αστικό ιστό.

Σε αυτό το περιβάλλον, το όνομα «Αμέντσπορ» δεν είναι ουδέτερο. Η χρήση της κουρδικής ονομασίας της πόλης συνιστά από μόνη της δημόσια δήλωση ταυτότητας, σε ένα κράτος που επί δεκαετίες επιχείρησε να εξαφανίσει ή να περιορίσει κάθε μη τουρκικό ιστορικό και πολιτιστικό αποτύπωμα.

Η άνοδος της Αμέντσπορ ως πολιτικό τεστ

Η νίκη επί της Τραμπζονσπόρ επιβεβαιώνει όσα είχαν επισημανθεί στις αναλύσεις που δημοσιεύθηκαν μετά την ιστορική άνοδο της Αμέντσπορ στη Süper Lig.

Τον Ιούνιο είχε υπογραμμιστεί ότι η επιτυχία της ομάδας δεν αποτελούσε απλώς μια αθλητική άνοδο. Μετέφερε το Κουρδικό στην πιο ορατή εβδομαδιαία δημόσια σκηνή της Τουρκίας. Το όνομα «Αμέντ», τα χρώματα, τα συνθήματα και η κουρδική ταυτότητα των φιλάθλων θα εμφανίζονταν πλέον στα μεγαλύτερα γήπεδα της χώρας και μπροστά σε εθνικό τηλεοπτικό κοινό.

Η Süper Lig χαρακτηριζόταν τότε «δημόσιο τεστ» για το κατά πόσο το τουρκικό κράτος και η τουρκική κοινωνία μπορούν να ανεχθούν την κουρδική ορατότητα χωρίς να επιστρέψουν στη γνωστή συνταγή της απαγόρευσης, της καταστολής και της κατηγορίας περί «τρομοκρατίας».

Διαβάστε τη συνέχεια στο PontosVoice