Στην «Piazza Barberini», έξω από τα γραφεία του προέδρου και ιδιοκτήτη της Λάτσιο, Σέρτζο Κρανιόττι πρώτα συγκεντρώνονται οι δέκα, που μετά γίνονται εκατό, μετά πεντακόσιοι, μετά περισσότεροι από 3.000: άπαντες, με μία ντομάτα στο χέρι. Είναι συμβολικό, γιατί το πολύτιμο, κατακόκκινο φρούτο/ λαχανικό είναι το σήμα κατατεθέν της «Cirio»,  εταιρίας κολοσσού στο είδος της και ιδιοκτησίας του ιδίου του Κρανιόττι.

 Όσο περνάει η ώρα και αυξάνεται η λαϊκή οργή, τόσο επιβεβαιώνεται ότι ο 27χρονος Σινιόρι, ένας από τους μεγαλύτερους «bomber» στην Ιστορία της Λάτσιο είχε πουληθεί στην Πάρμα για το εξωφρενικό, την εποχή εκείνη ποσό των 25δις λιρετών, με σημερινή αξία, πάνω, κάτω τα 14εκ. ευρώ.

 Είχε πουληθεί… νύκτα, στον φίλο και συνέταιρο του Κρανιόττι, Καλλίστο Τάντζι επίσης δισεκατομμυριούχο ιδιοκτήτη της «Parmalat», ενός ακόμη παγκόσμιου κολοσσού στον χώρο των γαλακτοκομικών. Το γιατί η Λάτσιο ήθελε να ξεφορτωθεί τη «σημαία» της μαθεύτηκε χρόνια αργότερα, όταν οι έλεγχοι στα οικονομικά της Cirio έβγαλαν στην επιφάνεια μία τρύπα μερικών δις την οποία ο Κρανιόττι προσπάθησε να ταπώσει με την πώληση του Σινιόρι. Αυτό όμως θα το δούμε πιο κάτω.

 Λάτσιο, λοιπόν και Πάρμα, Κρανιόττι και Τάντζι είχαν συμφωνήσει σε όλα, υπήρχε ωστόσο ένα ναι μεν, αλλά: γιατί κανένας από τους δύο δεν είχε ενημερώσει τον άμεσα ενδιαφερόμενο. Δηλαδή τον Σινιόρι, που εκείνες τις ημέρες βρισκόταν στη Βραζιλία για διακοπές και όταν έμαθε τι μαγειρευόταν πίσω από την πλάτη του στύλωσε τα πόδια του δηλώνοντας πως «εγώ, από τη Ρώμη και τη Λάτσιο ούτε φεύγω, ούτε είχα ποτέ μου σκοπό να φύγω».

 Είναι πλέον βράδυ, η «Piazza Barberini» πλέον κατακόκκινη από τον ντομάτο- πόλεμο ωρών, σταδιακά αδειάζει όταν ο Κρανιόττι αναγκάζεται να κάνει πίσω και να χαλάσει τη μεταγραφή δηλώνοντας ωστόσο απογοητευμένος από τη στάση των οπαδών. «Είκοσι πέντε δις είναι πολλά λεφτά και θα μας χρειάζονταν για να ενισχύσουμε ακόμη περισσότερο τη Λάτσιο. Κρατήστε λοιπόν, τον Σινιόρι και θα φύγω εγώ το συντομότερο».

 Η οργή όμως, λογικό ήταν να μεταδοθεί και στους οπαδούς της Πάρμα, που μετά τα «όχι» που είχε εισπράξει από τους Μπάτζο και Μπατιστούτα δέχονταν και Τρίτη άρνηση σε διάστημα μόλις λίγων ημερών ξεσπώντας την εύλογη απογοήτευσή τους στην αντίστοιχη πλατεία Barberini, όχι όμως με ντομάτες, αλλά με γάλα. Επίσης σήμα κατατεθέν της Parmalat, που λίγα χρόνια αργότερα πτώχευσε λόγω κακοδιαχείρισης, σώθηκε από ξένους (κυρίως Γάλλους) επενδυτές και σήμερα επαναλειτουργεί ανά τον κόσμο. Ίδιας τύχης έτυχε και η Cirio, ενώ οι Κρανιόττι και Τάντζι δεν άργησαν να πάρουν τον δρόμο της φυλακής όταν αποκαλύφθηκε ότι χρησιμοποιούσαν τα κέρδη των εταιριών τους για να φουσκώνουν τα ταμεία των Λάτσιο και Πάρμα.

 Τελικά ο Σινιόρι παραχωρήθηκε, αλλά δύο χρόνια αργότερα, αρχικά στη Σαμπντόρια μετά όμως αναγεννήθηκε για μία 6ετία στη Μπολόνια πριν περάσει το 2005 από τον Ηρακλή, για 5 μόλις παιχνίδια με μηδέν γκολ και κρεμάσει τα παπούτσια του στην ουγγρική Σόπρον.

 Ενώ ο Κρανιόττι, που απειλούσε «ή εγώ ή αυτός» παρέμεινε στο τιμόνι της Λάτσιο για 7 ακόμη χρόνια καταφέρνοντας μάλιστα να κατακτήσει ένα πρωτάθλημα, ένα Κυπελλούχων, 1 Σούπερ- Καπ Ευρώπης, δύο κύπελλα και δύο ιταλικά Σούπερ- Καπ συνδυάζοντας τη θητεία του με μία από τις πλέον πετυχημένες πορείες στην Ιστορία των «Biancazzurri».