Υπάρχουν συνεντεύξεις που τη στιγμή που γίνονται αποτελούν δημοσιογραφικό υλικό. Όσο περνούν τα χρόνια, όμως, αποκτούν μια διαφορετική αξία. Παύουν να είναι απλώς συνεντεύξεις και μετατρέπονται σε ιστορικά τεκμήρια.

Μία τέτοια περίπτωση είναι η συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει ο Λεωνίδας Κουμάκης. Ένας άνθρωπος που κουβαλούσε μέχρι το τέλος της ζωής του την Κωνσταντινούπολη των παιδικών του χρόνων και, μαζί της, μία από τις σκοτεινότερες σελίδες στην ιστορία του Ελληνισμού της Πόλης: τα Σεπτεμβριανά του 1955.

Ο Λεωνίδας Κουμάκης έφυγε από τη ζωή τον Νοέμβριο του 2024. Λίγο καιρό πριν από τον θάνατό του είχα την τύχη να καταγράψω τη μαρτυρία του.

Δεν ξεχνώ τον τρόπο με τον οποίο μιλούσε.

Με σεβασμό στην Ιστορία. Με μέτρο και νηφαλιότητα.

Χωρίς κραυγές και υπερβολές. Χωρίς να επιτρέπει στο προσωπικό του τραύμα να υπαγορεύσει την κρίση του. Μιλούσε για γεγονότα που είχε ζήσει ο ίδιος ως παιδί, αλλά προσπαθούσε συνεχώς να ξεχωρίζει τη μνήμη από την ερμηνεία, το βίωμα από την ιστορική καταγραφή.

Και ακριβώς γι' αυτό η μαρτυρία του έχει ξεχωριστή αξία.

Το παιδί που είδε την Πόλη να παραδίδεται στη βία

Ο Λεωνίδας Κουμάκης ήταν ακόμη παιδί όταν, στις 6 Σεπτεμβρίου 1955, η Κωνσταντινούπολη παραδόθηκε στη βία.

Ελληνικά καταστήματα λεηλατήθηκαν. Σπίτια καταστράφηκαν. Εκκλησίες, σχολεία, νεκροταφεία και περιουσίες του ελληνικού στοιχείου έγιναν στόχος.

Πίσω όμως από τους αριθμούς και τις καταστροφές υπήρχαν άνθρωποι.

Οικογένειες που μέσα σε λίγες ώρες είδαν να γκρεμίζεται ο κόσμος στον οποίο είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει. Και παιδιά που παρακολουθούσαν ανήμπορα τη βία να εισβάλλει στις ζωές τους.

Ένα από αυτά ήταν ο Λεωνίδας Κουμάκης.

Στη συνέντευξή του θυμόταν τη νύχτα της 6ης Σεπτεμβρίου, τις καταστροφές, τις φωτιές, τους βανδαλισμούς και το μανιασμένο πλήθος. Περιέγραφε πώς η οικογένειά του κατάφερε να γλιτώσει και επανέφερε στη μνήμη του ένα σύνθημα που συμπύκνωνε με ανατριχιαστικό τρόπο το μήνυμα προς τους Έλληνες της Πόλης:

«Bugün malınız, yarın kafanız» — «Σήμερα οι περιουσίες σας, αύριο τα κεφάλια σας».

Ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μία απειλή εναντίον της περιουσίας τους.

Το μήνυμα ήταν ότι πλέον απειλούνταν η ίδια η παρουσία του Ελληνισμού στην Κωνσταντινούπολη.

Τα Σεπτεμβριανά δεν εξαφάνισαν μέσα σε μία νύχτα την ελληνική κοινότητα. Άνοιξαν όμως μία πληγή που δεν έκλεισε ποτέ. Δημιούργησαν ένα καθεστώς φόβου και ανασφάλειας το οποίο, σε συνδυασμό με τις πολιτικές που ακολούθησαν και ιδιαίτερα με τις απελάσεις του 1964, επιτάχυνε δραματικά τη συρρίκνωση του Ελληνισμού της Πόλης.

Από τη νύχτα του 1955 στον ξεριζωμό

Ο Κουμάκης δεν έπαψε ποτέ να επιστρέφει νοερά στην Κωνσταντινούπολη των παιδικών του χρόνων.

Νομικός στην εκπαίδευση, εργάστηκε για πολλά χρόνια στον χώρο των εισαγωγών και των εξαγωγών, ενώ ανέπτυξε παράλληλα συγγραφική δραστηριότητα, έχοντας ως σταθερό σημείο αναφοράς τον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Στο βιβλίο του «Το Θαύμα» κατέγραψε μία ακόμη βαθιά προσωπική στιγμή της οικογενειακής του ιστορίας.

Με έντονη πίστη και θρησκευτικό συναίσθημα περιέγραψε ένα περιστατικό το οποίο, όπως ο ίδιος το βίωσε και το ερμήνευσε, προηγήθηκε του ξεριζωμού της οικογένειάς του από την Κωνσταντινούπολη τη δεκαετία του 1960.

Είχα την ευκαιρία να καταγράψω και αυτή τη μαρτυρία.

Αποτελεί ένα διαφορετικό κεφάλαιο της ζωής του, που αξίζει να παρουσιαστεί αυτοτελώς σε επόμενο αφιέρωμα.

Η αναφορά στον Ίαν Φλέμινγκ

Υπάρχει όμως στη συνέντευξη και μία ακόμη πτυχή με ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον.

Ο Λεωνίδας Κουμάκης αναφέρεται στον Ίαν Φλέμινγκ, τον μετέπειτα παγκοσμίως γνωστό δημιουργό του Τζέιμς Μποντ, ο οποίος βρισκόταν εκείνες τις ημέρες στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Φλέμινγκ είχε υπηρετήσει κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στη βρετανική ναυτική υπηρεσία πληροφοριών και διατηρούσε στενούς δεσμούς με τον κόσμο των βρετανικών υπηρεσιών.

Η παρουσία του στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο των Σεπτεμβριανών έχει προκαλέσει επί δεκαετίες ιστορικό ενδιαφέρον. Ο Κουμάκης, μέσα από τη δική του μαρτυρία, καταθέτει τη δική του εκδοχή για τη δραστηριότητα και τον ρόλο του Φλέμινγκ εκείνες τις ημέρες.

Είναι ένα σημείο που απαιτεί προσοχή. Άλλο η ιστορικά τεκμηριωμένη παρουσία του Φλέμινγκ στην Πόλη και άλλο οι ισχυρισμοί και οι ερμηνείες που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς σχετικά με την αποστολή και τις δραστηριότητές του.

Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη όταν προσεγγίζουμε γεγονότα τέτοιας ιστορικής βαρύτητας.

«Η Τουρκία δεν έχει αλλάξει»

Η συζήτησή μας δεν έμεινε, όμως, στο 1955.

Ο Λεωνίδας Κουμάκης συνέδεε όσα είχε ζήσει ως παιδί με ολόκληρη τη μεταγενέστερη πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Και κατέθετε μία ξεκάθαρη θέση:

Κατά τη δική του εκτίμηση, η βασική αντίληψη του τουρκικού κράτους απέναντι στον Ελληνισμό δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά.

Μπορεί κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με την κρίση του. Δεν μπορεί όμως να παραβλέψει το ειδικό βάρος με το οποίο εκφραζόταν από έναν άνθρωπο που δεν έμαθε για τα Σεπτεμβριανά διαβάζοντας ένα βιβλίο ή ένα ιστορικό αρχείο.

Τα έζησε.

Τα είδε με τα μάτια ενός παιδιού.

Έζησε αργότερα τον ξεριζωμό και, δεκαετίες μετά, μπορούσε ακόμη να επιστρέψει σε εκείνες τις ημέρες και να μιλήσει γι' αυτές με αξιοσημείωτη νηφαλιότητα.

Αυτή είναι και η μεγαλύτερη αξία της συγκεκριμένης συνέντευξης.

Δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη αφήγηση για τα γεγονότα του 1955.

Είναι η προφορική μαρτυρία ενός Έλληνα της Κωνσταντινούπολης που είδε τον κόσμο της παιδικής του ηλικίας να αλλάζει βίαια μέσα σε μία νύχτα και που κουβάλησε τη μνήμη εκείνων των γεγονότων σε ολόκληρη τη ζωή του.

Σήμερα, που ο Λεωνίδας Κουμάκης δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας, τα λόγια του αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο βάρος.

Γιατί οι άνθρωποι κάποτε φεύγουν.

Οι μαρτυρίες τους, όταν έχουν καταγραφεί, μένουν.

Και μαζί τους μένει η ευθύνη των επόμενων γενεών να τις ακούν, να τις μελετούν και να μην επιτρέψουν στην ιστορική μνήμη να χαθεί.

Στο βίντεο που ακολουθεί, ο αείμνηστος Λεωνίδας Κουμάκης αφηγείται τη δική του 6η Σεπτεμβρίου 1955.

Μία μαρτυρία από πρώτο χέρι. Μία κατάθεση μνήμης για τα Σεπτεμβριανά και τον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης.

Δείτε τη συνέντευξη: