Τις προηγούμενες φορές που διάβαζα ότι πρόκειται να γίνει μια σύσκεψη ανάμεσα σε κυβερνητικούς παράγοντες και διοικητές του ποδοσφαίρου για να πατάξουν τη βία, έβαζα τα γέλια. Είχα περάσει εδώ και χρόνια τη φάση της ψευδαίσθησης ότι όλοι αυτοί θα αποφασίσουν κάποτε να λύσουν το πρόβλημα.

Ενας φίλος που μπήκε στο ποδόσφαιρο, στη διοίκησή του, με είχε συμβουλεύσει πριν από μερικά χρόνια να πάψω να παίρνω το ελληνικό ποδόσφαιρο στα σοβαρά. «Για γέλια είναι, έτσι αντιμετώπισέ το, ίσως με αυτόν τον τρόπο να καταφέρνεις τουλάχιστον να ψυχαγωγείς τους αναγνώστες σου, να βάζουν κι εκείνοι τα γέλια και να γλιτώσουν τον εκνευρισμό που σου προκαλεί το ποδόσφαιρο όταν το παίρνεις στα σοβαρά», με είχε συμβουλεύσει.

Εδώ και καιρό όμως όλες αυτές οι… πρωτοβουλίες, που στήνονται για τα τηλεοπτικά πλάνα των δελτίων ειδήσεων, για να έχει κάτι να πει στην ενημέρωση ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, για τις λεζάντες δίπλα στις αναμνηστικές φωτογραφίες που τονίζουν, σαν να είναι βγαλμένες από τα χέρια του γραφείου Τύπου, ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να πατάξει τη γηπεδική βία, μου προκαλούν πλέον μόνο αποστροφή. Με πιάνει πλέον αναγούλα κάθε φορά που διαβάζω, ύστερα από αποκρουστικές εικόνες σαν αυτές που πλημμύρισαν το μυαλό μας από το ΟΑΚΑ, ότι θα γίνει μια σύσκεψη που θα λύσει το πρόβλημα.

Θα ‘θελα να ‘ξερα ποιον νομίζουν ότι κοροϊδεύουν ο υφυπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού Γιώργος Νικητιάδης, ο γενικός γραμματέας Αθλητισμού Πάνος Μπιτσαξής και ο πρόεδρος της ΕΠΟ Σοφοκλής Πιλάβιος. Μου φέρνουν στο μυαλό τη συμπεριφορά του Γκέμπελς και των στρατηγών του Χίτλερ στις τελευταίες ώρες πριν από την πτώση. Συμπεριφέρονται σαν να μην θέλουν να παραδεχθούν δημόσια ότι τους έχει νικήσει κατά κράτος ο στρατός των παρανόμων του ποδοσφαίρου και των κάφρων. Αρνούνται να παραδοθούν, να παραιτηθούν, κι ας ξέρουν ότι έχουν χάσει το παιχνίδι, ότι οι ίδιοι δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο που υποτίθεται ότι υπηρετούν.

Αν αυτή η παρέα που θα μαζευτεί σήμερα σε μια αίθουσα του υφυπουργείου και αυτοί που τους δίνουν εντολές ήθελαν να λυθεί το πρόβλημα της βίας στα γήπεδα, σήμερα δεν θα συζητούσαμε γι’ αυτό. Θα είχε λυθεί δεκαετίες τώρα, προτού καν βρεθούν αυτοί οι τρεις κύριοι στις θέσεις ευθύνης του αθλητισμού και του ποδοσφαίρου. Αν αυτή η παρέα ήθελε, ήταν πραγματικά αποφασισμένη να κάνει ήσυχο τελικό Κυπέλλου, στο ΟΑΚΑ προχθές, δεν θα είχε ανάψει ούτε σπίρτο. Δεν θέλουν, δεν έχουν τα κότσια να το κάνουν, δεν μπορούν να συγκινήσουν ή να πείσουν τους προϊσταμένους τους; Οποιος και αν είναι ο λόγος, όλοι αυτοί έχουν αποδείξει στην ελληνική κοινωνία ότι δεν είναι αποτελεσματικοί. Και δεν πρόκειται να γίνουν. Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγεί η παρατήρηση της δράσης (;) τους των τελευταίων μηνών ή/και ετών.

Αν αυτή η παρέα είχε νοιαστεί, τα εισιτήρια του τελικού θα είχαν βρεθεί, κατά πλειοψηφία, σε χέρια κανονικών ανθρώπων. Θα ήταν ακόμη περισσότεροι οι κανονικοί, οι πολιτισμένοι άνθρωποι στις εξέδρες του ΟΑΚΑ και πολύ λιγότεροι οι κάφροι. Αν αυτή η παρέα είχε νοιαστεί, η Αστυνομία θα είχε στραγγίξει τους κάφρους από κροτίδες, καπνογόνα, πιστόλια φωτοβολίδων, στιλέτα και λοιπά πολεμοφόδια. Αν αυτή η παρέα είχε νοιαστεί, θα ήταν πολύ περισσότεροι από… έντεκα αυτοί που θα βρίσκονταν σήμερα μπροστά στον εισαγγελέα.

Δεν έχει καμιά ελπίδα η Ελλάδα να ξαναδεί ποδόσφαιρο της προκοπής. Διάβαζα χθες στο Reuters ότι αυτές οι εικόνες γύρισαν το ποδόσφαιρο 100 χρόνια πίσω. Πολύ μεγάλο λάθος. Πριν από 80 χρόνια στην Ελλάδα υπήρχε ποδοσφαιρικός πολιτισμός. Η σημερινή κοινωνία που αποφασίζει για το ποδόσφαιρο, δηλαδή οι παράγοντες της κυβέρνησης και του ποδοσφαίρου, μαζί και αυτοί που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά σε αυτό, έχουν αποδείξει παντοιοτρόπως ότι δεν θέλουν ή δεν μπορούν να καθαρίσουν το ποδόσφαιρο από τη διαφθορά και τη βία. Κουράστηκα να τους δίνω σημασία, όλων αυτών. Θα προτιμούσα να μην ξαναδιαβάσω ούτε μονόστηλο για τις συναντήσεις, τις συνεδριάσεις και τις αποφάσεις τους. Αυτό το αστείο έχει κρυώσει προ καιρού.