Το “βαρβάκι” Ιώαννης Βαρβάκης Στις 24 Ιουνίου του 1745, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, ο καπετάνιος Ανδρέας Λεοντής επέστρεφε στην πατρίδα του, τα Ψαρά, ύστερα από ταξίδι πολλών μηνών. Καθώς το καράβι του έμπαινε στο λιμάνι του νησιού, ο καπετάν Ανδρέας έψαχνε τη σύζυγό του στην προβλήτα. Όταν δεν την βρήκε, ανησύχησε, γιατί η Μαρία πάντα τον περίμενε στο λιμάνι. Το πλοίο άραξε και ο καπετάν Ανδρεάς πήδηξε στο νερό και έτρεξε προς την προβλήτα, αναζητώντας τη γυναίκα του. Τελικά εντόπισε την γριά παραμάνα του σπιτιού, η οποία του ανήγγειλε το χαρμόσυνο γεγονός. Η Μαρία δεν ήταν στο λιμάνι, γιατί μόλις είχε γεννήσει τον γιο του! Του έδωσαν το όνομα Γιάννης και βαφτίστηκε στο μικρό μοναστήρι της Παναγίας, στα βόρεια του νησιού.

Το όνομα “Βαρβάκης” προήλθε από ένα υποκοριστικό που του έδωσαν οι συχγωριανοί του. Στο νησί υπήρχαν πολλά γεράκια με μεγάλα μαύρα μάτια, τα οποία οι Ψαριανοί αποκαλούσαν “βαρβάκια”. Οι φίλοι του Γιάννη συνήθιζαν να τον φωνάζουν κι αυτόν “βαρβάκι”, εξαιτίας των μαύρων ματιών του και του ορμητικού του χαρακτήρα. Έτσι ο Γιάννης Λεοντής έγινε Γιάννης Βαρβάκης και το όνομα πέρασε στην ιστορία.

Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Γιάννης ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του. Ήδη από την ηλικία των 8 ετών, ο πατέρας του άρχισε να του μαθαίνει την τέχνη του ναυτικού. Στα 10, είχε φτάσει στο σημείο να πυροβολεί με το κανόνι του πλοίου. Ο γιος του καπετάν Ανδρέα ξεκίνησε από τα χαμηλότερα στρώματα, ως απλός μούτσος και έκανε τις ίδιες δουλειές με όλους τους άλλους. Ξεχώρισε και κέρδισε τον σεβασμό των ναυτών με τη σκληρή δουλειά και την ευστροφία του. Στα 17, ο καπετάν Ανδρέας του έδωσε μερίδιο από τα έσοδα για να ναυπηγήσει το δικό του πλοίο.

Το πρώτο καράβι του Βαρβάκη ήταν μία γαλιότα μήκους 42 μέτρων και πλάτους 5 μέτρων. Διέθετε και πολυβόλα, έτσι ώστε να μπορεί να λειτουργήσει και ως καταδρομικό, πολεμικό πλοίο εκτός από εμπορικό. Με πλήρωμα περίπου 100 άνδρες, ο Βαρβάκης ξεκίνησε να εμπορεύεται με γειτονικά νησιά του Αιγαίου και σύντομα ανοίχτηκε προς την υπόλοιπη Ευρώπη. Με το γρήγορο και άρτια οπλισμένο καράβι του, ο Βαρβάκης επιδόθηκε στην πειρατεία. Συνεργαζόταν με Άγγλους και Ρώσους και έκανε επιθέσεις εναντίον των Οθωμανών για να πολλαπλασιάσει τα κέρδη του και να τους εξοργίσει.

Το 1768 η πειρατική του καριέρα διακόπηκε απότομα, γιατί ο οθωμανικός στόλος πήρε πολύ αυστηρά μέτρα εναντίον των Ελλήνων ναυτικών. Τους αιχμαλώτιζε και τους εκτελούσε, ενώ κατέστρεφε ολοσχερώς τα πολύτιμα πλοία τους. Το συνεχές κυνήγι είχε κουράσει τον νιόπαντρο Βαρβάκη, ο οποίος πήρε μια μεγάλη απόφαση για να δώσει οριστικό τέλος στην κατάσταση. Πούλησε το καράβι του και όλη του την περιουσία. Με τα χρήματα αγόρασε ένα καινούριο πολεμικό πλοίο και προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Ρώσο ναύαρχο Ορλώφ.

Ο ρώσικος στόλος βρισκόταν στα νότια της Πελοποννήσου για να υποστηρίξει την εξέγερση της Μάνης εναντίον των Οθωμανών. Το καλοκαίρι του 1770, μετά από συνεχείς ναυμαχίες στα ανοιχτά της Πελοποννήσου, ο οθωμανικός στόλος αναγκάστησε να αποχωρήσει και να αναζητήσει καταφύγιο. Οι Οθωμανοί κρύφτηκαν στα στενά της Μικράς Ασίας για να ανασυνταχθούν και οι Ρώσοι μάταια τους αναζητούσαν στα νερά του ανατολικού Αιγαίου, που τους ήταν άγνωστα. Ο Βαρβάκης όμως γνώριζε άριστα την περιοχή και ενημέρωσε τον ναύαρχο Ορλώφ ότι δύο ήταν οι πιθανές περιοχές που μπορεί να είχε αγκυροβολήσει ο οθωμανικός στόλος, είτε στα στο λιμάνι της Σμύρνης είτε στον κόλπο του Τσεσμέ. Διαβάστε το υπόλοιπο θέμα στη mixanitouxronou.gr