Οταν ήρθε η Χούντα το 1967, η λογοκρισία επιβλήθηκε διά νόμου.

Αργότερα υπήρξαν μεμονωμένες «παρεμβάσεις» από πολιτικούς (στην ΕΡΤ) ή αθλητικούς παράγοντες, που όλες είχαν την ίδια κατάληξη: Δεν κατάφεραν να πετύχουν αυτό που επεδίωκαν. Κάνοντας έναν απολογισμό, διαπιστώνω ότι σε τελική ανάλυση ο λόγος της συμπεριφοράς όλων αυτών των ανθρώπων είναι η αλαζονεία.

Ειδικά οι πρόεδροι ή οι ιδιοκτήτες των λεγόμενων μεγάλων ομάδων νομίζουν ότι επειδή τους αποθεώνουν κάποιοι φανατικοί, άρα μειωμένης κρίσης, οπαδοί, αποκτούν ισχύ ισοδύναμη με αυτή του... Πάπα. Και η αλαζονεία τούς οδηγεί σε δύο λάθη. Το πρώτο είναι ότι νομίζουν πως μπορούν να αποκλείσουν το μέσο που θεωρούν ότι τους ενοχλεί από την πρόσβαση στις ειδήσεις που αφορούν το σύλλογό τους. Κάτι τέτοιο βέβαια ειδικά στη σημερινή εποχή είναι εντελώς αδύνατο.

Το δεύτερο λάθος τους είναι ότι πιστεύουν ότι πλήττουν την κυκλοφορία της εφημερίδας που στοχοποιούν, καλώντας τους οπαδούς της ομάδας τους να μην την αγοράζουν. Δεν ξέρω τι ισχύει για τις άλλες αθλητικές εφημερίδες, αλλά η δική μας, το «Goal», όταν κρεμάστηκε για πρώτη φορά στα περίπτερα το 2002, είχε ήδη «διαλέξει» το κοινό της.

Το ήθος της, το ύφος, η «γραμμή» της και οι στόχοι της απευθύνονται σε ένα συγκεκριμένο κοινό, στο οποίο δεν προσδοκούσε ότι θα συμπεριλαμβάνονται οι φανατισμένοι οπαδοί οποιουδήποτε συλλόγου. Στα εννιά χρόνια ζωής που μετράει ως τώρα αυτή η εφημερίδα δίνει με απόλυτη συνέπεια στους αναγνώστες της αυτό που τους υποσχέθηκε από το πρώτο φύλλο. Κι αυτοί ανταποδίδουν έμπρακτα την εμπιστοσύνη τους στην εφημερίδα μας φέρνοντάς τη σταθερά στις πρώτες θέσεις από πλευράς κυκλοφορίας.

Πόσο αφελείς πρέπει να είναι λοιπόν κάποιοι δήθεν μεγαλοσχήμονες παράγοντες αν πιστεύουν ότι με πανικόβλητες αντιδράσεις και απόπειρες φίμωσης θα καταφέρουν να αλλοιώσουν το χαρακτήρα μιας τέτοιας εφημερίδας;

Πηγή: Goal