Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος...

Ο εθνικός οδυρμός έτεινε το χέρι του με ευχαρίστηση στην παραλυτική ιδέα περί εθνικής καθαρότητας. Και όλα αυτά για μια παρέλαση και για το ποιος θα κρατούσε το κοντάρι της σημαίας.

Δέκα χρόνια μετά ουδείς ενδιαφέρεται για το ποιος θα κρατήσει το κοντάρι, γιατί η παρέλαση έτσι κι αλλιώς δεν θα γίνει ποτέ. Η σημαία υποκαταστήθηκε από το πλακάτ του άνεργου, από τη μαύρη σημαία του απολυμένου και από τον αλλόκοτο συμφυρμό ενός πλήθους που αλαλάζει, γιατί πολύ απλά δεν μπορεί να ακούσει τη σιωπή μέσα του.

Η προσβολή δεν είναι καθεστωτική. Ή μάλλον δεν είναι μόνο καθεστωτική. Δεν έχει να κάνει μόνο με τη δημόσια απαξία του κορυφαίου θεσμού της Δημοκρατίας (όπως αυτός του Προέδρου της) αλλά μιας ολόκληρης σκέψης πάνω στο πολίτευμα.

Ηχεί πλέον παράταιρο με τα τελευταία γεγονότα, αλλά με όσα συνέβησαν ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη (αλλά και σε κάμποσες άλλες πόλεις) αποδείχθηκαν σωστοί όσοι έλεγαν εδώ και χρόνια πως πρέπει να περιοριστούν, εάν όχι να καταργηθούν, οι παρελάσεις.

Κι ας το υποσημείωναν για άλλους λόγους. Δεν είναι της παρούσης, αλλά όσο υψηλόφρονα ζήλο και αν επεδείκνυαν τα ελληνικά... στρατά (σε περίπτωση που γινόταν κανονικά η παρέλαση), ουδείς Ελληνας θα ένιωθε εθνικά υπερήφανος ή περισσότερο σίγουρος για το μέλλον της πατρίδας.

Οποιος περιμένει να (μας) γίνει επίθεση από ξηράς, θαλάσσης και αέρος, με σκοπό να γκρεμιστούν τα... όσια σύνορα της πατρίδας μας, μάλλον του διαφεύγει ένα ζωτικής σημασίας δεδομένο: οι σύγχρονοι πόλεμοι (άυλοι το δίχως άλλο) επιστρατεύουν ως κυρίαρχο όπλο την οικονομική ρώμη έναντι της παραγωγικής καχεξίας. Η επέκταση γίνεται καλύτερα επί χάρτου (χαρτιά δεν είναι και τα ομόλογα;) σε σχέση με τα τανκς, τα υποβρύχια και τους αρματωμένους στρατιώτες.

Αίφνης η απρόσκοπτη (ίσως μη εμπεδωμένη από τον ίδιο) κίνηση του νεαρού μαθητή να φασκελώσει τους επισήμους που παρακολουθούσαν τη μαθητική παρέλαση στη Λάρισα τείνει να αποκτήσει χαρακτηριστικά εθνικού συμβόλου. Μέχρι πρότινος είχαμε γνωρίσει εθνικούς σταρ, εθνικές «ιερές» αγελάδες, τώρα ήρθε ο καιρός να συνταχθούμε πίσω από τις γραμμές μιας μούντζας.

Τίποτε πιο απλό ως κίνηση. Ετσι κι αλλιώς δύσκολα θα συναντήσει κανείς Ελληνα οδηγό που να μην έχει χρησιμοποιήσει αυτό το... ατράνταχτο επιχείρημα για να κατακεραυνώσει κάποιον που του έκλεισε το δρόμο, που δεν άναψε φλας ή που πηγαίνει σαν κότα στο δρόμο. Δίνεις μια μούντζα και ξεσκάς!

Η εκτόνωση του Ελληνα ήταν πάντα ένας γρίφος. Είμαστε εν γένει ένας γρίφος. Λίγο ανατολίτες, λίγο δυτικοί, λίγο απ' όλα, βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι που κανονικά η σοβούσα κρίση θα έπρεπε να μας βάλει να σκεφτούμε. Με το μυαλό και όχι με τα χέρια. Το να στήνεις σκηνικά τρόμου ή λιντσαρίσματος ή ακόμη χειρότερα δημόσιου οικτιρμού προς τους κρατούντες είναι εν μέρει εξηγήσιμο ως αντίδραση αλλά και μη αποδεκτό ως προς τα αποτελέσματα που μπορεί τελικά να αποφέρει.

Μπορεί άραγε να ξαναστηθεί ένα κράτος με ένα φάσκελο; Αν ναι, τότε ας αρχίσουμε τη γυμναστική. Αν όχι, τότε ας βάλουμε τα χέρια στις τσέπες και ας σκεφτούμε ο καθένας ξεχωριστά τι καλύτερο μπορεί να κάνει με τα χέρια του. Αραγε κάμποσα απ' αυτά τα χέρια δεν χτύπησαν πόρτες βουλευτών και υπουργών για μια θεσούλα στον ήλιο του Δημοσίου;

Ή δεν έκρυψαν εισοδήματα; Ή δεν υφάρπαξαν συντάξεις πεθαμένων γονιών; Ή δεν υπέγραψαν ως αγρότες μόνο και μόνο για να αποκτήσουν κυριλέ 4Χ4 και πρώτο τραπέζι πίστα σε επαρχιακό μπουζουξίδικο;

Εγιναν άραγε όλα αφ' εαυτών τους; Υπήρξε προηγουμένως τόσο σημαντική διάσταση απόψεων της βάσης με την εξουσία και δεν το θυμόμαστε; Το παιχνίδι δεν παιζόταν με βάση τους εκάστοτε ημέτερους; Και δεν άλλαζε άρδην μόλις άλλαζαν και οι ημέτεροι;

Ολες οι μικρές καθημερινές προδοσίες δεν πλησιάζουν άραγε και τις μεγάλες; Δεν τις δημιουργούν; Δεν τις βοηθούν να αναπτυχθούν; Αν λοιπόν το φασκέλωμα είναι η λύση του προβλήματος, τότε ο καθένας από εμάς οφείλει (εάν δεν έχει ήδη) να αποκτήσει έναν αρκετά μεγάλο καθρέφτη στο σπίτι του και να κοιταχτεί καλά.

Να δει με ανοιχτά τα μάτια αυτό που πραγματικά είναι και αυτό που πραγματικά έκανε στη χώρα του (αλλά και στην ίδια του τη ζωή) τα τελευταία 20 χρόνια. Αυτό που ανέχτηκε και αυτό για το οποίο γυρνούσε στωικά το κεφάλι, για να μην το δει.

Είναι σχεδόν το ίδιο, απλώς αλλάζει το διακύβευμα: μπορεί κάποιος που ανέχτηκε την ποδοσφαιρική παράγκα να σκούζει τώρα ωσάν μωρή παρθένα; Οποιος κατάπιε επί χρόνια τα οξέα του κυκλώματος, γιατί πολύ απλά δεν ήθελε να τα βάλει μαζί του, τώρα δεν έχει δικαίωμα να το παίζει «εκκαθαριστής».

Πολύ απλά, δεν πείθει. Είναι το ίδιο που συνέβη στη χώρα μας μετά την πτώση της Χούντας. Ολοι έγιναν αντιστασιακοί, όλοι έφαγαν ξύλο στην Μπουμπουλίνας και πέρασαν μια βόλτα από το Πολυτεχνείο, αλλά ελάχιστοι ήταν αυτοί που πραγματικά τα έκαναν όλα αυτά.

Κανείς δεν ξέρει αν ύστερα από 10 χρόνια θα θυμόμαστε την προχθεσινή παρέλαση με την εκ των υστέρων γνώση του τι πραγματικά συνέβη στη Θεσσαλονίκη. Δέκα χρόνια μετά τη δημόσια διαμάχη για τον Οδυσσέα Τσενάι καταλάβαμε πως όλο αυτό το πράγμα ήταν τελικά τόσο άσκοπο που άγγιζε τα όρια της παράκρουσης. Είχε να κάνει με ένα παιδί και ευτυχώς ούτε τρελαθήκαμε ούτε και αυτό το στιγματίσαμε.

Τώρα όμως το πράγμα «χοντραίνει», γίνεται επικίνδυνο. Αγγίξει τα όρια του ευτελισμού του πολιτεύματος. Ακόμη και αυτού του στρεβλού και κακοπαθημένου πολιτεύματος. Αν κάποιος έχει να προτείνει κάτι άλλο, ας το κάνει αλλά όχι με αφορμή μια παρέλαση και με όρους αυτοδικίας, λες και δημιούργησε κυβέρνηση του βουνού...

Πηγή: Goal