Στις 5 το πρωί της 20ής Ιουλίου 1974, η θάλασσα έξω από την Κερύνεια γέμισε τουρκικά αποβατικά σκάφη. Ο ουρανός σκεπάστηκε από πολεμικά αεροσκάφη και ελικόπτερα. Βόμβες έπεφταν στην Κερύνεια και στη Λευκωσία, αλεξιπτωτιστές κατέβαιναν σε στρατηγικά σημεία και οι πρώτοι Τούρκοι στρατιώτες αποβιβάζονταν στο Πέντε Μίλι.

Η Κύπρος δεχόταν εισβολή.

Η Τουρκία ονόμασε την επιχείρηση «Αττίλας». Αργότερα προσπάθησε να την παρουσιάσει ως «ειρηνευτική επέμβαση». Όμως η ειρήνη δεν έρχεται με αποβατικά, άρματα μάχης, βόμβες, εκτελέσεις, βιασμούς, αγνοουμένους και εκατοντάδες χιλιάδες ξεριζωμένους ανθρώπους.

Πέντε ημέρες νωρίτερα, η χούντα των Αθηνών είχε ανατρέψει τον πρόεδρο Μακάριο, ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα στην Τουρκία. Το πραξικόπημα ήταν εγκληματικό και εθνικά καταστροφικό. Πρόσφερε στην Άγκυρα το πρόσχημα, αλλά δεν νομιμοποίησε την εισβολή. Καμία Συνθήκη Εγγυήσεως δεν έδινε στην Τουρκία δικαίωμα να καταλάβει το νησί, να εκδιώξει τον πληθυσμό και να διατηρήσει στρατό κατοχής επί μισό αιώνα.

Η Κύπρος πολεμούσε – Η Αθήνα διαλυόταν

Η τουρκική επιχείρηση δεν αιφνιδίασε επειδή δεν υπήρχαν πληροφορίες. Αιφνιδίασε επειδή η χουντική ηγεσία αρνήθηκε να πιστέψει όσα έβλεπε. Παρά τη συγκέντρωση τουρκικών δυνάμεων και την κίνηση του αποβατικού στόλου, στην Αθήνα θεωρούσαν ότι η Άγκυρα μπλόφαρε.

Η διαταγή για εφαρμογή των πολεμικών σχεδίων δόθηκε στις 8:40, ώρες μετά την έναρξη της απόβασης. Αυτός ο χαμένος χρόνος επέτρεψε στους εισβολείς να εγκατασταθούν στο Πέντε Μίλι και να οργανώσουν το προγεφύρωμά τους.

Η χούντα, που επί επτά χρόνια διακήρυττε ότι είχε επιβάλει το καθεστώς της για να «σώσει το έθνος», αποδείχθηκε ανίκανη να υπερασπιστεί τον Ελληνισμό την πιο κρίσιμη στιγμή. Η γενική επιστράτευση εξελίχθηκε σε φιάσκο. Μονάδες δεν γνώριζαν πού έπρεπε να κινηθούν, επιστρατευμένοι αναζητούσαν όπλα και η ανώτατη στρατιωτική ηγεσία αδυνατούσε να λάβει αποφάσεις.

Την ίδια ώρα, στην Κύπρο, οι άνδρες της Εθνικής Φρουράς, της ΕΛΔΥΚ και των Μοιρών Καταδρομών πολεμούσαν με αυταπάρνηση. Χωρίς αεροπορική κάλυψη, με παλαιό οπλισμό και ανεπαρκείς επικοινωνίες, αντιμετώπισαν έναν αντίπαλο που διέθετε απόλυτη κυριαρχία στον αέρα και στη θάλασσα.

Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι στρατιώτες κράτησαν θέσεις, πραγματοποίησαν αντεπιθέσεις και έγραψαν με το αίμα τους ορισμένες από τις ενδοξότερες αλλά και τραγικότερες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

20 Ιουλίου 1974: Η μέρα που σκοτείνιασε η Κύπρος μας

Το «Νίκη 4» και οι ήρωες που έφτασαν στην Κύπρο

Η επιχείρηση «Νίκη» υπήρξε η μοναδική οργανωμένη προσπάθεια μεταφοράς σημαντικής ενίσχυσης από την Ελλάδα. Noratlas απογειώθηκαν από τη Σούδα μέσα στη νύχτα, πετώντας χαμηλά και χωρίς φώτα, για να μεταφέρουν καταδρομείς στη Λευκωσία.

Η απουσία συντονισμού οδήγησε στην τραγωδία. Τα αεροσκάφη θεωρήθηκαν τουρκικά και δέχθηκαν φίλια πυρά. Το «Νίκη 4» καταρρίφθηκε κοντά στο αεροδρόμιο. Οι άνδρες που επέβαιναν σε αυτό δεν σκοτώθηκαν σε μια αποτυχημένη αποστολή. Σκοτώθηκαν πηγαίνοντας να υπερασπιστούν ένα κομμάτι του Ελληνισμού που η επίσημη Αθήνα είχε αφήσει μόνο.

Οι υπόλοιποι καταδρομείς που κατάφεραν να προσγειωθούν πήραν αμέσως θέσεις μάχης και συνέβαλαν αποφασιστικά στην υπεράσπιση του αεροδρομίου της Λευκωσίας.

Ο ΟΗΕ μιλούσε – Η Τουρκία προχωρούσε

Το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε στις 20 Ιουλίου το ψήφισμα 353. Ζητούσε τον τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης και την αποχώρηση των ξένων δυνάμεων. Η Τουρκία, όμως, συνέχισε τις επιχειρήσεις της.

Μέχρι την κατάπαυση του πυρός είχε καταλάβει την Κερύνεια και ελέγξει περίπου το 3% της Κύπρου. Η χούντα κατέρρευσε, ο Νίκος Σαμψών απομακρύνθηκε και η συνταγματική τάξη αποκαταστάθηκε.

Εκεί καταρρέει οριστικά το τουρκικό αφήγημα περί «αποκατάστασης της νομιμότητας». Η νομιμότητα είχε επανέλθει. Παρ’ όλα αυτά, στις 14 Αυγούστου, η Τουρκία εξαπέλυσε τη δεύτερη φάση της εισβολής.

Ο «Αττίλας ΙΙ» δεν είχε κανένα πρόσχημα. Ήταν μια απροκάλυπτη επιχείρηση κατάκτησης εδάφους. Μέσα σε τρεις ημέρες, ο τουρκικός στρατός κατέλαβε περίπου το 37% του νησιού. Η Αμμόχωστος, η Μόρφου και η Καρπασία έπεσαν στα χέρια των εισβολέων.

Περίπου 150.000 Ελληνοκύπριοι έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα. Άνθρωποι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους κρατώντας μόνο λίγα ρούχα, με την πεποίθηση ότι θα επέστρεφαν σε μερικές ημέρες. Πενήντα δύο χρόνια μετά, πολλοί πέθαναν με τα κλειδιά των σπιτιών τους στα χέρια.

Η κατοχή δεν είναι «λύση»

Σήμερα, η Τουρκία προσπαθεί να επιβάλει τη διχοτόμηση ως τετελεσμένο. Μιλά για «δύο κράτη», απαιτεί αναγνώριση του ψευδοκράτους και επιχειρεί να παρουσιάσει την παρουσία του κατοχικού στρατού ως εγγύηση ασφαλείας.

Ασφάλεια, όμως, δεν μπορεί να προσφέρει ο εισβολέας. Και ειρήνη δεν οικοδομείται πάνω σε κλεμμένες περιουσίες, κατεχόμενες πόλεις, εποικισμό και στρατιωτικές λόγχες.

Η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί αναγνωρισμένο κράτος και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αποσχιστικό μόρφωμα στα κατεχόμενα αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία. Η διεθνής νομιμότητα είναι σαφής, αλλά η διεθνής πολιτική παραμένει κατώτερη των αρχών που διακηρύσσει.

Οι ίδιες δυνάμεις που επικαλούνται το διεθνές δίκαιο σε άλλες συγκρούσεις ανέχονται επί δεκαετίες την τουρκική κατοχή στην Κύπρο. Οι αποφάσεις του ΟΗΕ παραμένουν ανεφάρμοστες και η Άγκυρα επιβραβεύεται γεωπολιτικά, αντί να πιέζεται για την αποχώρηση των στρατευμάτων της.

Η 20ή Ιουλίου δεν είναι ημέρα για ουδέτερες διατυπώσεις. Δεν είναι «επέμβαση», «σύγκρουση» ή «ειρηνευτική επιχείρηση». Είναι η ημέρα της τουρκικής εισβολής.

Είναι ημέρα μνήμης για όσους έπεσαν υπερασπιζόμενοι την Κυπριακή Δημοκρατία. Για τους αγνοουμένους, τους αιχμαλώτους, τους δολοφονημένους αμάχους, τις γυναίκες που υπέστησαν τη φρίκη του πολέμου και τους πρόσφυγες που δεν επέστρεψαν ποτέ στα σπίτια τους.

Είναι ημέρα καταδίκης της χούντας που πρόδωσε την Κύπρο και ημέρα απαίτησης για αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων.

Γιατί ο χρόνος δεν μετατρέπει την παρανομία σε νομιμότητα. Τα συρματοπλέγματα δεν αποτελούν σύνορα. Και κανένα πολιτικό σχέδιο δεν μπορεί να θεωρηθεί δίκαιο, εάν στηρίζεται στα αποτελέσματα της εισβολής.

Δεν ξεχνούμε. Η Κύπρος δεν είναι μακριά. Η κατοχή συνεχίζεται.