Νέο κεφάλαιο στον ακήρυχτο πόλεμο πληροφοριών ανάμεσα στην Ταϊβάν και την Κίνα ανοίγει η απόφαση της Ταϊπέι να εγκαινιάσει ειδική διαδικτυακή πλατφόρμα, μέσω της οποίας Κινέζοι πολίτες θα μπορούν να διαβιβάζουν πληροφορίες στις ταϊβανέζικες υπηρεσίες ασφαλείας.

Σύμφωνα με το Reuters, η κυβέρνηση της Ταϊβάν παρουσίασε την Κυριακή 14 Ιουνίου έναν ιστότοπο που απευθύνεται σε Κινέζους υπηκόους, είτε βρίσκονται στο εσωτερικό της Κίνας είτε στο εξωτερικό, καλώντας τους να παρέχουν πληροφορίες που θα μπορούσαν να έχουν αξία για τις υπηρεσίες πληροφοριών της νήσου.

Η κίνηση δεν έρχεται σε ουδέτερο χρόνο. Η Ταϊβάν καταγγέλλει αύξηση των κινεζικών υποθέσεων κατασκοπείας, ενώ η αντιπαράθεση με το Πεκίνο παραμένει σταθερά οξυμένη. Η Κίνα θεωρεί την αυτοδιοικούμενη Ταϊβάν τμήμα της επικράτειάς της, θέση που απορρίπτει η κυβέρνηση της Ταϊπέι, υπογραμμίζοντας ότι μόνο ο λαός της νήσου μπορεί να αποφασίσει για το μέλλον του.

Το Εθνικό Γραφείο Ασφαλείας της Ταϊβάν υποστηρίζει ότι η νέα πλατφόρμα δημιουργήθηκε επειδή, τα τελευταία χρόνια, αυξάνονται οι Κινέζοι πολίτες που εμφανίζονται δυσαρεστημένοι από την οικονομική κατάσταση, τα κοινωνικά προβλήματα και τον ασφυκτικό πολιτικό έλεγχο στο εσωτερικό της Κίνας.

Στην ανακοίνωσή του, το Γραφείο Ασφαλείας αναφέρει ότι αυτές οι συνθήκες έχουν οδηγήσει περισσότερα άτομα να προσεγγίζουν τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ταϊβάν, εκφράζοντας πρόθεση να παρέχουν πληροφορίες. Η Ταϊπέι παρουσιάζει, έτσι, τον νέο ιστότοπο ως ασφαλές κανάλι επικοινωνίας για όσους θέλουν να δώσουν στοιχεία και να «δείξουν θάρρος για αλλαγή».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο οι ταϊβανέζικες αρχές επέλεξαν να πλαισιώσουν επικοινωνιακά την πρωτοβουλία. Η πλατφόρμα συνοδεύεται από βίντεο διάρκειας ενός λεπτού, το οποίο, σύμφωνα με το Εθνικό Γραφείο Ασφαλείας, έχει δημιουργηθεί με τεχνητή νοημοσύνη.

Στο βίντεο εμφανίζεται ένας Κινέζος δημόσιος υπάλληλος να παρακολουθεί συναδέλφους του να ερευνώνται και να απομακρύνονται από τις θέσεις τους. Η αφήγηση παραπέμπει σε κλίμα φόβου και εσωτερικής ανασφάλειας στον κινεζικό κρατικό μηχανισμό, ενώ το μήνυμα κορυφώνεται με τον πρωταγωνιστή να αγοράζει κινητό τηλέφωνο και να δηλώνει ότι «τώρα είναι η ώρα της αλλαγής».

Η Ταϊβάν επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να περάσει από την κλασική άμυνα απέναντι στην κινεζική κατασκοπεία σε μια πιο ενεργητική στρατηγική πληροφοριών και ψυχολογικής επιρροής. Δεν περιορίζεται πλέον στην αποκάλυψη κινεζικών δικτύων ή στην ενίσχυση της εσωτερικής ασφάλειας, αλλά επιχειρεί να δημιουργήσει δικούς της διαύλους προς το εσωτερικό της Κίνας.

Η ιστοσελίδα φέρεται να είναι μπλοκαρισμένη στην κινεζική επικράτεια. Ωστόσο, το γεγονός ότι πολλοί Κινέζοι χρησιμοποιούν VPN για να παρακάμπτουν τους περιορισμούς και να έχουν πρόσβαση σε δυτικές πλατφόρμες, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η Ταϊπέι να μπορέσει να προσεγγίσει μέρος του κοινού στο οποίο απευθύνεται.

Η Ταϊβάν υποστηρίζει ότι η πρακτική αυτή ακολουθεί παραδείγματα υπηρεσιών πληροφοριών χωρών όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και το Ισραήλ, οι οποίες έχουν χρησιμοποιήσει ανοιχτά ή ημι-ανοιχτά κανάλια προσέγγισης πιθανών πηγών πληροφοριών.

Το Πεκίνο δεν έχει απαντήσει άμεσα στην πρωτοβουλία, ωστόσο η Κίνα έχει εφαρμόσει αντίστοιχες μεθόδους. Το 2024 είχε ανακοινώσει ηλεκτρονική διεύθυνση για αναφορές σχετικά με υποθέσεις Ταϊβανέζων «αυτονομιστών», όπως χαρακτηρίζει όσους αμφισβητούν την κινεζική κυριαρχία επί της νήσου.

Η νέα κίνηση της Ταϊβάν δείχνει ότι η αντιπαράθεση με την Κίνα δεν διεξάγεται μόνο με πολεμικά πλοία, μαχητικά αεροσκάφη, κυβερνοεπιθέσεις και διπλωματικές πιέσεις. Διεξάγεται και στο πεδίο των πληροφοριών, της ψυχολογικής επιρροής και της ψηφιακής στρατολόγησης.

Για την Ταϊπέι, η πλατφόρμα αποτελεί εργαλείο άμυνας και συλλογής πληροφοριών απέναντι στην κινεζική διείσδυση. Για το Πεκίνο, είναι βέβαιο ότι θα εκληφθεί ως εχθρική ενέργεια και ευθεία παρέμβαση στο εσωτερικό της Κίνας.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: το μέτωπο Κίνας-Ταϊβάν περνά σε ακόμη πιο σύνθετη φάση. Κάθε πληροφορία, κάθε διαρροή και κάθε δυσαρεστημένος αξιωματούχος μπορεί πλέον να μετατραπεί σε κρίσιμο κρίκο ενός ευρύτερου πολέμου πληροφοριών, όπου το ψηφιακό πεδίο αποκτά στρατηγική σημασία.