Έξι χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, 6 Σεπτεμβρίου, από τον θάνατο του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου. Έφυγε το 2020, σε ηλικία μόλις 58 ετών, ύστερα από μακρά περιπέτεια με την υγεία του. Και όσο περνούν τα χρόνια γίνεται ίσως περισσότερο αντιληπτό πόσο δύσκολα χωρούσε ο Χαραλαμπόπουλος κάτω από την ταμπέλα του «αθλητικού δημοσιογράφου».

Γιατί ήταν αθλητικός δημοσιογράφος. Και πολύ καλός μάλιστα. Αλλά ήταν συγχρόνως ένας άνθρωπος των γραμμάτων, ένας μανιώδης αναγνώστης, συγγραφέας και μεταφραστής, γνώστης της ευρωπαϊκής πολιτικής, άνθρωπος με συγκεκριμένη πολιτική συγκρότηση και ένας από εκείνους που αντιμετώπισαν το ποδόσφαιρο όχι σαν έναν ατελείωτο κύκλο μεταγραφών, διαιτησίας και αποτελεσμάτων, αλλά ως κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό φαινόμενο.

Αυτό εξηγεί και γιατί, όταν πέθανε, τα αποχαιρετιστήρια κείμενα συναδέλφων του δεν έμοιαζαν με τυπικές νεκρολογίες. Ήταν κείμενα ανθρώπων που αισθάνονταν ότι έχασαν κάτι πολύ προσωπικό.

Ο ίδιος ο ΣΠΟΡ FM, στον οποίο υπήρξε βασικό στέλεχος από την ίδρυση του σταθμού το 1996, τον περιέγραψε ως άνθρωπο «με μόρφωση και παιδεία, καλοσυνάτο, με αστείρευτο χιούμορ», αλλά και άριστο συνάδελφο και φίλο.

Από τη Θεολογία και την Ευρώπη στην αθλητική δημοσιογραφία

Ο Χρίστος Χαραλαμπόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Θεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια δημοσιογραφία στην École de Journalisme de Lille στη Γαλλία. Η επαγγελματική του πορεία στη δημοσιογραφία ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1980.

Δεν ξεκίνησε από τα αποδυτήρια και τα γήπεδα.

Εργάστηκε στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο για πολιτικά και αθλητικά θέματα, στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων και στην κρατική τηλεόραση. Από το 1994 έως το 2001 εργάστηκε ως ανταποκριτής του ΑΠΕ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε Βρυξέλλες και Στρασβούργο, ενώ για χρόνια συνεργάστηκε και με το γραφείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Αθήνα.

Αυτή η διαδρομή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε αργότερα τον αθλητισμό.

Δεν έβλεπε μια ποδοσφαιρική ομάδα μόνο ως έντεκα παίκτες. Έβλεπε την επιχείρηση, το οικονομικό μοντέλο, την κοινωνική της βάση, την πολιτική γύρω της, την ιστορία της, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο ένα πρωτάθλημα αντανακλά την κοινωνία που το παράγει.

Ο ΣΠΟΡ FM και ένα διαφορετικό αθλητικό ραδιόφωνο

Η σχέση του με το ραδιόφωνο είχε αρχίσει από το 1987. Από το 1996 συνδέθηκε με τον ΣΠΟΡ FM και έγινε μία από τις χαρακτηριστικές φωνές της ιστορίας του σταθμού.

Οι εκπομπές του δεν έμοιαζαν εύκολα με τις υπόλοιπες.

Το ποδόσφαιρο μπορούσε να συναντήσει ένα βιβλίο, μια οικονομική θεωρία, την ευρωπαϊκή πολιτική, τη μουσική ή μια ιστορική αναφορά. Και όλα αυτά χωρίς τον διδακτισμό που συχνά συνοδεύει την επίδειξη γνώσεων.

Το 2019, στα 23 χρόνια του ΣΠΟΡ FM, ο ίδιος εξηγούσε πόσο διαφορετικά αντιλαμβανόταν εκείνη την πρώτη εποχή του σταθμού. Θύμιζε ότι ο ΣΠΟΡ FM έφερε στην Ελλάδα συζητήσεις για τα οικονομικά του ποδοσφαίρου και τα μπάτζετ σε μια εποχή που τέτοια θέματα ήταν σχεδόν άγνωστα στο ελληνικό αθλητικό κοινό.

Και έλεγε κάτι χαρακτηριστικό για τη σχέση του με τον σταθμό:

«Για κάποιους τα ραδιόφωνα είναι σαν τα παλιά σπίτια των γονιών τους».

Έτσι αισθανόταν τον ΣΠΟΡ FM.

Αντώνης Καρπετόπουλος: «Ήρθε στην αθλητικογραφία για να της δώσει λίγη σοβαρότητα παραπάνω»

Ίσως το πληρέστερο πορτρέτο του να γράφτηκε από τον Αντώνη Καρπετόπουλο.

Ο Καρπετόπουλος θυμήθηκε έναν άνθρωπο ευγενή, καλλιεργημένο, απλό αλλά συγχρόνως «πολύπλοκο, ανήσυχο και μοναδικό». Κυρίως, όμως, εντόπισε αυτό που διαφοροποιούσε τον Χαραλαμπόπουλο από τον συνηθισμένο δρόμο της αθλητικής δημοσιογραφίας.

Ο Χαραλαμπόπουλος είχε ήδη ασχοληθεί με ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομία προτού στραφεί συστηματικά στην αθλητικογραφία. Όπως έγραψε ο Καρπετόπουλος, έκανε την ανάποδη διαδρομή από πολλούς δημοσιογράφους:

«Ήρθε σε αυτή για να της δώσει λίγη σοβαρότητα παραπάνω».

Δεν ενδιαφερόταν μόνο για την εικόνα του παιχνιδιού. Μελετούσε την ιστορία του ποδοσφαίρου, την οργάνωση των συλλόγων, τα οικονομικά τους, τις χρεοκοπίες, την ανάπτυξη και τη λειτουργία των ποδοσφαιρικών εταιρειών. Διάβαζε ξένο Τύπο, συγκέντρωνε στοιχεία και επιχειρούσε να εξηγήσει τι κρυβόταν πίσω από την πρώτη εικόνα.

Και ο Καρπετόπουλος συμπύκνωσε τελικά την προσωπικότητά του σε μία εξαιρετική φράση:

«Μου έμαθε πως ακόμα κι ο δημοσιογράφος μπορεί να είναι αρτίστας».

Η πολιτική του ταυτότητα: μια Αριστερά κοινωνικής ευαισθησίας

Ο Χαραλαμπόπουλος δεν έκρυβε τις ιδέες του.

Ήταν άνθρωπος της Αριστεράς, αλλά η πολιτική του ταυτότητα δεν εκφραζόταν με κομματική ξύλινη γλώσσα. Ο Καρπετόπουλος τον περιέγραψε ως άνθρωπο που πίστευε στην «Αριστερά της κοινωνικής ευαισθησίας», στις πολιτικές λύσεις για την οικονομία, σε ένα ποδόσφαιρο όπου πρέπει να κερδίζει ο καλύτερος και –ιδιαίτερα σημαντικό για έναν δημοσιογράφο– σε μια δημοσιογραφία χωρίς κραυγές.

Άλλοι φίλοι και συνοδοιπόροι του θυμήθηκαν τις ατελείωτες συζητήσεις του για την Αριστερά και τον νεοφιλελευθερισμό, δίπλα όμως στη τζαζ, τον Van Morrison και το διεθνές ποδόσφαιρο.

Αυτή ακριβώς ήταν η ιδιομορφία του: δεν υπήρχαν στεγανά.

Η πολιτική, η οικονομία, η μουσική, η λογοτεχνία και το ποδόσφαιρο ήταν διαφορετικοί δρόμοι για να κατανοήσει τον ίδιο κόσμο.

«Η είδηση είναι αγία και το σχόλιο ελεύθερο»

Υπήρχε όμως και μία βαθιά παραδοσιακή αντίληψη για τη δημοσιογραφία.

Η «Εφημερίδα των Συντακτών», αποχαιρετώντας τον, τον χαρακτήρισε «αληθινό φιλόσοφο της αθλητικής δημοσιογραφίας» και επανέφερε μία χαρακτηριστική του θέση:

«Στη δημοσιογραφία -και την αθλητική- η είδηση είναι αγία και το σχόλιο είναι ελεύθερο».

Ήταν η διάκριση ανάμεσα στο γεγονός και την άποψη, κάτι που ο ίδιος θεωρούσε θεμελιώδες για το επάγγελμα.

Πάνος Κατσώνης: «Τον αντιμετωπίζαμε σαν δάσκαλο»

Ο δημοσιογράφος Πάνος Κατσώνης, που είχε συνεργαστεί μαζί του στα πρώτα του επαγγελματικά βήματα στον ΣΠΟΡ FM, θυμήθηκε ιδιαίτερα τις αναλύσεις του για την ποδοσφαιρική οικονομία.

Θέματα που για άλλους περνούσαν «στα ψιλά», ο Χαραλαμπόπουλος μπορούσε να τα συνδέσει με την οικονομία, την πολιτική και τον αθλητισμό και να εξηγήσει γιατί είχαν πραγματική σημασία.

Για τους νεότερους δημοσιογράφους που βρίσκονταν δίπλα του, έγραψε ο Κατσώνης, δεν ήταν απλώς συνάδελφος:

«Τον αντιμετωπίζαμε σαν κάτι παραπάνω από δημοσιογράφο ή συνάδελφο. Σαν δάσκαλο».

Τα βιβλία που χάριζε

Ένα στοιχείο επανέρχεται εντυπωσιακά στις αναμνήσεις διαφορετικών ανθρώπων: ο Χρίστος χάριζε βιβλία.

Όχι ως τυπικό δώρο.

Όταν διάβαζε ή μετέφραζε κάτι που τον ενθουσίαζε, ήθελε να το μοιραστεί.

Στο «Πριν» τον θυμήθηκαν ως έναν «εκπληκτικά καλλιεργημένο άνθρωπο» με αστείρευτη φιλομάθεια. Περιγράφουν τη χαρά που είχε στα μάτια όταν μιλούσε για κάποιο βιβλίο που τον είχε γοητεύσει και το οποίο συχνά χάριζε στον συνομιλητή του.

Ο Καρπετόπουλος θυμήθηκε ακριβώς το ίδιο: ο Χρίστος χάριζε βιβλία επειδή ήθελε να μοιραστεί με τους άλλους τη χαρά που είχε πάρει ο ίδιος από αυτά.

Συγγραφέας και μεταφραστής του ποδοσφαίρου

Το βιβλίο ήταν κεντρικό κομμάτι της ζωής του.

Είχε συγγραφικό και μεταφραστικό έργο, ενώ συνέβαλε καθοριστικά ώστε σημαντικά έργα για το ποδόσφαιρικό φαινόμενο να φτάσουν στο ελληνικό κοινό. Μεταξύ αυτών το εμβληματικό «Αντιστρέφοντας την πυραμίδα» του Jonathan Wilson.

Είχε επίσης γράψει δικά του βιβλία και συλλογές διηγημάτων, ενώ μετά τον θάνατό του συγκεντρώθηκαν κείμενά του στην έκδοση «Καλή δύναμη σε όλους εκτός φυσικά των καθαρμάτων», μαζί με ανέκδοτο υλικό και κείμενα ανθρώπων που τον γνώρισαν.

Εκεί διασώζεται και μία φράση που συμπυκνώνει πολλά από τον τρόπο που έβλεπε τη ζωή:

«Να ονειρεύεσαι το αδύνατο και να κοιτάς τον φόβο κατάματα. Τα άλλα είναι υποσημειώσεις».

«Ο Τσακατσούκας», «Δυτικά του Πέκος» και ένα ραδιόφωνο που δεν υπάρχει πια

Για τους ακροατές του, βέβαια, Χαραλαμπόπουλος σήμαινε πάνω απ' όλα ραδιόφωνο.

«Ο Τσακατσούκας», «Δυτικά του Πέκος» και εκπομπές στις οποίες μπορούσε να συνδυάσει τη σοβαρή ανάλυση με ένα σχεδόν σουρεαλιστικό χιούμορ.

Ο Καρπετόπουλος θυμάται ένα από τα μεγαλύτερα ραδιοφωνικά αστεία που είχε στήσει μαζί με τον Μιχάλη Τσόχο. Με πρόσχημα την ποδοσφαιρική ομάδα του ΣΠΟΡ FM, οι δυο τους έπαιζαν επί μήνες έναν υποτιθέμενο καβγά: ο Χαραλαμπόπουλος ήταν ο «πρόεδρος» και ο Τσόχος ο νέος «επενδυτής» που ήθελε να πάρει την ομάδα, να αλλάξει προπονητή και να κάνει μεταγραφές.

Το κοινό είχε μπει ολόκληρο στο παιχνίδι.

Αυτό ήταν το ιδιαίτερο ραδιόφωνό του. Μπορούσε να αναλύει ευρωπαϊκή οικονομία και λίγα λεπτά αργότερα να στήσει ένα αστείο που θα κρατούσε μήνες.

Ο Καρπετόπουλος τον χαρακτήρισε «στυλίστα» του ραδιοφώνου: μιλούσε στον ακροατή σαν να έπιναν μαζί καφέ και είχε την ικανότητα να «τεμαχίζει» το δύσκολο μέχρι να γίνει κατανοητό.

«Μαζεύετε ξύλα...»

Οι αποφωνήσεις του έγιναν μέρος της ραδιοφωνικής του ταυτότητας.

Άνθρωποι που τον άκουγαν θυμούνται την προτροπή του να «μαζεύετε ξύλα για τις φωτιές ανυπακοής που θα ανάψουν». Άλλες παραλλαγές της περίφημης αποφώνησης έχουν καταγραφεί σε δημοσιεύματα της εποχής.

Και βέβαια υπήρχε το περίφημο:

«Καλή δύναμη σε όλους, εκτός φυσικά των καθαρμάτων».

Τόσο ταυτισμένο μαζί του ώστε χρόνια αργότερα έγινε τίτλος της συλλογής κειμένων του.

Γιώργος Κεντρωτής: «Μαχητής και ακάματος»

Ο συγγραφέας και μεταφραστής Γιώργος Κεντρωτής τον εστίαζε σε δύο χαρακτηριστικά: το ήθος και τη μαχητικότητά του.

Τον χαρακτήρισε «πάντα μαχητή και ακάματο» και στάθηκε στο «ανεπίληπτο ήθος» του, τόσο ως μάχιμου δημοσιογράφου όσο και ως ενεργού πολίτη. Κυρίως όμως έγραψε ότι τα έργα που άφησε, ιδιαίτερα στον χώρο των γραμμάτων, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Χρίστος εξακολουθεί να παραμένει ζωντανός.

Μάκης Διόγος: «Ο φίλος μου, ο σύντροφός μου»

Ο Μάκης Διόγος τον αποχαιρέτησε με ακόμη πιο προσωπικό τρόπο:

«Ο φίλος μου, ο σύντροφός μου, ο δημοσιογράφος, ο Χρήστος μας “έφυγε”».

Λίγες λέξεις, αλλά αποτυπώνουν μία ακόμη πλευρά του Χαραλαμπόπουλου: για πολλούς ανθρώπους του χώρου δεν ήταν απλώς ο καλός συνάδελφος. Ήταν φίλος και πολιτικός συνοδοιπόρος.

Η Super League: Αγαπητός ανεξαρτήτως ομάδας

Ακόμη και η Super League, στο συλλυπητήριο μήνυμά της, στάθηκε σε κάτι που στην ελληνική αθλητική δημοσιογραφία δεν είναι καθόλου αυτονόητο.

Τον χαρακτήρισε έναν από τους σημαντικότερους αθλητικούς συντάκτες της γενιάς του και επισήμανε ότι η μετριοπάθεια και η βαθιά γνώση του αθλητισμού τον είχαν καταστήσει αγαπητό στους φιλάθλους ανεξαρτήτως συλλογικής προτίμησης.

Και πράγματι ο ίδιος είχε τις αγάπες του. Ο Καρπετόπουλος θυμάται ότι αγαπούσε τον Πανιώνιο, την Μπαρτσελόνα και το αγγλικό ποδόσφαιρο. Αλλά η δημοσιογραφία του δεν λειτουργούσε ως προέκταση της εξέδρας.

«Δεν ισχύει για όλους το ουδείς αναντικατάστατος»

Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, οι άνθρωποι του ΣΠΟΡ FM έγραψαν κάτι ασυνήθιστα βαρύ:

ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες τελικά δεν ισχύει το «ουδείς αναντικατάστατος».

Θυμήθηκαν τις ιστορίες του, τις απόψεις του, τα αστεία του και εκείνη την περίφημη «καλημέρα για όλους, εκτός των καθαρμάτων». Κυρίως έγραψαν ότι ήταν δύσκολο να βρεθούν στη δημοσιογραφία φωνές με το βάρος, την απήχηση και την επιρροή της δικής του.

Πέντε χρόνια μετά, ο ίδιος σταθμός τον αποκάλεσε ξανά «τον δικό μας Χρίστο», επιμένοντας ότι εκείνο που έμεινε δεν ήταν μόνο η επαγγελματική διαδρομή αλλά η ανθρωπιά του.

Έξι χρόνια μετά

Ίσως τελικά ο Χρίστος Χαραλαμπόπουλος να λείπει περισσότερο σήμερα επειδή αντιπροσώπευε ένα είδος δημοσιογράφου που γίνεται ολοένα σπανιότερο.

Έναν δημοσιογράφο που πριν μιλήσει διάβαζε.

Που δεν θεωρούσε την πολυμάθεια λόγο επίδειξης αλλά υποχρέωση απέναντι στον ακροατή και τον αναγνώστη.

Που μπορούσε να είναι βαθιά πολιτικοποιημένος χωρίς να μετατρέπει κάθε δημοσιογραφικό κείμενο σε κομματική προκήρυξη.

Που αγαπούσε το ποδόσφαιρο τόσο πολύ ώστε αρνιόταν να το περιορίσει στα πέναλτι, στις μεταγραφές και στους διαιτητές.

Που πίστευε ότι ο ακροατής δεν χρειάζεται κάποιον να του φωνάζει, αλλά κάποιον να του δίνει στοιχεία και εργαλεία για να σκεφτεί.

Ο Αντώνης Καρπετόπουλος έγραψε ότι ο Χαραλαμπόπουλος δεν προσπαθούσε να κατεβάσει το επίπεδο του λόγου του για να συναντήσει τον «μέσο αναγνώστη». Προσπαθούσε να βοηθήσει τον αναγνώστη να ανέβει επίπεδο.

Ίσως αυτή να είναι και η ουσιαστικότερη παρακαταθήκη του.

Έξι χρόνια χωρίς τον Χρίστο Χαραλαμπόπουλο. Αλλά με τα βιβλία που έγραψε και μετέφρασε, τις εκπομπές που έχουν μείνει στο αρχείο, τα κείμενα, τις ιστορίες των συναδέλφων του και μια διαφορετική αντίληψη για το τι μπορεί να είναι η αθλητική δημοσιογραφία.

Και κάπου στο τέλος, σαν να κλείνει ακόμη μία εκπομπή, μένει η δική του προτροπή:

«Να ονειρεύεσαι το αδύνατο και να κοιτάς τον φόβο κατάματα. Τα άλλα είναι υποσημειώσεις».