Η ενεργειακή κίνηση της Ελλάδας στις 16 Φεβρουαρίου 2026 – με την παραχώρηση αποκλειστικών δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου σε κοινοπραξία με αμερικανική συμμετοχή – δεν είναι απλώς μια εμπορική συμφωνία. Ο Δρ. Νομικής Πανεπιστημίου του Αμβούργου και μεταδιδάκτωρ του Οικονομικού Πανεπιστήμιο Αθηνών, με αντικείμενο την ενεργειακή μετάβαση στο υδρογόνο, Γιώργος Ανθρακεύς, υποστηρίζει, ότι αποτελεί πρωτίστως πράξη κυριαρχίας και, σε δεύτερο επίπεδο, εργαλείο αναβάθμισης της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη.

Στον πυρήνα της ανάλυσής του βρίσκεται η θέση ότι το ελληνικό «κεφάλαιο ΑΟΖ» δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως στενά διμερής διαφορά με την Τουρκία, αλλά ως ευρωτουρκικό ζήτημα. Η ελληνική θαλάσσια επικράτεια είναι ταυτόχρονα ευρωπαϊκή, άρα κάθε τουρκική αμφισβήτηση δεν πλήττει μόνο την Αθήνα αλλά και τα οικονομικά/ενεργειακά συμφέροντα της Ένωσης.

Από το μορατόριουμ στην ανάκτηση πρωτοβουλίας

Ο Ανθρακεύς θεωρεί ότι η Ελλάδα «κουβαλά» ένα ιστορικό βάρος αυτο-περιορισμού από το 1976 και το 1986, όταν – όπως περιγράφει – εδραιώθηκε μια πρακτική αναστολής ερευνών υπό την πίεση της ελληνοτουρκικής έντασης. Η σημερινή επιλογή να προχωρήσουν έρευνες στη νότια νησιωτική ζώνη (Κρήτη) συνιστά, με τη δική του οπτική, επιστροφή στη θεμελιώδη αρχή της κρατικής κυριαρχίας: έρευνα και αξιοποίηση εντός υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ είναι δικαίωμα, όχι αντικείμενο άδειας τρίτων.

Τρία κείμενα, μία στρατηγική: το «ευρωπαϊκό κλείδωμα»

Η επιχειρηματολογία του στηρίζεται στη σύγκλιση τριών θεσμικών πλαισίων:

το ευρωπαϊκό ενεργειακό πλαίσιο (με αιχμή το άρθρο 194 ΣΛΕΕ και την αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών-μελών στην επιλογή ενεργειακού μείγματος και αξιοποίησης πόρων),

η ευρωπαϊκή υποχρέωση θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού (οδηγία 2014) ως μηχανισμός «χαρτογράφησης και άσκησης» δικαιωμάτων,

και το Δίκαιο της Θάλασσας, στο μέτρο που λειτουργεί ως ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Η κρίσιμη μετατόπιση που προτείνει είναι πολιτική και νομική: η Ελλάδα οφείλει να μιλά ευρωπαϊκά, όχι μόνο διεθνοδικαιικά, απέναντι σε μια χώρα που παραμένει τυπικά υποψήφια προς ένταξη. Αυτό αλλάζει το πεδίο πίεσης, γιατί ενσωματώνει θεσμούς, υποχρεώσεις, μηχανισμούς συμμόρφωσης και – κυρίως – συλλογική συμμετοχή των κρατών-μελών.

Γιατί η Χάγη, κατά τον Ανθρακεύ, οδηγεί σε πολιτική διευθέτηση

Η κριτική του στην επιλογή της Χάγης είναι λειτουργική: χωρίς υπογραφή της UNCLOS και χωρίς αποδοχή αρμοδιότητας, η Τουρκία μπορεί να μετατρέψει την προσφυγή σε αδιέξοδο. Το αδιέξοδο, με τη σειρά του, δημιουργεί «πίεση λύσης» μέσω πολιτικής διαπραγμάτευσης, όπου η Ελλάδα ρισκάρει να δώσει κυριαρχικά δικαιώματα ως αντάλλαγμα «ηρεμίας». Αυτό, στην ανάγνωσή του, είναι ο δομικός κίνδυνος: η νομική αδυναμία γίνεται πολιτική παραχώρηση.

Το Συμβούλιο Σύνδεσης (1963) ως μοχλός κλιμάκωσης εντός ΕΕ

Η κεντρική πρόταση είναι συγκεκριμένη: σύγκληση του Συμβουλίου Σύνδεσης ΕΟΚ–Τουρκίας, ώστε η διαφορά να αποκτήσει χαρακτήρα παραβίασης ευρωτουρκικής οικονομικής σχέσης.

Η «έξοδος» που προκρίνει είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ή εναλλακτικά διαιτητικό όργανο εντός του ίδιου πλαισίου), με στόχο όχι μόνο κυρώσεις αλλά και ενδεχόμενη δικαστική οριοθέτηση στο πλαίσιο διασφάλισης οικονομικών δικαιωμάτων.

Συμπέρασμα: «Ώρα για δράση» με θεσμική σφραγίδα

Το μήνυμα που στέλνει ο Γιώργος Ανθρακεύς, είναι, ότι το θέμα πρέπει να κλείσει δικαστικά και όχι με πολιτική διευθέτηση, ακριβώς επειδή η ιστορία δείχνει ότι πολιτικές συμφωνίες χωρίς θεσμική/δικαστική κατοχύρωση ανατρέπονται. Η Ελλάδα, κατά τον αναλυτή, έχει σπάνια ευθυγράμμιση συμφερόντων με την ΕΕ (ενεργειακή τροφοδοσία, ασφάλεια θαλάσσιων ζωνών, συνοχή απομακρυσμένων νησιωτικών περιοχών). Το ζητούμενο είναι να το κάνει ευρωπαϊκή υπόθεση με διαδικασίες που δεσμεύουν και τις δύο πλευρές.

Δείτε τη συνέντευξη:

ΠΗΓΗ: International Institute of Strategy