Η νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας» από την Τουρκία δεν είναι μια απλή επικοινωνιακή κίνηση εσωτερικής κατανάλωσης, αλλά μια εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη που μπορεί να δημιουργήσει νέα δεδομένα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, προειδοποίησε ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Άγγελος Συρίγος, μιλώντας στον Χρήστο Κωνσταντινίδη.

Ο κ. Συρίγος εξήγησε ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημο κείμενο του τουρκικού νομοσχεδίου, παρά μόνο διαρροές που, όπως σημείωσε, έχουν αφεθεί μεθοδευμένα από την ίδια την Άγκυρα. Αυτό, όπως είπε, απαιτεί προσοχή στις εκτιμήσεις, καθώς κανείς δεν γνωρίζει ακόμη με ακρίβεια το εύρος των προβλέψεων που θα περιλαμβάνει.

Ωστόσο, σύμφωνα με την εικόνα που υπάρχει, το νομοσχέδιο φαίνεται ότι θα ενσωματώνει τις βασικές αρχές της «Γαλάζιας Πατρίδας». Δηλαδή την τουρκική θέση ότι ελληνικά νησιά που βρίσκονται έως 200 μίλια από τις τουρκικές ηπειρωτικές ακτές δεν διαθέτουν δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες πέραν των σημερινών έξι ναυτικών μιλίων χωρικών υδάτων.

Ο Άγγελος Συρίγος υπογράμμισε ότι το πρώτο και άμεσο πρόβλημα θα εμφανιστεί στο διπλωματικό πεδίο. Όπως ανέφερε, εάν η Τουρκία ψηφίσει έναν τέτοιο νόμο, θα μπορεί σε κάθε συζήτηση να επικαλείται το εσωτερικό της δίκαιο, απαντώντας ότι είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει τον δικό της νόμο, ακόμη κι αν αυτός αντιβαίνει στο Διεθνές Δίκαιο.

Κατά τον ίδιο, το πρόβλημα στο πεδίο θα προκύψει εφόσον ακολουθήσουν εφαρμοστικά διατάγματα, για παράδειγμα με κήρυξη αλιευτικών ζωνών ή ζωνών περιβαλλοντικής προστασίας σε περιοχές ελληνικού ενδιαφέροντος. Το επόμενο και πιο επικίνδυνο στάδιο θα είναι η προσπάθεια εφαρμογής αυτών των διαταγμάτων από τουρκικά πολεμικά πλοία, με παρεμπόδιση ελληνικών αλιευτικών ή άλλων δραστηριοτήτων.

Ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου ξεκαθάρισε ότι δεν θεωρεί τη συγκεκριμένη κίνηση ταυτόσημη με το casus belli του 1995, αλλά τη χαρακτήρισε αντίστοιχη σε σοβαρότητα με την κρίση των Ιμίων το 1996. Όπως είπε, μετά τα Ίμια η Τουρκία συνέδεσε την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο με προηγούμενη συζήτηση για την κυριαρχία ελληνικών νησιών, κάτι απολύτως απαράδεκτο για την Αθήνα. Με τον νέο νόμο, εκτίμησε ότι η Τουρκία μπορεί να κλείσει και τον δρόμο της διπλωματίας.

Για την ελληνική αντίδραση, ο κ. Συρίγος τόνισε ότι πρέπει να είναι κλιμακωτή και απολύτως συνδεδεμένη με το είδος της τουρκικής ενέργειας. Επέμεινε, όμως, ότι η Ελλάδα πρέπει να αποφεύγει κινήσεις που δεν μπορεί να εφαρμόσει στην πράξη, διότι μια τέτοια κίνηση θα έδινε στην Τουρκία την ευκαιρία να την εξευτελίσει επιχειρησιακά ή πολιτικά.

Σχολιάζοντας τη στάση του Χακάν Φιντάν, ο οποίος εμφανίστηκε να διαμαρτύρεται για τις ελληνικές αντιδράσεις στη «Γαλάζια Πατρίδα», ο Άγγελος Συρίγος έκανε λόγο για κλασική τουρκική τακτική. Όπως εξήγησε, η Άγκυρα εδώ και χρόνια προσπαθεί να παρουσιάζει κάθε δική της πρωτοβουλία ως δήθεν αναγκαστική απάντηση σε ελληνικές κινήσεις.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η τοποθέτησή του για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη στάση του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ. Ο κ. Συρίγος εξήγησε ότι οι Αμερικανοί πρέσβεις συχνά προσαρμόζουν τη ρητορική τους στη χώρα όπου υπηρετούν. Όταν βρίσκονται στην Ελλάδα εμφανίζονται φιλέλληνες, όταν βρίσκονται στην Τουρκία εμφανίζονται φιλότουρκοι, προσπαθώντας να επικοινωνήσουν με το τοπικό ακροατήριο.

Αναφερόμενος στον άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ και στη στρατηγική σχέση με τη Γαλλία, ο κ. Συρίγος κράτησε ρεαλιστική στάση. Τόνισε ότι κανένα κράτος δεν επιθυμεί να θυσιάσει τα παιδιά του σε έναν πόλεμο τρίτων χωρών, ξεκαθαρίζοντας πως οι στρατηγικές συνεργασίες έχουν σημασία, αλλά δεν πρέπει να καλλιεργούνται αυταπάτες.

Παράλληλα, όμως, σημείωσε ότι η Τουρκία ζει τους τελευταίους μήνες με μια έντονη ψύχωση περί περικύκλωσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Άγκυρα θεωρεί ότι μετά τον πόλεμο στο Ιράν, το Ισραήλ μπορεί να στραφεί εναντίον της, αρχικά μέσω Συρίας και στη συνέχεια απευθείας κατά της Τουρκίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η τουρκική ηγεσία ενοχλείται ιδιαίτερα από τους ελληνικούς εξοπλισμούς ισραηλινής προέλευσης και από τη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.

Για το ενδεχόμενο πολέμου Τουρκίας – Ισραήλ, ο κ. Συρίγος εμφανίστηκε κατηγορηματικός ότι το θεωρεί απίθανο, λόγω της ιδιότητας της Τουρκίας ως μέλους του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, σημείωσε ότι το Ισραήλ είναι σήμερα η ισχυρότερη δύναμη της περιοχής, αλλά βρίσκεται ήδη επί τρία χρόνια σε πολεμική κατάσταση και δύσκολα θα επιδίωκε μια νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική αναμέτρηση.

Ο Άγγελος Συρίγος αναφέρθηκε και στη δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι η Ελλάδα έχει στρατηγική σχέση με το κράτος του Ισραήλ, όχι κατ’ ανάγκη με τη σημερινή κυβέρνηση Νετανιάχου. Όπως εκτίμησε, η φράση αυτή σημαίνει ότι η σχέση Ελλάδας – Ισραήλ – Κύπρου είναι σχέση κρατών και δεν εξαρτάται από τα πρόσωπα που βρίσκονται κάθε φορά στην εξουσία.

Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, ο κ. Συρίγος στάθηκε στα ελληνοαλβανικά και ειδικά στα ζητήματα της ελληνικής μειονότητας. Όπως είπε, τα δύο βασικά ανοιχτά μέτωπα με την Αλβανία είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και η αντιμετώπιση της ελληνικής μειονότητας, με κορυφαίο πρόβλημα τα περιουσιακά δικαιώματα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, η επιστροφή περιουσιών στις περιοχές όπου κατοικούν Αλβανοί πολίτες έχει φτάσει περίπου στο 60%, ενώ στις περιοχές με ελληνικό πληθυσμό τα ποσοστά είναι πολύ χαμηλότερα: περίπου 30% στο Αργυρόκαστρο, 20% στους Αγίους Σαράντα και κάτω από 10% σε Χιμάρα, Νάρτα και Σβέρνετς. Σε περιοχές με έντονο τουριστικό ενδιαφέρον, όπως είπε, η πραγματική επιστροφή μπορεί να πέφτει ακόμη και στο 2-3%.

Ο κ. Συρίγος κατηγόρησε τον Έντι Ράμα για ισοπεδωτική και ειρωνική στάση απέναντι στην ελληνική μειονότητα, υποστηρίζοντας ότι στην πραγματικότητα το πρόβλημα δεν είναι ο ελληνικός εθνικισμός, όπως παρουσιάζει η αλβανική πλευρά, αλλά οι εθνικιστικές αντιλήψεις των Τιράνων που οδηγούν σε υφαρπαγή περιουσιών και σταδιακή εκδίωξη του ελληνικού στοιχείου.

Η συνέντευξη του Άγγελου Συρίγου στον Χρήστο Κωνσταντινίδη ανέδειξε με καθαρό τρόπο το εύρος των προκλήσεων που έχει μπροστά της η ελληνική εξωτερική πολιτική. Από τη «Γαλάζια Πατρίδα» και το Αιγαίο μέχρι το Ισραήλ, την Τουρκία, την Αλβανία και τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας, το συμπέρασμα είναι σαφές: η Ελλάδα χρειάζεται ψυχραιμία, αλλά και καθαρές κόκκινες γραμμές.