Η υπόθεση της παγίδευσης του Θάνου Ντόκου από τους Ρώσους Vovan και Lexus δεν είναι μια απλή διαδικτυακή φάρσα. Είναι καμπανάκι για το πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη, τα deepfakes, η πλαστοπροσωπία και η στοχευμένη προπαγάνδα μπαίνουν πλέον στην καρδιά της διπλωματίας και της εθνικής ασφάλειας.

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Έλληνα πρωθυπουργού βρέθηκε σε βιντεοκλήση με δύο ανθρώπους που εμφανίστηκαν ως Ουκρανοί αξιωματούχοι και ειδικότερα ως ο υπουργός Άμυνας της Ουκρανίας, Ρουστέμ Ουμέροφ. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για τους Βλαντίμιρ Κουζνετσόφ και Αλεξέι Στολιάροφ, το διαβόητο ρωσικό δίδυμο που εδώ και χρόνια εκθέτει διεθνείς ηγέτες, υπουργούς και θεσμικούς παράγοντες της Δύσης.

Το θέμα που τέθηκε στη συνομιλία ήταν εξαιρετικά ευαίσθητο: το drone που είχε εντοπιστεί ανοιχτά της Λευκάδας. Οι φαρσέρ, υποδυόμενοι την ουκρανική πλευρά, άφησαν να εννοηθεί ότι ενδέχεται να υπάρξουν παρόμοιες ενέργειες κοντά σε ελληνικά νησιά. Ο Θάνος Ντόκος, αντιλαμβανόμενος τη σοβαρότητα ενός τέτοιου ενδεχομένου, εξέφρασε την ανησυχία του για τις επιπτώσεις που θα είχε η μεταφορά του πολέμου στα ελληνικά χωρικά ύδατα, ιδίως μέσα στην τουριστική περίοδο, αλλά και για τη συνοχή του ΝΑΤΟ.

Η κυβέρνηση έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι δεν διέρρευσαν κρατικά απόρρητα ή εμπιστευτικές πληροφορίες. Ωστόσο, το ζήτημα δεν τελειώνει εκεί. Το πρόβλημα είναι ότι οι δράστες κατάφεραν να διαπεράσουν πρωτόκολλα ασφαλείας, χρησιμοποιώντας στοιχεία, ονόματα, διευθύνσεις, επίσημη αλληλογραφία και διπλωματικό λεξιλόγιο που έκαναν την επικοινωνία να φαίνεται απολύτως αληθοφανής.

Ο ίδιος ο Θάνος Ντόκος, μιλώντας στον ΣΚΑΪ, παραδέχθηκε ότι η εμπειρία ήταν εξαιρετικά δυσάρεστη. Όπως είπε, δεν υπήρχε κάτι που να φωνάζει ότι πρόκειται για fake επαφή. «Τον έβλεπα, όπως βλέπω εσάς», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας ουσιαστικά τη νέα πραγματικότητα: στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, δεν μπορείς πλέον να εμπιστεύεσαι ούτε τα μάτια σου.

Οι υποψίες του άρχισαν προς το τέλος της συνομιλίας, όταν διατυπώθηκαν περίεργες απόψεις για το drone στη Λευκάδα. Αμέσως μετά, επικοινώνησε με την ΕΥΠ και με τον πραγματικό Ρουστέμ Ουμέροφ. Τότε διαπιστώθηκε ότι είχε στηθεί μια καλοσχεδιασμένη παγίδα.

Το δίδυμο Vovan και Lexus έχει μακρύ ιστορικό. Έχουν ξεγελάσει την Τζόρτζια Μελόνι, την Άνγκελα Μέρκελ, τον Πολωνό πρόεδρο Αντρέι Ντούντα, την Κριστίν Λαγκάρντ, την υπουργό Εξωτερικών της Φινλανδίας Ελίνα Βαλτόνεν, τον Εμανουέλ Μακρόν, τον Μπορίς Τζόνσον, τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο, την Καμάλα Χάρις, τον Μπέρνι Σάντερς και τον Τζάστιν Τριντό.

Έχουν χτυπήσει ακόμη και τη διεθνή showbiz, από τον πρίγκιπα Χάρι μέχρι τον Έλτον Τζον. Όμως η περίπτωση των πολιτικών προσώπων είναι άλλης τάξης ζήτημα. Εδώ δεν μιλάμε για αμηχανία ή επικοινωνιακή ζημιά. Μιλάμε για απόπειρα άντλησης πολιτικών θέσεων, δοκιμή αντανακλαστικών και παραγωγή υλικού που μπορεί να χρησιμοποιηθεί προπαγανδιστικά.

Οι ίδιοι αυτοχαρακτηρίζονται pranksters και σατιρικοί δημιουργοί. Όμως η επιλογή των στόχων τους δείχνει καθαρή γεωπολιτική κατεύθυνση. Στο στόχαστρο μπαίνουν σχεδόν πάντα δυτικοί αξιωματούχοι ή προσωπικότητες που έχουν σταθεί απέναντι στη ρωσική πολιτική και ειδικά στην εισβολή στην Ουκρανία.

Γι’ αυτό και στη Δύση η δράση τους αντιμετωπίζεται πλέον με διαφορετικό μάτι. Όχι ως αθώα φάρσα, αλλά ως πιθανό εργαλείο υβριδικού πολέμου. Η Ρωσία δεν χρειάζεται πάντα πυραύλους, τανκς ή hackers για να προκαλέσει ζημιά. Μπορεί να χρησιμοποιήσει εικόνα, ήχο, πλαστοπροσωπία, ψυχολογική πίεση και προπαγανδιστική αξιοποίηση.

Η υπόθεση Ντόκου είναι προειδοποίηση. Τα κράτη πρέπει να θωρακίσουν τα πρωτόκολλα επικοινωνίας τους, γιατί η νέα εποχή των deepfakes δεν συγχωρεί αφέλειες. Όταν ένας ανώτατος σύμβουλος ασφαλείας μπορεί να βρεθεί απέναντι σε μια τόσο πειστική ψεύτικη ταυτότητα, το συμπέρασμα είναι απλό και σκληρό: ο υβριδικός πόλεμος έχει ήδη περάσει την πόρτα των κυβερνητικών γραφείων.