Μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση για τη σχέση ανάμεσα στην προστασία της οικογενειακής ζωής, τη μεταναστευτική πολιτική και τη δημόσια τάξη εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Στις 8 Σεπτεμβρίου 2026, το Τέταρτο Τμήμα του ΕΔΔΑ δημοσίευσε την απόφαση «A.A. κατά Κάτω Χωρών» (αρ. προσφυγής 7481/23), κρίνοντας ομόφωνα ότι η άρνηση των ολλανδικών αρχών να επιτρέψουν την οικογενειακή επανένωση ενός υπηκόου Υεμένης με πέντε παιδιά του, τα οποία γεννήθηκαν από τον δεύτερο και τον τρίτο πολυγαμικό γάμο του, δεν παραβίασε το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η απόφαση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι μεταξύ του πατέρα και των παιδιών υπήρχε προστατευόμενη «οικογενειακή ζωή». Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι ένα ευρωπαϊκό κράτος δεν μπορεί να υποχρεωθεί, μέσω της μεταναστευτικής πολιτικής, να αποδεχθεί τις έννομες συνέπειες πολυγαμικών γάμων που απαγορεύονται από την εσωτερική του νομοθεσία.

Τρεις γάμοι και 13 παιδιά

Ο προσφεύγων A.A., υπήκοος Υεμένης, δικηγόρος και γεννημένος το 1970, είχε συνάψει στη χώρα του γάμους με τρεις γυναίκες. Με την πρώτη σύζυγό του απέκτησε οκτώ παιδιά, με τη δεύτερη τρία και με την τρίτη δύο.

Τον Οκτώβριο του 2018 έφθασε στην Ολλανδία και εξασφάλισε προσωρινή άδεια διαμονής λόγω ασύλου, διάρκειας πέντε ετών. Τον Νοέμβριο του 2023 έλαβε μόνιμη άδεια διαμονής. Οι τρεις γυναίκες και τα συνολικά 13 παιδιά του βρίσκονταν στο μεταξύ στην Τουρκία.

Τον Ιούλιο του 2019 ο A.A. υπέβαλε αίτηση οικογενειακής επανένωσης με την πρώτη σύζυγό του και με όλα τα παιδιά του. Η ολλανδική Υπηρεσία Μετανάστευσης και Πολιτογράφησης τον ενημέρωσε ότι η πολυγαμική οικογενειακή του κατάσταση ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη της χώρας.

Οι αρχές τού ζήτησαν να επιλέξει ποιος από τους γάμους του θα αναγνωριζόταν ως νόμιμος. Διευκρίνισαν, παράλληλα, ότι οικογενειακή επανένωση μπορούσε να εγκριθεί μόνο για μία σύζυγο και για τα παιδιά που είχαν γεννηθεί από τον συγκεκριμένο γάμο.

Καθώς ο προσφεύγων επέμεινε στο αρχικό αίτημά του, οι ολλανδικές αρχές θεώρησαν ότι είχε επιλέξει τον πρώτο γάμο. Τον Δεκέμβριο του 2019 εγκρίθηκε η είσοδος της πρώτης συζύγου και των οκτώ παιδιών τους, αλλά απορρίφθηκε η αίτηση για τα υπόλοιπα πέντε παιδιά.

Η άρνηση του πατέρα να λύσει τους άλλους δύο γάμους

Ο A.A. υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τις αρχές της Υεμένης για να προχωρήσει σε διαζύγια. Πρόσθεσε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα είχε σοβαρές κοινωνικές συνέπειες για τη δεύτερη και την τρίτη σύζυγό του, οι οποίες θα κινδύνευαν να στιγματιστούν, να περιθωριοποιηθούν ή να εξαναγκαστούν να επιστρέψουν στην Υεμένη.

Ισχυρίστηκε επίσης ότι τα πέντε παιδιά αντιμετώπιζαν δυσκολίες ένταξης στην Τουρκία και ότι η επιστροφή τους στην Υεμένη ήταν υπερβολικά επικίνδυνη, λόγω της πολιτικής κατάστασης και των απειλών που φέρεται να είχε δεχθεί η οικογένεια εξαιτίας δράσεων για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Τα ολλανδικά δικαστήρια διαπίστωσαν, πάντως, ότι τα παιδιά ζούσαν σε σταθερό κοινωνικό περιβάλλον μαζί με τις μητέρες τους στην Τουρκία. Είχαν πρόσβαση στην εκπαίδευση και στην υγειονομική περίθαλψη, ενώ τελούσαν υπό τη διεθνή προστασία των τουρκικών αρχών.

Οικογενειακός δεσμός, όχι αυτόματο δικαίωμα εισόδου

Το κεντρικό ερώτημα ενώπιον του ΕΔΔΑ ήταν εάν οι Κάτω Χώρες είχαν θετική υποχρέωση, βάσει του άρθρου 8, να επιτρέψουν την είσοδο των πέντε παιδιών.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η προστασία της οικογενειακής ζωής δεν περιορίζεται στις σχέσεις που βασίζονται σε νομικά αναγνωρισμένο γάμο. Ένα παιδί αποτελεί από τη γέννησή του μέρος της οικογενειακής μονάδας, ανεξάρτητα από τη νομική υπόσταση της σχέσης των γονέων του.

Με αυτό το σκεπτικό, το ΕΔΔΑ δεν ακολούθησε την πρόταση του European Centre for Law and Justice, που είχε παρέμβει στην υπόθεση ζητώντας να μη θεωρούνται οι σχέσεις από πολυγαμικούς γάμους ως προστατευόμενη οικογενειακή ζωή. Αναγνώρισε ότι μεταξύ του A.A. και των παιδιών του υπήρχε πραγματικός οικογενειακός δεσμός.

Η αναγνώριση αυτή, όμως, δεν δημιούργησε αυτομάτως δικαίωμα εισόδου και διαμονής στην Ολλανδία.

«Πυρήνας της υπόθεσης» η πολυγαμία

Ο προσφεύγων επέμεινε ότι δεν ζητούσε την είσοδο της δεύτερης και της τρίτης συζύγου του, αλλά αποκλειστικά των παιδιών. Το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι η αίτηση αφορούσε μόνο τους ανηλίκους, έκρινε όμως ότι δεν μπορούσε να αγνοήσει την πολυγαμική οικογενειακή κατάσταση από την οποία προέρχονταν.

Το στοιχείο αυτό χαρακτηρίστηκε ως ο «πυρήνας της υπόθεσης», επειδή η απόρριψη του αιτήματος συνδεόταν άμεσα με την απαγόρευση της πολυγαμίας στην Ολλανδία.

Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η πολυγαμία απαγορεύεται χωρίς εξαιρέσεις σε όλα τα κράτη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Εξαιτίας αυτής της ισχυρής ευρωπαϊκής συναίνεσης, αναγνώρισε στα κράτη «ευρύ περιθώριο εκτίμησης» κατά τη διαμόρφωση της μεταναστευτικής πολιτικής και την εξέταση αιτημάτων οικογενειακής επανένωσης που συνδέονται με πολυγαμικούς γάμους.

Παράλληλα, σημείωσε ότι ο A.A. και η οικογένειά του επέλεξαν να διατηρήσουν και τους τρεις γάμους, γνωρίζοντας ότι αυτή η απόφαση θα μπορούσε να προκαλέσει μεταναστευτικά εμπόδια για τα παιδιά του δεύτερου και του τρίτου γάμου.

Δεν διαπιστώθηκε κίνδυνος για τα παιδιά στην Τουρκία

Το ΕΔΔΑ δεν περιορίστηκε στην επίκληση της δημόσιας τάξης. Εξέτασε ξεχωριστά τις συνθήκες ζωής των πέντε παιδιών.

Αναγνώρισε ότι υπήρχαν ανυπέρβλητα εμπόδια για την άσκηση της οικογενειακής ζωής στην Υεμένη. Διαπίστωσε, όμως, ότι τα παιδιά ζούσαν με τις μητέρες τους στην Τουρκία, διέθεταν προσωρινές άδειες διαμονής και είχαν πρόσβαση σε σχολεία και υπηρεσίες υγείας.

Δεν προέκυψε ότι είχαν υποστεί βία ή ότι οι τουρκικές αρχές αδυνατούσαν να τους παράσχουν προστασία. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ολλανδικές αρχές είχαν προβεί σε επαρκή και αναλογική στάθμιση όλων των εμπλεκόμενων συμφερόντων.

Το τελικό συμπέρασμα ήταν ομόφωνο: οι Κάτω Χώρες δεν παραβίασαν το δικαίωμα του προσφεύγοντος και των παιδιών του στην οικογενειακή ζωή.

Η απόφαση χαράζει μια σαφή διαχωριστική γραμμή. Ο δεσμός γονέα και παιδιού προστατεύεται ανεξάρτητα από το εάν ο γάμος των γονέων αναγνωρίζεται νομικά. Η προστασία αυτή, όμως, δεν επιβάλλει στα ευρωπαϊκά κράτη να παραμερίζουν τη δημόσια τάξη ή να αναγνωρίζουν, άμεσα ή έμμεσα, πολυγαμικές οικογενειακές καταστάσεις μέσω της οικογενειακής επανένωσης.