Κεντρικό θέμα στον τουρκικό Τύπο αποτελεί η μεταφορά της 51ης Ταξιαρχίας Κομάντος από το Χοζάτ του Τούντζελι στο Σόκε του Αϊδινίου, σε μικρή απόσταση από τη Σάμο.

Το ζήτημα παρουσιάζεται στα πρωτοσέλιδα εθνικιστικών, φιλοκυβερνητικών, αλλά και αντιπολιτευόμενων μέσων ως μήνυμα της Άγκυρας προς την Αθήνα. Αρκετές εφημερίδες συνδέουν την ανάπτυξη της επίλεκτης μονάδας με τις επισκέψεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη σε ελληνικά νησιά, καθώς και με την ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία και το σχέδιο «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Ορισμένα μέσα υιοθετούν ιδιαίτερα επιθετική ρητορική, κάνοντας λόγο για 2.000 κομάντος σε επιφυλακή, για «αστραπιαία απάντηση» της Τουρκίας και για απόφαση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων να «πατήσουν το κουμπί» απέναντι στις ελληνικές κινήσεις.

Πίσω από την πολεμική ρητορική, ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη χρονική παράμετρος: σύμφωνα με σειρά τουρκικών δημοσιευμάτων, η απόφαση για τη μεταφορά της 51ης Ταξιαρχίας είχε ληφθεί ήδη από τον Αύγουστο. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποτελεί άμεση αντίδραση ούτε στις τελευταίες επισκέψεις του Έλληνα πρωθυπουργού ούτε στις πρόσφατες εξελίξεις γύρω από την «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Η χρονική ανακολουθία δεν εμπόδισε μεγάλο μέρος του τουρκικού Τύπου να εντάξει τη μεταφορά στο ευρύτερο αφήγημα περί ελληνικής «πρόκλησης» και τουρκικής αποφασιστικότητας στο Αιγαίο.

Νεφές: «Μήνυμα Σόκε στον Μητσοτάκη»

Η αντιπολιτευόμενη Νεφές επιλέγει έναν από τους πλέον χαρακτηριστικούς τίτλους: «Μήνυμα Σόκε στον Μητσοτάκη».

Η εφημερίδα παρουσιάζει τη μεταφορά ως προειδοποίηση της Άγκυρας προς την Αθήνα για τα στρατιωτικοποιημένα νησιά. Υποστηρίζει ότι η εγκατάσταση της μονάδας απέναντι από τη Σάμο προκάλεσε ανησυχία στην Ελλάδα και εστιάζει στον αριθμό των στρατιωτών, γράφοντας ότι «2.000 κομάντος φόβισαν την Ελλάδα».

Πρόκειται για μια διατύπωση που δεν περιορίζεται στην καταγραφή μιας στρατιωτικής μετακίνησης, αλλά επιχειρεί να την εντάξει στο πλαίσιο μιας ψυχολογικής αντιπαράθεσης με την ελληνική πλευρά.

Σοζτζού: Από την αντιτρομοκρατία στην «Ασπίδα του Αχιλλέα»

Η εθνικιστική αντιπολιτευόμενη Σοζτζού συνδέει ευθέως την υπόθεση με την ενίσχυση της ελληνικής αεράμυνας και την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία.

«Τελείωσαν την τρομοκρατία – Τώρα ήρθε η σειρά του “Αχιλλέα”», αναφέρει ο πρωτοσέλιδος τίτλος της. Η μεταφορά της Ταξιαρχίας παρουσιάζεται ως «το πρώτο βήμα κατά της ελληνοϊσραηλινής πρόκλησης».

Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» προορίζεται να καλύψει ολόκληρο το Αιγαίο και ότι η Άγκυρα «δεν παρέμεινε άλλο σιωπηλή». Η Σοζτζού υπενθυμίζει, μάλιστα, προηγούμενο πρωτοσέλιδό της, υποστηρίζοντας ότι είχε προειδοποιήσει από τις 14 Σεπτεμβρίου για τον συγκεκριμένο «κίνδυνο».

Ανάλογη είναι η προσέγγιση της Τζουμχουριέτ, η οποία επιλέγει τον λιτό αλλά σαφή τίτλο «Απάντηση στην Ελλάδα με Σόκε». Και εδώ η μεταφορά παρουσιάζεται όχι ως ανεξάρτητη επιχειρησιακή απόφαση, αλλά ως ανταπόκριση στις ενέργειες της ελληνικής πλευράς.

Τακβίμ: «Οι Μεχμετσίκ σε επιφυλακή»

Η φιλοκυβερνητική Τακβίμ υιοθετεί την πιο έντονη πολεμική ρητορική. Με τίτλο «Οι Μεχμετσίκ σε επιφυλακή», υποστηρίζει ότι, μετά τις «προκλητικές επισκέψεις» του Κυριάκου Μητσοτάκη στα νησιά του Αιγαίου, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις «πάτησαν το κουμπί».

Κατά την εφημερίδα, οι στρατιώτες της μονάδας άρχισαν τη σκοπιά τους σε κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας, προκειμένου να «προστατεύσουν τις ισορροπίες στο Αιγαίο».

Στο εσωτερικό της, η Τακβίμ κλιμακώνει ακόμη περισσότερο το αφήγημα, χρησιμοποιώντας τον τίτλο «Αστραπιαία απάντηση στο “σόου των νησιών”». Σημειώνει ότι η Σάμος απέχει περίπου 40 χιλιόμετρα από την περιοχή και συνοδεύει το ρεπορτάζ με τη φράση ότι οι κομάντος «δεν θα αφήσουν να πετάξει ούτε πουλί».

Η συγκεκριμένη παρουσίαση επιχειρεί να καλλιεργήσει εικόνα άμεσης και έκτακτης κινητοποίησης, μολονότι η απόφαση της μεταφοράς είχε προηγηθεί των γεγονότων με τα οποία σήμερα συνδέεται.

TR Haber: «Κίνηση ενάντια στην ελληνική πρόκληση»

Η εθνικιστική TR Haber είναι επίσης ένα από τα μέσα που συνδέουν ευθέως την ανάπτυξη της μονάδας με τις ελληνικές κινήσεις.

«Οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις κάνουν αξιοσημείωτο βήμα ενάντια στην ελληνική πρόκληση», αναφέρει ο τίτλος του δημοσιεύματος, το οποίο κάνει ειδική αναφορά στις επισκέψεις του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Καστελόριζο, στη Ρω και στη Στρογγύλη.

Παράλληλα, συνδέει τη μετακίνηση με την απόκτηση ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας από την Ελλάδα και υποστηρίζει ότι η άφιξη των κομάντος στο Σόκε «προκάλεσε πανικό στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης».

Το Α Χαμπέρ επικεντρώνεται περισσότερο στην ελληνική αντίδραση. Με τίτλο «Τα βλέμματα της Ελλάδας στραμμένα στο Σόκε», αναφέρει ότι η έναρξη των δραστηριοτήτων της μονάδας έγινε αντικείμενο συζήτησης στην Ελλάδα. Παρουσιάζει, επίσης, το Σόκε ως ένα από τα σημαντικότερα στρατιωτικά σημεία της Τουρκίας στο μέτωπο του Αιγαίου.

Η διπλή ανάγνωση της Μιλιέτ

Η φιλοκυβερνητική Μιλιέτ ακολουθεί δύο παράλληλες γραμμές. Από τη μία πλευρά, αναπαράγει τη δραματική προσέγγιση περί «φόβου για 2.000 κομάντος στην Ελλάδα» και μεταφέρει τίτλους ελληνικών μέσων για τη δημιουργία ενός «τουρκικού τείχους στο Αιγαίο».

Από την άλλη πλευρά, φιλοξενεί μια πιο συγκρατημένη στρατιωτική εκτίμηση. Αναλυτές που επικαλείται εξηγούν ότι η ανάπτυξη μονάδων στο Σόκε αποτελεί μία από τις συνήθεις πρακτικές των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Τέτοιες αποφάσεις, σύμφωνα με την ίδια προσέγγιση, λαμβάνονται στο πλαίσιο της εκπαίδευσης και του γενικότερου επιχειρησιακού σχεδιασμού.

Η Μιλιέτ αναγνωρίζει, συνεπώς, ότι η μεταφορά δεν πρέπει απαραίτητα να ερμηνεύεται ως έκτακτη στρατιωτική κινητοποίηση. Παραδέχεται, όμως, ότι η γεωγραφική θέση του Σόκε, απέναντι από τη Σάμο, προσδίδει στη μονάδα έναν αναπόφευκτο συμβολισμό.

Η επιχειρησιακή πραγματικότητα και η επικοινωνιακή αξιοποίηση

Η υπόθεση της 51ης Ταξιαρχίας Κομάντος έχει δύο διαφορετικά επίπεδα.

Το πρώτο είναι το αμιγώς στρατιωτικό. Η μεταφορά μιας έμπειρης μονάδας από το Τούντζελι προς τα δυτικά παράλια αποτελεί εξέλιξη που πρέπει να παρακολουθείται και να αξιολογείται σε συνδυασμό με την ευρύτερη διάταξη των τουρκικών δυνάμεων απέναντι από τα ελληνικά νησιά.

Το δεύτερο είναι το επικοινωνιακό. Η απόφαση είχε ληφθεί πριν από τις πρόσφατες ελληνικές κινήσεις, αλλά ο τουρκικός Τύπος την επανατοποθετεί χρονικά και πολιτικά, παρουσιάζοντάς την ως άμεση απάντηση του τουρκικού κράτους στην Αθήνα.

Η επιλογή αυτή εξυπηρετεί το πάγιο τουρκικό αφήγημα ότι η Ελλάδα στρατιωτικοποιεί το Αιγαίο, προκαλεί την Τουρκία και συνεργάζεται με το Ισραήλ για να περιορίσει την τουρκική ισχύ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και μια προγραμματισμένη μεταφορά στρατιωτικής μονάδας μπορεί να μετατραπεί σε επίδειξη αποφασιστικότητας και σε εργαλείο πίεσης προς την ελληνική πλευρά.

Η ρητορική περί επιφυλακής των κομάντος δεν αποδεικνύει από μόνη της κάποια έκτακτη επιχειρησιακή εξέλιξη. Αποκαλύπτει, όμως, πόσο εύκολα ο τουρκικός δημόσιος λόγος επιστρέφει στη γλώσσα της έντασης, μετατρέποντας κάθε στρατιωτική κίνηση στο Αιγαίο σε μέρος του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού.