Δεν πρόκειται για μια απειλή που βρίσκεται κάπου στο μακρινό μέλλον. Η δημογραφική κατάρρευση εξελίσσεται ήδη μπροστά μας, με ολόκληρες περιοχές της Ελλάδας να χάνουν πληθυσμό, νέους ανθρώπους και, τελικά, τη δυνατότητα ανανέωσής τους.

Η νέα έκθεση του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών αποτυπώνει με αριθμούς μια πραγματικότητα που δύσκολα επιδέχεται ωραιοποίηση: από το 2009 έως το 2024 οι γεννήσεις στη χώρα μειώθηκαν κατά 42%.

Από τις 117.440 γεννήσεις του 2009, η Ελλάδα περιορίστηκε στις 68.310 το 2024. Μέσα σε μόλις 15 χρόνια χάθηκαν, δηλαδή, περισσότερες από 49.000 γεννήσεις ετησίως.

Την έρευνα υπογράφει ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής Ερευνών του ΙΔΕΜ, Βύρων Κοτζαμάνης, ο οποίος αναδεικνύει και τις τεράστιες ανισότητες ανάμεσα στις διαφορετικές περιοχές της χώρας.

Η ηπειρωτική Ελλάδα πληρώνει το βαρύτερο τίμημα

Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπου η πτώση των γεννήσεων ξεπέρασε το 50%. Πρόκειται για:

  • Θεσπρωτία
  • Γρεβενά
  • Φθιώτιδα
  • Κοζάνη
  • Ευρυτανία
  • Φλώρινα

Σε άλλους δέκα νομούς η μείωση κυμάνθηκε μεταξύ 45% και 50%, επιβεβαιώνοντας ότι μεγάλο μέρος της ελληνικής περιφέρειας βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πρωτοφανή πληθυσμιακή αποψίλωση.

Η εικόνα είναι σχετικά καλύτερη σε ορισμένες νησιωτικές περιοχές. Σε έξι νησιωτικούς νομούς η υποχώρηση των γεννήσεων παρέμεινε κάτω από το 30%, ενώ στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο ήταν μικρότερη ακόμη και από 15%.

Η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι τυχαία. Οι περιοχές που συγκράτησαν τον νεότερο πληθυσμό τους ή προσέλκυσαν νέους κατοίκους από την Ελλάδα και το εξωτερικό εμφανίζουν μεγαλύτερες δημογραφικές αντοχές. Αντίθετα, όπου οι νέοι έφυγαν, η γήρανση επιταχύνθηκε και οι γεννήσεις κατέρρευσαν.

Έως και 376 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις

Το πιο σκληρό στοιχείο της έκθεσης αφορά το φυσικό ισοζύγιο. Το 2009 στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν 92 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Το 2024 η αναλογία εκτοξεύθηκε στους 184 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.

Αυτό σημαίνει ότι πλέον, σε εθνικό επίπεδο, καταγράφονται σχεδόν δύο θάνατοι για κάθε παιδί που γεννιέται.

Σε επίπεδο Περιφερειακών Ενοτήτων οι αποκλίσεις είναι τεράστιες, καθώς η αναλογία κυμαίνεται από 49 έως και 376 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.

Μόλις πέντε από τις 74 Περιφερειακές Ενότητες είχαν το 2024 περισσότερες γεννήσεις από θανάτους:

  • Θήρα
  • Μύκονος
  • Κως
  • Νάξος
  • Ρέθυμνο

Στη Θήρα, μάλιστα, οι γεννήσεις ήταν διπλάσιες από τους θανάτους. Στην άλλη άκρη βρίσκονται οι Σέρρες, η Ευρυτανία και τα Γρεβενά, όπου αντιστοιχούσαν 3,5 ή και περισσότεροι θάνατοι σε κάθε γέννηση.

Σε ακόμη 17 Περιφερειακές Ενότητες, σχεδόν όλες στην ηπειρωτική χώρα, καταγράφηκαν από 250 έως 376 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις.

Χάθηκε πάνω από μισό εκατομμύριο πληθυσμού

Η Ελλάδα έχει περάσει οριστικά από την εποχή του δημογραφικού πλεονάσματος στην εποχή της φυσικής συρρίκνωσης.

Τη δεκαετία 1971-1980 οι γεννήσεις ξεπέρασαν τους θανάτους κατά 638.000. Την επόμενη δεκαετία η διαφορά περιορίστηκε στις 276.000 και στη δεκαετία του 1990 στις μόλις 22.000.

Μετά το 2010, όμως, οι ισορροπίες ανατράπηκαν. Την περίοδο 2011-2020 καταγράφηκαν 267.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις, ενώ κατά την πενταετία 2021-2025 το έλλειμμα έφθασε τις 290.000.

Συνολικά, μέσα σε μία δεκαπενταετία, η χώρα είχε 557.000 περισσότερους θανάτους από γεννήσεις.

Γιατί καταρρέουν οι γεννήσεις

Η έκθεση του ΙΔΕΜ εντοπίζει δύο βασικούς παράγοντες πίσω από την υποχώρηση.

Ο πρώτος είναι η μείωση της γονιμότητας. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο δύο παιδιά, ενώ εκείνες που γεννήθηκαν γύρω στο 1985 απέκτησαν λιγότερα από 1,5.

Ο δεύτερος είναι η δραματική συρρίκνωση του πληθυσμού των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Οι γυναίκες ηλικίας 25 έως 44 ετών μειώθηκαν κατά περίπου 480.000 ή 28%.

Παράλληλα, η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού ανέβηκε από τα 26,2 στα 32,2 έτη, ενώ το αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο μετά το 2010 αφαίρεσε από τη χώρα σημαντικό τμήμα του νεότερου και παραγωγικότερου πληθυσμού της.

Οι γεννήσεις θα μείνουν καθηλωμένες

Οι προβλέψεις δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Σύμφωνα με το ΙΔΕΜ, εάν δεν υπάρξει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, οι γεννήσεις στην Ελλάδα θα κινούνται έως το 2045 γύρω από τις 65.000 ετησίως.

Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο ότι γεννιούνται λιγότερα παιδιά. Είναι ότι λιγοστεύουν διαρκώς και οι άνθρωποι που μπορούν να αποκτήσουν παιδιά.

Χωρίς μια συνεκτική πολιτική για την οικογένεια, τη στέγαση, την εργασία και την παραμονή των νέων στον τόπο τους, η δημογραφική κρίση κινδυνεύει να μετατραπεί σε μόνιμη συνθήκη. Και για αρκετές περιοχές της ελληνικής περιφέρειας, η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη αρχίσει.