Με έναν εκτενή φάκελο θεσμικών, δημογραφικών, εκπαιδευτικών και πολιτικών στοιχείων απάντησε η Ελλάδα ενώπιον του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ στις αιτιάσεις που αφορούν τη Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης.

Σύμφωνα με τη Ρηματική Διακοίνωση της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελλάδας στη Γενεύη, η οποία κατατέθηκε στο πλαίσιο της 62ης συνόδου του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Αθήνα απαντά σε γραπτή δήλωση της «Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Τούρκων Δυτικής Θράκης», παρουσιάζοντας αριθμητικά δεδομένα για την παρουσία και τη συμμετοχή της μειονότητας στην ελληνική κοινωνία.

Κεντρική θέση της ελληνικής απάντησης είναι ότι η Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης ορίζεται από τη Συνθήκη της Λωζάννης ως θρησκευτική μειονότητα και όχι ως ενιαία εθνική ομάδα. Η Αθήνα υπογραμμίζει παράλληλα ότι τα μέλη της —τουρκογενείς, Πομάκοι και Ρομά, Σουνίτες και Αλεβίτες— είναι Έλληνες πολίτες και απολαμβάνουν τα δικαιώματα που κατοχυρώνουν το Σύνταγμα και το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Η ίδια θέση έχει διατυπωθεί επισήμως και από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο τον Απρίλιο του 2026 επανέλαβε ότι ο χαρακτήρας της μειονότητας, βάσει της ελληνικής ερμηνείας της Συνθήκης της Λωζάννης, είναι θρησκευτικός.

Το δημογραφικό στοιχείο που προβάλλει η Αθήνα

Ιδιαίτερη βαρύτητα στην ελληνική επιχειρηματολογία αποκτά το δημογραφικό δεδομένο.

Στην ελληνική απάντηση αναφέρεται ότι ο πληθυσμός της Μουσουλμανικής Μειονότητας στη Θράκη, από περίπου 80.000 ανθρώπους το 1923, υπερβαίνει σήμερα τους 120.000.

Το στοιχείο χρησιμοποιείται από την ελληνική πλευρά ως μέρος της συνολικότερης επιχειρηματολογίας της για τις συνθήκες διαβίωσης και τη διατήρηση της μειονότητας στη Θράκη.

Η τάξη μεγέθους των 120.000 μελών δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στις ελληνικές επίσημες τοποθετήσεις. Το υπουργείο Εξωτερικών είχε επίσης αναφέρει το 2021 πληθυσμό περίπου 120.000 ανθρώπων στη Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης.

230 και πλέον σύλλογοι

Ένα από τα ζητήματα που βρίσκονται επί χρόνια στο επίκεντρο της συζήτησης αφορά το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Στην ελληνική απάντηση αναφέρεται ότι περισσότεροι από 230 σύλλογοι και σωματεία που έχουν δημιουργηθεί από μέλη της μειονότητας είναι νομίμως εγγεγραμμένοι και λειτουργούν στη Θράκη.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τις υποθέσεις της ομάδας «Μπεκίρ Ουστά», η Αθήνα υποστηρίζει ότι βρίσκεται σε συνεργασία με τους μηχανισμούς του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εκτέλεση των σχετικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ.

Ως μέτρα που έχουν ληφθεί αναφέρονται, μεταξύ άλλων, νομοθετικές παρεμβάσεις καθώς και επιμόρφωση δικαστικών λειτουργών γύρω από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

83 μειονοτικά δημοτικά – 3.938 μαθητές

Εκτενής είναι και η αναφορά στην εκπαίδευση.

Για το σχολικό έτος 2025-2026, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, λειτουργούσαν στη Θράκη:

  • 83 μειονοτικά δημοτικά σχολεία,

  • δύο μειονοτικά Γυμνάσια-Λύκεια σε Κομοτηνή και Ξάνθη,

  • δύο ιεροσπουδαστήρια,

  • περισσότερα από 170 νηπιαγωγεία.

Συνολικά, στα μειονοτικά σχολεία αναφέρονται 3.938 μαθητές.

Η ελληνική πλευρά επισημαίνει ακόμη ότι τα μειονοτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις αναστολές λειτουργίας σχολικών μονάδων. Σύμφωνα με την ελληνική επιχειρηματολογία, για τα μειονοτικά σχολεία το κατώφλι αναστολής βρίσκεται στους εννέα μαθητές, ενώ για τα υπόλοιπα δημόσια σχολεία εφαρμόζεται υψηλότερο αριθμητικό όριο.

Παράλληλα, για τους μαθητές παρέχεται δωρεάν μεταφορά όπου απαιτείται.

Η Αθήνα υπενθυμίζει επίσης την ειδική ποσόστωση 0,5% για την εισαγωγή υποψηφίων της μειονότητας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

Περισσότερα από 240 τεμένη

Σημαντικό τμήμα της ελληνικής απάντησης αφορά τη θρησκευτική ελευθερία.

Στη Θράκη, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατίθενται, λειτουργούν καθημερινά περισσότερα από 240 τεμένη.

Πρόκειται για αριθμό που έχει αναφερθεί και σε παλαιότερες επίσημες τοποθετήσεις του υπουργείου Εξωτερικών.

Παράλληλα, η Αθήνα παραπέμπει στον Νόμο 4964/2022, με τον οποίο αναμορφώθηκε η διαδικασία επιλογής Μουφτήδων.

Το νέο πλαίσιο προβλέπει επιτροπή στην οποία συμμετέχουν μέλη της μειονότητας, μεταξύ αυτών θρησκευτικοί λειτουργοί και γυναίκες, για την αξιολόγηση και την πρόταση υποψηφίων.

Στις 8 Ιανουαρίου 2026 ολοκληρώθηκε ο διορισμός του νέου Μουφτή Διδυμοτείχου, ενώ το ελληνικό ΥΠΕΞ έχει επισημάνει ότι έχουν προχωρήσει διαδικασίες και για τις Μουφτείες Ξάνθης και Κομοτηνής.

Προαιρετική η υπαγωγή στη δικαιοδοσία του Μουφτή

Η ελληνική πλευρά υπενθυμίζει επίσης ότι, μετά τον Νόμο 4511/2018, η προσφυγή στη δικαιοδοσία του Μουφτή για ζητήματα οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου δεν είναι υποχρεωτική αλλά προαιρετική.

Πρόκειται για μία ουσιώδη μεταβολή στο πλαίσιο εφαρμογής των σχετικών κανόνων στη Θράκη, καθώς οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επιλέξουν την πολιτική δικαιοσύνη.

Ξεχωριστή αναφορά γίνεται και στους Αλεβίτες-Μπεκτασήδες της Θράκης. Με νομοθετική ρύθμιση του 2025 απέκτησαν διακριτή θεσμική αναγνώριση ως θρησκευτική κοινότητα, με δυνατότητα οργάνωσης των θρησκευτικών τους δομών και διαχείρισης των αντίστοιχων περιουσιακών ζητημάτων.

4 βουλευτές, 3 δήμαρχοι και περισσότεροι από 100 αυτοδιοικητικοί

Η πολιτική εκπροσώπηση αποτελεί άλλο ένα από τα σημεία στα οποία εστιάζει το ελληνικό έγγραφο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, σήμερα υπάρχουν τέσσερις βουλευτές που προέρχονται από τη μειονότητα.

Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση έχουν εκλεγεί περισσότεροι από 100 εκπρόσωποί της, ανάμεσά τους τρεις δήμαρχοι.

Η Αθήνα επικαλείται τα στοιχεία αυτά ως απόδειξη της συμμετοχής των μελών της μειονότητας στους πολιτικούς θεσμούς και στη δημόσια ζωή της χώρας.

Αυτόνομα μειονοτικά ΜΜΕ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία για τα μέσα ενημέρωσης.

Σύμφωνα με την ελληνική απάντηση, μέλη της μειονότητας λειτουργούν στη Θράκη:

  • 5 ραδιοφωνικούς σταθμούς,

  • 6 ημερήσιες εφημερίδες,

  • 5 ενημερωτικές ιστοσελίδες,

  • 1 περιοδικό.

Συνολικά καταγράφονται 17 μέσα ενημέρωσης.

Η συνολική γραμμή της ελληνικής απάντησης

Μέσα από τη Ρηματική Διακοίνωση, η Αθήνα επιχειρεί να απαντήσει στις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε διεθνή φόρα όχι μόνο σε επίπεδο νομικών επιχειρημάτων αλλά και με μετρήσιμα δεδομένα.

Ο βασικός άξονας της ελληνικής θέσης είναι ότι η Συνθήκη της Λωζάννης κατοχυρώνει μία Μουσουλμανική Μειονότητα στη Θράκη, της οποίας τα μέλη διαθέτουν πλήρη πολιτικά και αστικά δικαιώματα ως Έλληνες πολίτες, ενώ το κράτος υποστηρίζει θεσμούς εκπαίδευσης, θρησκευτικής λατρείας και κοινωνικής συμμετοχής.

Στην πράξη, η Αθήνα αντιπαραθέτει στις καταγγελίες έναν αριθμητικό φάκελο: περισσότερους από 120.000 πολίτες, πάνω από 240 τεμένη, 230 και πλέον συλλόγους, 83 μειονοτικά δημοτικά, τέσσερις βουλευτές, τρεις δημάρχους και περισσότερους από 100 αιρετούς στην Αυτοδιοίκηση.

Το ζήτημα της Μουσουλμανικής Μειονότητας εξακολουθεί πάντως να αποτελεί πεδίο διαφωνίας μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, κυρίως ως προς την ονομασία και την εθνική αυτοπροσδιοριστική διάσταση. Η επίσημη ελληνική θέση παραμένει ότι το διεθνές νομικό πλαίσιο της Συνθήκης της Λωζάννης αναγνωρίζει στη Θράκη Μουσουλμανική Μειονότητα και ότι οι επιμέρους καταγωγές και αυτοπροσδιορισμοί των μελών της δεν μεταβάλλουν τον νομικό αυτό χαρακτηρισμό.