Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα παρέμβαση για το μέλλον της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ πραγματοποίησε ο Ισραηλινός αναλυτής Σάι Γκαλ, με άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» στις 22 Οκτωβρίου 2026.

Ο Γκαλ θέτει ένα κρίσιμο ζήτημα για την Αθήνα: η Ελλάδα δεν αρκεί να αγοράζει προηγμένα οπλικά συστήματα. Πρέπει να αποκτήσει τη δυνατότητα να τα παράγει, να τα συντηρεί, να τα αναβαθμίζει και να εξάγει αμυντική τεχνολογία στην ευρωπαϊκή αγορά.

Στον πυρήνα της ανάλυσής του βρίσκεται η συμφωνία ύψους 3,035 δισεκατομμυρίων ευρώ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», την πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική αεράμυνας που συνδέεται με ισραηλινά συστήματα.

Σύμφωνα με όσα παρουσιάζει ο αναλυτής, από το συγκεκριμένο πρόγραμμα προβλέπονται περίπου 750 εκατομμύρια ευρώ για το ελληνικό αμυντικό και τεχνολογικό οικοσύστημα, με συμμετοχή 19 ελληνικών εταιρειών.

Η ουσία, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος των κονδυλίων.

Ο Γκαλ υπογραμμίζει ότι το πραγματικό όφελος θα καθοριστεί από τα δικαιώματα που θα αποκτήσει η ελληνική πλευρά και από τη δυνατότητά της να διατηρήσει παραγωγικό και τεχνολογικό έλεγχο ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των αρχικών παραδόσεων.

«Τα ποσοστά μετρούν τη δραστηριότητα, όχι την ισχύ»

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις εξαγγελίες του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια στις 20 Οκτωβρίου, σχετικά με τη θεσμοθέτηση ελάχιστης συμμετοχής 25% της ελληνικής βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα.

Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει επίσης τη δυνατότητα του ελληνικού κράτους να πραγματοποιεί διακρατικές εξαγωγικές συμφωνίες αμυντικού εξοπλισμού.

Ο Ισραηλινός αναλυτής διευκρινίζει ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δεν είχαν ακόμη θεσπιστεί κατά τη δημοσίευση του άρθρου.

Και προχωρά σε μια ουσιαστική επισήμανση: η συμμετοχή ελληνικών εταιρειών σε ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα δεν εξασφαλίζει από μόνη της μεταφορά πραγματικής τεχνολογικής ισχύος.

Ένα ποσοστό 25% που περιορίζεται σε εργασίες συναρμολόγησης χαμηλής προστιθέμενης αξίας μπορεί να αποδειχθεί λιγότερο σημαντικό από μικρότερη συμμετοχή η οποία συνοδεύεται από ουσιαστική τεχνογνωσία, δικαιώματα σχεδιασμού και δυνατότητα εξαγωγών.

Η συγκεκριμένη διάκριση βρίσκεται στο επίκεντρο της πρότασής του για την ελληνική αμυντική βιομηχανία.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» και ο ελληνικός έλεγχος του λογισμικού

Ο Γκαλ επικεντρώνεται στη σχεδιαζόμενη πολυεπίπεδη αεράμυνα, η οποία συνδυάζει τα συστήματα David’s Sling και SPYDER της Rafael με το BARAK MX της Israel Aerospace Industries (IAI).

Η σημαντικότερη παράμετρος που επισημαίνει αφορά το λογισμικό διοίκησης και ελέγχου.

Σύμφωνα με την περιγραφή του, ελληνικές εταιρείες προβλέπεται να αναπτύξουν το κεντρικό λογισμικό με ισραηλινή τεχνολογική υποστήριξη, διατηρώντας τον αποκλειστικό έλεγχο του ελληνικού πηγαίου κώδικα και των μελλοντικών τροποποιήσεών του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα θα αποκτήσει δικαιώματα επί της ιδιόκτητης ισραηλινής τεχνολογίας των αναχαιτιστικών συστημάτων.

Σημαίνει, όμως, ότι μπορεί να δημιουργηθεί ένα συγκεκριμένο πεδίο εθνικής τεχνολογικής αυτονομίας.

Ο αναλυτής προτείνει το μοντέλο αυτό να επεκταθεί, όπου είναι νομικά και συμβατικά εφικτό, σε επιμέρους εξαρτήματα, εργασίες συντήρησης, αναβαθμίσεις και εξαγωγικές δραστηριότητες.

Η Ελλάδα ως ευρωπαϊκός κόμβος ισραηλινών αμυντικών συστημάτων

Εδώ βρίσκεται και η κεντρική γεωπολιτική πρόταση του άρθρου.

Ο Σάι Γκαλ εκτιμά ότι η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε ευρωπαϊκή παραγωγική και εξαγωγική βάση ισραηλινών συστημάτων αεροπορικής και πυραυλικής άμυνας.

Ως πιθανό σημείο εκκίνησης αναφέρει το BARAK MX, με ελληνική συμμετοχή στην παραγωγή και στη μηχανική υποστήριξη.

Σε επόμενο στάδιο, προτείνει να εξεταστούν δυνατότητες αδειοδοτημένων εργασιών σε συστήματα όπως το Iron Dome, το David’s Sling και το Arrow.

Διευκρινίζει, πάντως, ότι τα συγκεκριμένα οπλικά συστήματα υπάγονται σε διαφορετικά καθεστώτα πνευματικής ιδιοκτησίας και εξαγωγικών περιορισμών.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παράμετρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το David’s Sling αναπτύχθηκε σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, ενώ αντίστοιχη αμερικανοϊσραηλινή συνεργασία χαρακτηρίζει και το Arrow 3.

Οι εξαγωγές των δύο συστημάτων στη Φινλανδία και στη Γερμανία αντίστοιχα απαίτησαν αμερικανική έγκριση.

Συνεπώς, η εγκατάσταση παραγωγικών δραστηριοτήτων στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να καταργήσει τους υφιστάμενους αμερικανικούς περιορισμούς.

Η πραγματική προοπτική, κατά τον Γκαλ, βρίσκεται και στην ανάπτυξη νέων συστημάτων ή ευρωπαϊκών παραλλαγών, με τα δικαιώματα παραγωγής, αναβάθμισης και εξαγωγής να συμφωνούνται εξαρχής.

Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα 150 δισεκατομμύρια του SAFE

Η οικονομική διάσταση της πρότασης συνδέεται με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE, ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Το πρόγραμμα δημιουργεί δυνατότητες χρηματοδότησης αμυντικών προμηθειών από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο Ισραηλινός αναλυτής αναφέρει ότι η Ελλάδα προβλέπεται να λάβει χρηματοδότηση ύψους 787,7 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ η Κύπρος διαθέτει αντίστοιχη κατανομή 1,18 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Το σημαντικότερο, σύμφωνα με την προσέγγισή του, δεν είναι μόνο η χρηματοδότηση που κατευθύνεται στην Αθήνα.

Είναι η δυνατότητα να κατασκευάζονται στην Ελλάδα προϊόντα τα οποία στη συνέχεια θα προμηθεύονται άλλα ευρωπαϊκά κράτη.

Το SAFE θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την προέλευση των εξαρτημάτων, τη συμμετοχή ευρωπαϊκών εταιρειών και τον έλεγχο της ανάπτυξης των προϊόντων.

Επομένως, δεν αρκεί μια ισραηλινή εταιρεία να εγκαταστήσει απλώς μια μονάδα παραγωγής σε ελληνικό έδαφος.

Χρειάζεται η παραγωγική δραστηριότητα και τα δικαιώματα επί των συστημάτων να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου.

Ο Γκαλ περιγράφει έτσι μια δυνητικά αμοιβαία επωφελή συνεργασία: το Ισραήλ να αξιοποιεί την ελληνική παραγωγική βάση για ευρωπαϊκές δραστηριότητες και η Ελλάδα να αποκτά τεχνογνωσία, θέσεις εργασίας, εξαγωγικό έργο και μεγαλύτερη βιομηχανική αυτονομία.

Γαλλία, Νότια Κορέα και Ινδία στο ελληνικό αμυντικό οικοσύστημα

Η ανάλυση δεν περιορίζεται στο Ισραήλ.

Ο Γκαλ εξετάζει τη συνεργασία της Ελλάδας με τη Γαλλία, τη Νότια Κορέα και την Ινδία, επισημαίνοντας ότι η εθνικότητα του προμηθευτή δεν εξασφαλίζει αυτομάτως εθνικό έλεγχο της τεχνολογίας.

Αναφέρεται στην αύξηση της ελληνικής βιομηχανικής συμμετοχής στην τέταρτη γαλλική φρεγάτα, από περίπου 12% στο αρχικό πρόγραμμα σε 25%.

Παράλληλα, επισημαίνει τη συνεργασία της ελληνικής ONEX με τη νοτιοκορεατική Hanwha Ocean, με προοπτική τοπικών κατασκευών, εξαγωγών και περιφερειακής υποστήριξης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά στις επαφές Ελλήνων και Ινδών αξιωματούχων άμυνας στις 14 Οκτωβρίου, με αντικείμενο κοινές βιομηχανικές και τεχνολογικές πρωτοβουλίες.

Σε αντιδιαστολή, ο αναλυτής επισημαίνει ότι η απόκτηση των αμερικανικών F-35 προσφέρει προηγμένες επιχειρησιακές δυνατότητες, χωρίς όμως να συνοδεύεται από ελληνικά δικαιώματα σχεδιασμού ή ανεξάρτητης ανάπτυξης του αεροσκάφους.

Το κεντρικό του επιχείρημα είναι ότι η πραγματική κυριαρχία στον τομέα των εξοπλισμών συνδέεται με τον έλεγχο της τεχνολογίας και όχι αποκλειστικά με τη χώρα προέλευσης των οπλικών συστημάτων.

Η Κύπρος και η στρατηγική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου

Ξεχωριστή θέση στην ανάλυση κατέχει η Κύπρος.

Ο Γκαλ θεωρεί ότι η υφιστάμενη συνεργασία Αθήνας, Λευκωσίας και Ιερουσαλήμ δημιουργεί πρόσθετες δυνατότητες για την ανάπτυξη περιφερειακής παραγωγικής βάσης.

Η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί ήδη πελάτη ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας και αντιμετωπίζει περιφερειακές προκλήσεις ασφαλείας αντίστοιχες με εκείνες της Ελλάδας.

Η ύπαρξη δύο κρατών-μελών της ΕΕ στην Ανατολική Μεσόγειο, με αμυντικές ανάγκες και πρόσβαση σε ξεχωριστές χρηματοδοτήσεις του SAFE, δημιουργεί κατά τον αναλυτή τις προϋποθέσεις για κοινή ζήτηση και ανάπτυξη παραγωγικών δυνατοτήτων στην περιοχή.

Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα θα μπορούσε να μετατραπεί σε κόμβο που θα εξυπηρετεί όχι μόνο τις εθνικές της ανάγκες, αλλά και ευρύτερες ευρωπαϊκές παραγγελίες.

Η κρίσιμη παράμετρος σε περίπτωση πολέμου

Ο Ισραηλινός αναλυτής θέτει επίσης ένα ζήτημα με άμεσες συνέπειες για την εθνική ασφάλεια.

Εάν η Ελλάδα εξελιχθεί σε παραγωγική βάση αμυντικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται και από το Ισραήλ, πρέπει να έχουν συμφωνηθεί εκ των προτέρων οι προτεραιότητες σε περίπτωση ταυτόχρονης κρίσης.

Οι ελληνικές ανάγκες επιχειρησιακής ετοιμότητας και τα εθνικά αποθέματα πρέπει να προστατεύονται.

Ταυτόχρονα, η δυνατότητα αύξησης της παραγωγής σε περίοδο πολέμου μπορεί να προσφέρει πρόσθετη δυναμικότητα στην ισραηλινή αμυντική βιομηχανία.

Για να λειτουργήσει ένα τέτοιο σχήμα, χρειάζονται σαφείς συμβάσεις που θα καθορίζουν την κατανομή αποθεμάτων, την παραγωγική δυναμικότητα, τις άδειες εξαγωγής και τις προτεραιότητες σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Αυτό αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πρακτικές παραμέτρους της πρότασης, καθώς αφορά την αποφυγή νέων εξαρτήσεων σε περίοδο στρατιωτικής κρίσης.

Το μήνυμα προς την Αθήνα: Από αγοραστής σε παραγωγό

Η παρέμβαση του Σάι Γκαλ περιγράφει μια διαφορετική αντίληψη για τους ελληνικούς εξοπλισμούς.

Η απόκτηση προηγμένων όπλων παραμένει απαραίτητη για την άμυνα της χώρας, αλλά η μακροπρόθεσμη στρατηγική αξία μιας συμφωνίας εξαρτάται και από όσα αφήνει στην ελληνική οικονομία και βιομηχανία.

Η δυνατότητα παραγωγής εξαρτημάτων, ανάπτυξης λογισμικού, αναβαθμίσεων και εξαγωγών μπορεί να μετατρέψει μια προμήθεια σε μακροχρόνια βιομηχανική συνεργασία.

Αυτό είναι το βασικό επιχείρημα του Ισραηλινού αναλυτή: η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να αξιοποιήσει τη γεωστρατηγική θέση της, τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, καθώς και τη συνεργασία της με το Ισραήλ, ώστε να δημιουργήσει δική της παραγωγική ισχύ.

Το ζητούμενο, όπως αναδεικνύεται μέσα από το άρθρο του, δεν είναι απλώς να αυξηθεί η ελληνική συμμετοχή στις συμβάσεις, αλλά να εξασφαλιστούν συγκεκριμένα δικαιώματα και δυνατότητες που θα παραμείνουν στη χώρα.

Το τελικό μήνυμα της παρέμβασής του είναι σαφές: οι επόμενες εξοπλιστικές συμφωνίες της Ελλάδας πρέπει να ενισχύουν όχι μόνο την αποτρεπτική της ικανότητα, αλλά και τη δυνατότητά της να αναπτύσσει, να κατασκευάζει και να εξάγει αμυντικά συστήματα που θα χρειάζεται η υπόλοιπη Ευρώπη.