Μια συνάντηση που έμοιαζε περισσότερο με ταξίδι στον χρόνο παρά με απλή μουσική κουβέντα πραγματοποιήθηκε ένα καλοκαιρινό απόγευμα στη Δραπετσώνα, εκεί όπου οι σημερινοί Spitfire συγκεντρώνονται, κάνουν πρόβες, ετοιμάζουν τις επόμενες ζωντανές εμφανίσεις τους και κρατούν ζωντανό ένα κομμάτι της ελληνικής heavy metal ιστορίας.

Στο ίδιο τραπέζι που έστησε το star.gr βρέθηκαν ο Ηλίας Λογγινίδης, ιδρυτικό μέλος, συνθέτης και κιθαρίστας των Spitfire, ενός από τα πλέον επιδραστικά ελληνικά metal συγκροτήματα, και ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου, γνωστός ποινικολόγος και συγγραφέας, ο άνθρωπος που μέσα από βιβλία όπως τα «30 εισιτήρια» κατέγραψε την ιστορία μιας γενιάς που έζησε στα περιθώρια του κυρίαρχου γούστου της δεκαετίας του ’80.

Αφορμή για τη συνάντηση ήταν η επέτειος των 40 χρόνων από ένα από τα πιο ιστορικά live που έγιναν ποτέ στην Ελλάδα: τη συναυλία των Saxon στη Ριζούπολη, με support τους Spitfire, τον Μάιο του 1986. Ένα γεγονός που για πολλούς δεν ήταν απλώς μια συναυλία, αλλά το σημείο από το οποίο το ελληνικό heavy metal απέκτησε δημόσιο χώρο, μνήμη και ταυτότητα.

Η πρώτη ημερομηνία ήταν η 10η Μαΐου 1986. Όμως η συναυλία λίγο έλειψε να μη γίνει. Η Αθήνα χτυπήθηκε από καταρρακτώδη βροχή και η εποχή έκανε το γεγονός ακόμη πιο δραματικό. Είχαν περάσει μόλις δύο εβδομάδες από το πυρηνικό ατύχημα στο Τσέρνομπιλ και η λέξη «ραδιενεργή βροχή» είχε ήδη μπει με τρόμο στη ζωή των πολιτών.

Σε μια πόλη που τότε ζούσε στον ρυθμό της λαϊκής πίστας και της τηλεοπτικής ελαφρότητας της «χρυσής δεκαετίας», το heavy metal παρέμενε υπόθεση των λίγων, των πεισματάρηδων, των αμετανόητων. Η αναβολή της συναυλίας έμοιαζε σχεδόν συμβολική. Σαν να μην ήταν ακόμη έτοιμη η Αθήνα να ακούσει ζωντανά τον ήχο που ήδη συγκινούσε χιλιάδες νέους στα υπόγεια, στα δωμάτια, στα στέκια και στις κασέτες.

Τελικά, οι «ανεπιθύμητοι» επέστρεψαν την επόμενη ημέρα. Κυριακή 11 Μαΐου 1986, στο γήπεδο του Απόλλωνα. Την ίδια ώρα που άλλοι ανέβαιναν στο ΟΑΚΑ για τον ημιτελικό Κυπέλλου ανάμεσα σε ΑΕΚ και Παναθηναϊκό, οι μεταλλάδες κατέβαιναν στον Περισσό και στα Άνω Πατήσια για να ζήσουν τη δική τους στιγμή.

Οι Saxon, γίγαντες του New Wave of British Heavy Metal από το Μπάρνσλεϊ, εμφανίστηκαν στην Αθήνα με support τους Spitfire, οι οποίοι τότε βρίσκονταν στο κρίσιμο σημείο της εκτόξευσής τους. Είχαν μόλις υπογράψει στην ΕΜΙ, χάρη στη μεσολάβηση του Γιάννη Κουτουβού, και λίγο αργότερα θα κυκλοφορούσαν το θρυλικό «First Attack», έναν δίσκο που μέχρι σήμερα θεωρείται από τους κορυφαίους της ελληνικής rock και metal δισκογραφίας, ανεξαρτήτως είδους.

Η αυθεντική σύνθεση των Spitfire, με τους Κώστα Κυριακίδη, Θανάση Κρεμμύδα, Ντίνο Κωστάκη, Ηλία Λογγινίδη και Γιώργο Βελέντζα, έμοιαζε τότε έτοιμη να σπάσει τα σύνορα της ελληνικής πραγματικότητας. Όπως λέει και ο στίχος, «sky was the limit». Και πράγματι, για ένα διάστημα, όλα έδειχναν ανοιχτά.

Όμως η ιστορία άλλαξε με τρόπο βίαιο και απροσδόκητο. Ο τραγουδιστής του συγκροτήματος, Ντίνος Κωστάκης, είχε σοβαρό τροχαίο με μηχανή και έμεινε σε κώμα σχεδόν για δύο χρόνια. Η μπάντα έχασε τη φωνή της, οι σχέσεις με τον Κουτουβό διαταράχθηκαν και το μέλλον που έμοιαζε έτοιμο να ανοίξει μπροστά τους πάγωσε απότομα.

Ο Ηλίας Λογγινίδης, ωστόσο, δεν εγκατέλειψε. Αποφάσισε να συνεχίσει με νέα μέλη, κρατώντας ζωντανό το όνομα των Spitfire μέσα από δύσκολες περιόδους, αλλαγές, σκαμπανεβάσματα και νέες προσπάθειες. Τα επόμενα χρόνια το συγκρότημα στάθηκε ξανά στη σκηνή, είτε μόνο του είτε δίπλα σε τεράστια ονόματα της διεθνούς rock και metal σκηνής: Scorpions στο Φάληρο, Iron Maiden στο Περιστέρι, Dokken στο Gagarin.

Στη Δραπετσώνα του 2026, ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου δεν πήγε απλώς ως συνομιλητής. Πήγε ως άνθρωπος που έζησε εκείνη την εποχή από την πλευρά του κοινού. Ως έφηβος των 80s, κουβάλησε μαζί του όχι μόνο αναμνήσεις, αλλά και μια καθαρή κοινωνική ματιά για το τι σήμαινε τότε να ανήκεις σε μια ομάδα έξω από το κυρίαρχο ρεύμα.

Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στη νοσταλγία. Άγγιξε τα στερεότυπα, την κοινωνική απόσταση, τα στέκια, τις παρέες, τα περιοδικά, τις συναυλίες και τη διαφορετικότητα μιας γενιάς που δεν χωρούσε εύκολα στα καλούπια της εποχής.

Ο Παπαϊωάννου είχε μαζί του το περιοδικό «Heavy Metal» του Μαΐου 1986, με την ανακοίνωση της συναυλίας των Saxon. Το ξεφύλλισμα αυτού του τεύχους λειτούργησε σαν μικρή τελετουργία μνήμης. Από τις σελίδες του πέρασαν πρόσωπα, ήχοι, αφίσες και εποχές που σήμερα μοιάζουν μακρινές, αλλά για όσους τις έζησαν παραμένουν ολοζώντανες.

Μαζί με τον Λογγινίδη επέλεξαν ο καθένας δέκα αγαπημένους δίσκους rock και metal μουσικής. Και εκεί η κουβέντα άνοιξε ακόμη περισσότερο. Η Stratocaster του Rory Gallagher συνάντησε την αλητεία του Bon Scott. Ο Ritchie Blackmore, ο Ronnie James Dio και ο Lemmy μπήκαν στην ίδια αφήγηση με τους ήχους από τον αμερικανικό Νότο, με τρανζιστοράκια που έπαιζαν «Highway Star» στο ημίχρονο ποδοσφαιρικών αγώνων και με προσωπικές ιστορίες που μόνο οι πραγματικοί ακροατές αυτής της μουσικής μπορούν να καταλάβουν.

Αναπόφευκτα, η συζήτηση πέρασε και στα θρυλικά στέκια της εποχής: Ombre, Rainbow, Χωρίς Ανάσα. Σε εκείνους τους χώρους όπου διαμορφώθηκαν παρέες, γούστα, ταυτότητες και μουσικές εμμονές.

Θυμήθηκαν επίσης συναυλίες που άφησαν ιστορία, όπως εκείνη των Uriah Heep στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας το 1983, αλλά και στιγμές που συνδέθηκαν με την ελληνική πραγματικότητα της εποχής, από απρόσμενα live μέχρι τις επαφές με διεθνείς αστέρες που άλλοτε έμοιαζαν απρόσιτοι και άλλοτε απόλυτα επαγγελματίες, όπως οι Iron Maiden.

Η συνάντηση Λογγινίδη και Παπαϊωάννου ήταν τελικά κάτι παραπάνω από μια συζήτηση για το heavy metal. Ήταν μια αναμέτρηση με τη μνήμη μιας γενιάς που μεγάλωσε σε μια Ελλάδα διαφορετική, με λιγότερες δυνατότητες, περισσότερη καχυποψία απέναντι στο διαφορετικό, αλλά και με πάθος που δύσκολα συναντάται σήμερα.

Το ραντεβού ανανεώθηκε για το 2036, στην επέτειο του μισού αιώνα από τη συναυλία των Saxon και των Spitfire στη Ριζούπολη. Ακούγεται φιλόδοξο, αλλά όχι εξωπραγματικό. Γιατί, όπως είχε πει κάποτε ο ίδιος ο Ηλίας Λογγινίδης, «αν είσαι heavy metal δεν γερνάς ποτέ».

Μια φράση που ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου φάνηκε να συνυπογράφει χωρίς καμία ένσταση, δηλώνοντας ουσιαστικά ότι, πέρα από δικηγόρος και συγγραφέας, θα ήθελε να τον θυμούνται απλώς ως χεβιμεταλά.

Δείτε τη συνέντευξη: