Το Πακιστάν εξελίσσεται εκ νέου σε βασική δεξαμενή του πολιοϊού, προκαλώντας έντονη ανησυχία στη διεθνή κοινότητα ότι η χώρα μπορεί να μετατραπεί σε εστία ευρύτερης διασυνοριακής μετάδοσης. Σήμερα, μόνο δύο χώρες στον κόσμο –το Πακιστάν και το Αφγανιστάν– εξακολουθούν να καταγράφουν φυσική παρουσία του άγριου πολιοϊού, αν και στην περίπτωση του Αφγανιστάν, παρά το καθεστώς των Ταλιμπάν, οι καταγεγραμμένες περιπτώσεις έχουν μειωθεί αισθητά.

Στον αντίποδα, στο Πακιστάν εντοπίστηκαν περισσότερα από 100 ενεργά κρούσματα του στελέχους WPV1 μέσα στην τελευταία διετία. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται σε ένα πλέγμα παραγόντων, όπως η διαφθορά, η κακοδιοίκηση, η κρατική αδράνεια, τα εμπόδια πρόσβασης στις τοπικές κοινωνίες και η διστακτικότητα απέναντι στον εμβολιασμό. Το στοιχείο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι από το 2023 η χώρα έχει λάβει διεθνή οικονομική στήριξη άνω των 100 εκατ. δολαρίων για την εξάλειψη της νόσου.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει ήδη επισημάνει ότι το WPV1 εντοπίζεται πλέον σε όλες τις μεγάλες επαρχίες του Πακιστάν, από το εύπορο Παντζάμπ έως το λιγότερο ανεπτυγμένο Χάιμπερ Παχτούνχβα. Όπως ανέφερε η Επιτροπή Έκτακτης Ανάγκης του ΠΟΥ για την πολιομυελίτιδα, το 2025 εξακολουθεί να καταγράφεται ενεργή μετάδοση του ιού στη Λαχόρη, αλλά και σε αρκετές περιοχές του κεντρικού επιδημιολογικού άξονα της χώρας.

Σύμφωνα με την ίδια επιτροπή, η αύξηση των κρουσμάτων έγινε εμφανής ήδη από τα μέσα του 2023, κυρίως στις επαρχίες Χάιμπερ Παχτούνχβα, Σιντ και Μπαλουχιστάν. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το γεγονός ότι η περιοχή Γκιλγκίτ-Μπαλτιστάν κατέγραψε το πρώτο κρούσμα WPV1 έπειτα από περισσότερα από οκτώ χρόνια, στοιχείο που αναδεικνύει τη διαρκή απειλή από τις επίμονες εστίες μετάδοσης.

Η εικόνα στο Πακιστάν έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πρόοδο που σημείωσαν φτωχές και περιορισμένων πόρων αφρικανικές χώρες, οι οποίες κατάφεραν να εξαλείψουν τον ενεργό πολιοϊό. Όπως επισημαίνει η UNICEF, όσο η μετάδοση του ιού δεν διακόπτεται σε αυτές τις χώρες, όλες οι υπόλοιπες παραμένουν εκτεθειμένες στον κίνδυνο εισαγόμενων κρουσμάτων, ιδιαίτερα εκείνες που διαθέτουν αδύναμα συστήματα δημόσιας υγείας και εμβολιασμού ή διατηρούν στενούς ταξιδιωτικούς και εμπορικούς δεσμούς με ενδημικές περιοχές.

Ο ΠΟΥ έχει εκφράσει ανοιχτά τη δυσαρέσκειά του για τη στάση της κυβέρνησης στο Ισλαμαμπάντ, τονίζοντας ότι η διακοπή της μετάδοσης του WPV1 προϋποθέτει να μετατραπεί η πολιτική δέσμευση σε αποτελεσματική εφαρμογή των εμβολιαστικών σχεδίων, με ιδιαίτερη έμφαση στις βασικές εστίες και στις περιοχές όπου η μετάδοση παραμένει σταθερή.

Αναλυτές και ειδικοί αποδίδουν την αποτυχία αυτή στις βαθιές αδυναμίες του πακιστανικού συστήματος υγείας. Η Shanzeh Sheikh του Duke University υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση αγνόησε σε μεγάλο βαθμό τις ανάγκες της πλειοψηφίας του πληθυσμού και δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για τον περιορισμό της νόσου. Όπως σημειώνει, οι ιατρικοί φορείς της χώρας εκφράζουν εδώ και καιρό απογοήτευση για την έλλειψη κρατικής πρωτοβουλίας, ενώ η αδυναμία εξάλειψης της πολιομυελίτιδας αποκαλύπτει τα διαρθρωτικά προβλήματα της πρωτοβάθμιας και δημόσιας υγείας στο Πακιστάν.

Η ίδια αναφέρει ως βασικά εμπόδια την έλλειψη μεταφορικών μέσων για τις απομακρυσμένες περιοχές, την ανεπαρκή εκπαίδευση του προσωπικού, τις ελλείψεις σε εμβόλια, την απουσία συντονισμού και λογοδοσίας, τις πολιτικές παρεμβάσεις, αλλά και το γεγονός ότι η υψηλής ποιότητας ιατρική φροντίδα παραμένει προνόμιο των ελίτ και όχι του γενικού πληθυσμού.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο σύμβουλος ανάπτυξης Nawab Ali Khattak επισημαίνει ότι η πολιομυελίτιδα επανεμφανίζεται στο Πακιστάν λόγω ενός συνδυασμού υλικοτεχνικών δυσκολιών, προβλημάτων ασφάλειας, παραπληροφόρησης και διαφθοράς. Όπως υπογραμμίζει, εθελοντές που συμμετέχουν στις εκστρατείες κατά της πολιομυελίτιδας έχουν κατά καιρούς μποϊκοτάρει τις δράσεις, εξαιτίας καθυστερήσεων στη διανομή εμβολίων, κακού συντονισμού, γραφειοκρατικής ανεπάρκειας και ελλείψεων σε πόρους. Κατά τον ίδιο, η νόσος συνεχίζει να αποτελεί σοβαρή απειλή, παγιδευμένη μέσα σε ένα πολύπλοκο πλέγμα ιδεολογιών, κακής διακυβέρνησης, ψευδών θεωριών και διαφθοράς.

Παρά το γεγονός ότι το 2025 εμβολιάστηκαν περίπου 44 εκατομμύρια παιδιά, περισσότερα από ένα εκατομμύριο έμειναν εκτός εμβολιαστικής κάλυψης, παραμένοντας εκτεθειμένα στον ιό. Οι υγειονομικές αρχές κατέγραψαν πολλά περιστατικά κατά τα οποία οικογένειες αρνήθηκαν να εμβολιάσουν τα παιδιά τους ή ακόμη και επιτέθηκαν στα συνεργεία. Ο φόβος απέναντι στο εμβόλιο τροφοδοτείται από θεωρίες συνωμοσίας, σύμφωνα με τις οποίες τα σταγονίδια πολιομυελίτιδας περιέχουν βλαβερές ουσίες, αλκοόλ ή χοιρινό, ή αποτελούν μέσο στείρωσης μουσουλμανόπαιδων – αφηγήματα που αναπαράγονται από θρησκευτικούς ηγέτες και εξτρεμιστικούς κύκλους.

Ο εκπαιδευτικός Assadullah Channa από τη Σιντ αποδίδει σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση στην αδυναμία του κράτους να αντιπαρατεθεί μεθοδικά στις ακραίες φωνές. Όπως τονίζει, η κυβέρνηση, επιδιώκοντας να μην έρθει σε σύγκρουση με τους φονταμενταλιστές, απέτυχε να διαμορφώσει ένα ισχυρό αντίβαρο απέναντι σε χρόνια πλύσης εγκεφάλου από την άκρα δεξιά, η οποία οδήγησε μεγάλο μέρος της κοινωνίας στην απόρριψη του εμβολίου. Κατά τον ίδιο, η επιμονή της πολιομυελίτιδας συνιστά και αντανάκλαση πολιτικής αδιαφορίας, καθώς διαδοχικές κυβερνήσεις άφησαν ανεξέλεγκτη την εξτρεμιστική προπαγάνδα, ενώ η σημερινή ηγεσία είναι απορροφημένη από πολιτικούς και δικαστικούς ελιγμούς, αφήνοντας στο περιθώριο τις κρίσεις δημόσιας υγείας.

ΠΗΓΗ: Geopolitico.gr