Δεν το είδα τόσο καθαρά όσο θα ήθελα, το ματς του Ολυμπιακού στην Κωνσταντινούπολη. Κυκλοφορούσα στο Αμπντί Ιπεκτσί αλαφιασμένος. Εψαχνα πυροσβεστήρα, διότι μου είπαν από την Αθήνα, στα μισά, ότι σύμφωνα με τη Δημόσια Τηλεόραση, «το γήπεδο κυριολεκτικά πήρε φωτιά». Για να το λέει, ολόκληρη Δημόσια Τηλεόραση, με τη γνωστή της αξιοπιστία και τον ενδελεχή ποιοτικό έλεγχο, αλήθεια θα είναι, σκέφτηκα.

Αλλά δεν έβλεπα πουθενά καπνό. Οπου υπάρχει φωτιά, υπάρχει και καπνός. Βρε μπας και άναψαν κανένα καπνογόνο τα παλιόπαιδα της Γαλατασαράι; Δεν θα μου φαινόταν απίθανο, άλλωστε όλοι από το ποδόσφαιρο προέρχονταν και όλο για το Τσάμπιονς Ληγκ («το κύπελλο θα πάρουμε, όλους θα τους τρελάνουμε») τραγουδούσαν. Αλλλά όχι, οι άνθρωποι, όλο άνδρες σε κατάσταση ένθεης μανίας, ήταν ήσυχοι. Φωνακλάδες, αλλά ήσυχοι.

Η μοναδική απειλή για τη δημόσια υγεία προερχόταν από τη μυρωδιά που ανέδιδαν οι άπλυτες ποδοσφαιρικές φανέλες που φορούσαν και το προηγούμενο βράδυ στο Αλί Σαμιγιέν ή όπως αλλιώς λέγεται το γήπεδό τους. Είχα να δώσω τόσο κιτρινοκόκκινο, από μία παλαιότερη επίσκεψή μου στο Ολύμπικο.

Κυριολεκτικά, δεν υπήρχε φωτιά. Υπέθεσα ότι ο φίλος μου ο Βαγγέλης (που ξέρω ότι δεν παρεξηγιέται…) ήθελε απλώς να μας υπενθυμίσει ότι η ΕΡΤ είναι εδώ, ενωμένη δυνατή, και προχώρησα παρακάτω. Πού θα πάει, μία μέρα θα βρεθεί τρόπος για να καταργηθεί η υποχρεωτική συνεισφορά των πολιτών που δεν το επιθυμούν (και αυτών που εργάζονται σε ανταγωνιστικό κανάλι). Η συγχωρεμένη Μελίνα ήταν η πρώτη που το έψαξε, νομικά, ώσπου έπεσε στον συνήθη τοίχο της νεοελληνικής δημοσιολαγνείας.

Διαβάστε το υπόλοιπο σχόλιο στο gazzetta.gr