Είναι ο ορισμός του deja vu και η επιτομή της ιστορίας που ενώ επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο και υπ' αυτήν την έννοια θα είχε καταντήσει βαρετή, εντούτοις δεν χάνει το ενδιαφέρον της...

Δεν το χάνει, διότι, διάβολε, δεν είναι μικρό πράγμα να σέρνεται ένα γαϊτανάκι τριών, τεσσάρων ή πέντε αγώνων, που καταλήγει όχι όπου κι όπου, αλλά στον θρόνο!

Στη μία πλευρά βρίσκεται ο Ολυμπιακός, μαχόμενος στην κυριολεξία υπέρ βωμών και εστιών, ως υπερασπιζόμενος τα περσινά σκήπτρα του, Νο 1 της κανονικής περιόδου, κάτοχος του πλεονεκτήματος έδρας και αήττητος επί ελληνικού εδάφους επί επτά μήνες και 29 συναπτά ματς!

Απέναντί του ο Παναθηναϊκός, δυνάστης με 34 τίτλους, κυρίαρχος του παιχνιδιού με 15 πρωταθλήματα τα τελευταία 18 χρόνια, αποφασισμένος να πουλήσει ακριβά το τομάρι του και πεπεισμένος ότι μπορεί να πετύχει την ανατροπή στην οποία άλλωστε έχει αποκτήσει... διδακτορικό!

Κόκκινοι και πράσινοι, λοιπόν, μάχονται στα... μαρμαρένια αλώνια, που λέει κι ο ποιητής, με δέλεαρ τον τίτλο και τον (υποκατάστατο) εξαγνισμό για τις αμαρτίες τους στην Ευρωλίγκα! Οι δυο φυλές του ελληνικού μπάσκετ βρίσκονται αντιμέτωπες για 16η φορά και για 66ο αγώνα σε μια σειρά τελικών, με τον Παναθηναϊκό να έχει τη μερίδα του λέοντος τόσο στις νίκες (37-28) όσο και στους τίτλους που αυτές οικοδόμησαν (10-5).

Ο Ολυμπιακός, ο οποίος έμεινε νωρίτερα εκτός (ευρωπαϊκού) νυμφώνος, αλλά καθάρισε με συνοπτικές διαδικασίες την ημιτελική σειρά κόντρα στην ΑΕΚ, εμφανίζεται πλήρης, υγιής, ακμαίος και εμφορείται από την πρόκληση του repeat, που παρεμπιπτόντως έχει να το πετύχει εδώ και μια εικοσαετία, όταν συμπλήρωσε ένα ολόκληρο πενταρέ (1993-1997).

Ο Παναθηναϊκός σκουπίστηκε από τη Λαμποράλ Κούτσα και σύρθηκε για πρώτη φορά μετά από έντεκα χρόνια σε μια σειρά πέντε ημιτελικών, τσαλακώθηκε από τον Αρη, αλλά ατσαλώθηκε κιόλας και μένει να φανεί πώς θα κεφαλαιοποιήσει αυτήν τη δοκιμασία. Απλώς σε αντίθεση με τους απέναντί τους, οι «πράσινοι» έχουν να διαχειριστούν κι άλλα ζητήματα, είτε αγωνιστικά είτε εξωαγωνιστικά: τη φασαρία με τα ξενύχτια του Γκιστ, του Χέινς και του Φελντέιν, την καταγγελία του Ολυμπιακού εις βάρος του Πεδουλάκη, ο οποίος παρεμπιπτόντως κλήθηκε για να διορθώσει τα κακώς κείμενα μετά την αποπομπή του Τζόρτζεβιτς, αλλά και την έλλειψη ενός κλασικού τριαριού, θέση που χηρεύει μετά το αντίο του Πάβλοβιτς και τον τραυματισμό του Γιάνκοβιτς.

Ο Ολυμπιακός διαθέτει κορμό Ελλήνων και ξένων παικτών που είναι μπαρουτοκαπνισμένοι στα ντέρμπι των «αιωνίων», ενώ στην αντίπερα όχθη ο Γουίλιαμς, ο Χέινς και ο Χάντερ δεν έχουν ούτε μυρωδιά από δαύτα. Υπέρ των «ερυθρολεύκων» λειτουργούν σαφώς η συνοχή, η ανάκτηση του αμυντικού ελιξιρίου, η αυτοπεποίθηση και οι σταθερές που έχει επιβάλει ο Σφαιρόπουλος, ενώ οι «πράσινοι», οι οποίοι για τρίτη χρονιά στη σειρά τελειώνουν τη σεζόν με διαφορετικό προπονητή από αυτόν που είχαν στην εκκίνηση, ελπίζουν ότι ο Πεδουλάκης θα κατεβάσει από την... γκλάβα του κάποιες νέες ιδέες για το μαρκάρισμα του Σπανούλη, όπως συνέβη επιτυχώς στην προηγούμενη θητεία του.

Εάν σώνει και καλά πρέπει να διαλέξω από έναν παίκτη που θεωρώ ότι θα παίξει κομβικό ρόλο στη σειρά, θα προέκρινα από μεν τον Ολυμπιακό τον Λοτζέσκι, από δε τον Παναθηναϊκό τον Καλάθη: Ο λόγος; Αφαιρετικός, υπό την έννοια ότι αμφότεροι διαπίστωσαν και ξέρουν καλά πόσο κόστισε στους μεν ο τραυματισμός του Ματ, στους δε η κακή φόρμα του Νικ στη σειρά με τους Βάσκους.

ΥΓ.: Ολυμπιακός εναντίον Παναθηναϊκού, διαβάζεται επίσης και Σπανούλης εναντίον Διαμαντίδη για ύστατη φορά. Μπορεί επίσης να διαβαστεί και ως τέλος εποχής στην κυριαρχία που άσκησαν οι δυο τους στο ελληνικό μπάσκετ, άλλοτε μαζί και άλλοτε χώρια...

Πηγή: Goal